Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Α - Λ)

Οι λέξεις που ακολουθούν παρατίθενται με αλφαβητική σειρά:

A

αβανιά (η) (αβανιές, πληθ.)

ρετσινιά, κακολογία, συκοφαντική διάδοση, ψευδής κατηγορία.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ. - μουσ. Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…είχαν συχνά μπελάδες
γιατί μας βγάζαν αβανιές
πως στου σπιτιού μας τις γωνιές
κρύβαμε κατσιρμάδες…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. avania - αραβ. havan = ταπείνωση]

αβάντα (η)

  1. Πλεονέκτημα, κέρδος, όφελος που συνήθως προέρχεται από επιλήψιμη διαδικασία, μίζα.
  2. Υποστήριξη συνήθως έμμεση, μέσο, αβάντζα
    3.(στο θέατρο): σύνολο γνωρισμάτων ρόλου ή παράστασης που σκοπεύουν στο να προσελκύσουν το κοινό με εξωτερικά, συνήθως φανταχτερά, μέσα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Για να ξέρεις, αλανιάρη” (1936)

Στ. - μουσ. : Γ. Καμβύσης
Ερμηνεία: Ρόζα Εσκενάζυ

_"Για να ξέρεις, αλανιάρη, _
_σ’εχω πάρει πια χαμπάρι. _
ότι χρόνια πας γι’ αβάντα…»

[ ΕΤΥΜ. < παλιά ιταλική λέξη “avantare” ή βενετική “vantarse” = καυχιέμαι]

αβανταδόρος (ο)

ο εικονικός παίχτης, ο υποτιθέμενος αγοραστής που ενεργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσελκύσει υποψήφια θύματα.
Ειδικότερα, ο αβανταδόρος δρα στον “παπά”: ένας στήνει τον “παπά” και οι συνεργάτες του, σαν κοινοί διαβάτες, “παίζουν” και “κερδίζουν”, ώστε να πεισθεί ο αφελής ότι μπορεί να κερδίσει και εκείνος, αν παίξει.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Οι Παπατζήδες” (1952)
Στίχοι - Μουσ.: Τόλης Χάρμας
Ερμηνεία: Μπίνης, Ντούο Χάρμα

"…Σαν κορόιδο πιάστηκες να τα χάσεις βιάστηκες
φύλαγαν στη γωνιά οι τσιλιαδόροι
και σου τα τρώγανε οι αβανταδόροι…"

[ΕΤΥΜ. <αβάντα + -δόρος (παραγωγικό επίθημα που δηλώνει αυτόν που ασχολείται με ανάξιες λόγου ή παράνομες δραστηριότητες)]

αβέρτα (επίρρ.)

φανερά, άφοβα, χωρίς προφύλαξη, απροκάλυπτα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στην εποχή του Πάγκαλου” (1969)
Στ. - Μουσική: Γ. Μητσάκης
Ερμην.: Γ. Νταλάρας

“… κι αβέρτα τσιγαράκι…”

[ΕΤΥΜ. <βενετ. averto < λατιν. apertus “ανοιχτός” <aperio «ανοίγω»]

αγάντα (ως παρότρυνση ή προσταγή) [< ρ. μετβ. Αγαντάρω]

  1. κρατήσου γερά, μείνε κοντά.
  2. κάνε υπομονή, κουράγιο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο Θερμαστής” (1934)
Στ. - Μουσ. και ερμηνεία: Μπάτης.

"…αγάντα, θερμαστάκι μου,
και ρίχνε τις φτυαριές σου…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. agguantare = αγκιστρώνομαι, κρατιέμαι γερά]

Άγιος Νείλος (ο)

περιοχή του Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο , όπου και η ομώνυμη εκκλησία.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χατζηκυριάκειο" (1938)
Στ., μουσ : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)
Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

"…Από βραδύς ξεκίνησα
μ’ ένα καλό μου φίλο
για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο…"

Αθανασόπουλος Δημήτρης

Δολοφονήθηκε στο σπίτι του, στην περιοχή Χαροκόπου, στις 7 Γενάρη 1931 από την πεθερά του Άρτεμη Κάστρου, το Δημήτρη Μοσκιό ( ξάδελφο της γυναίκας του) με τη βοήθεια της γυναίκας του Φούλας Αθανασοπούλου και της υπηρέτριας Γιαννούλας Μπέλλου.
Στη συνέχεια, προσπάθησαν να κάψουν το πτώμα, αλλά επειδή θα τους πρόδιδε ο καπνός και η μυρωδιά, το τεμάχισαν, το έβαλαν σε σακούλες και πετάχτηκε στον Ιλισό, όπου βρέθηκε τυχαία.
Έτσι αποκαλύφτηκε το “έγκλημα του αιώνα”, όπως χαρακτηρίστηκε, σε εφημερίδες της εποχής, οι οποίες γέμιζαν με ολοσέλιδες αναφορές και λεπτομέρειες για το έγκλημα αυτό.
Σύμφωνα με την απόφαση της δικαιοσύνης, πεθερά και σύζυγος καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Τελικά παρέμειναν στη φυλακή 10 χρόνια, μετά την απόφαση της κυβέρνησης Τσολάκογλου να απονείμει χάρη σε όλους τους βαρυποινίτες εκείνης της εποχής.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Κακούργα πεθερά”, (1931)
Στ., μουσ: Ιακ. Μοντανάρης
Ερμην.: Αντ. Διαμαντίδης.

_"…Καημένε Αθανασόπουλε, τι σού 'μελε να πάθεις, _
από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις…"

Ακρόπολη, Θεσσαλονίκη (η)

Το βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης της Θεσσαλονίκης, στην περιοχή της Άνω Πόλης.
Ό,τι διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917, περιλαμβάνει τα τείχη της Ακρόπολης και το Επταπύργιο, το Γεντί Κουλέ .

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μπαχτσέ τσιφλίκι” (1946)
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης.
Ερμην : Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.

“…πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη, στη Βάρνα …”

αλάνης (ο)

[το αλάνι, ο αλανιάρης, το αλανάκι, η αλανιάρα, το αλάνικο]

  1. Ο περιφερόμενος στους δρόμους, ο άστεγος.
    Μεταφορικά, αυτός που γυρίζει άσκοπα στους δρόμους, το αλητόπαιδο.
  2. Πρόσωπο που συμπεριφέρεται χωρίς ευγένεια, με χαμηλό επίπεδο ήθους, γενικά αυτός που δεν έχει καλή συμπεριφορά ή ανατροφή.
    Γενικά, πρόκειται για μια έννοια με αρνητικό σημασιολογικό φορτίο και όχι μόνο για το γενικότερο κοινωνικό περίγυρο.
    Και για τους ίδιους τους δημιουργούς έχει αρνητική σημασία και μειωτική, είτε μ’ αυτήν απευθύνονται σε τρίτους είτε στον ίδιο τους τον εαυτό.
    Όταν, μάλιστα, την αποδίδουν στον ίδιο τους τον εαυτό, εμφανίζονται σχεδόν αισθήματα ενοχής ή μια διάθεση απολογίας, όπως φαίνεται από τα περισσότερα τραγούδια:

Π.χ.:
"…Είμαι αλανιάρης στους δρόμους και γυρίζω
_κι απ’ την πολλή μαστούρα μου κανένα δεν γνωρίζω…" _
[“Αλανιάρης”. 1934, Μάρκος Βαμβακάρης]

“…Κι αν είμ’ αλάνης, φουκαράς
_δεν φταίω, σάς το λέω…” _
[“Μπουζούκι μου διπλόχορδο”, 1937, Μ. Βαμβακάρης]

"…και γυρνάς μ’ όλα τ’ αλάνια…
_…Αλανιάρα με τους μάγκες κάθε βράδυ ξενυχτάς…" _
[“Η Μαρίκα η χασικλού”, 1934, Β. Παπάζογλου]

Ή, η φωτογραφική περιγραφή στο παρακάτω:
"…Αλάνι μες την παραλία
χρόνια μες την αμαρτία.
Μπαγλαμάς και το μπουζούκι
_δεν του λείπει το τσιμπούκι. _

Φουμάρει όλο και μεθάει
όμορφα χωρίς να σπάει
κι αν του λάχει να μαλώσει
δεν τον νοιάζει να σκοτώσει.

Να αυτό είναι το αλάνι
του Περαία το αλάνι,
βερεσέ άμα τα πίνει
τα ξεχνάει δεν τα δίνει…"
[ Ν. Μάθεσης, Δ. Μπαρούσης (Λορέντζος) 1934]

Λιγότερο απαξιωτικά εμφανίζεται η λέξη στο παρακάτω:

“._…Εγώ `μ’ αλάνης μάνας γιος, μάγκας σωστός στην τρίχα _
_και στον καθένα ζόρικο, αχ, κόβω με μιας το βήχα…” _
[“Αλάνης μάνας γιος”, Τούντας, 1930]

Ενώ, σε αρκετά νεότερο, η λέξη εκφράζει θετική κρίση και συμπάθεια:

“…Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα…”
[ Παπαγιαννοπούλου- Τσιτσάνης, 1951]

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. alan “ανοικτός χώρος, ξέφωτο” <αραβ. alani “δημόσιος, ανοικτός”]

αλεπού (η)

  1. Ένας χαρακτηρισμός για τους μικρολωποδύτες που δρούσαν στις διάφορες αγορές, στα πάρκα, σε αίθουσες αναμονής και σε σταθμούς.
  2. Μια ακόμα μεταφορική σημασία για τον κλέφτη, τον πονηρό.

Ακούγεται στο τραγούδι «Τουμπελέκι-τουμπελέκι»(1931),
με ερμηνευτή τον Α. Κωστή.

«…έναν κόμητα τοιούτο να τον περάσει γι’ αλεπού…»

Αληθινή (η)

παραδοσιακό χωριό ανάμεσα στην Ερμούπολη και την Άνω Σύρο.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Φραγκοσυριανή" (1935)
Στ., μoυσ., ερμην: Βαμβακάρης.

“…φίνα στην Αληθινή…”

αλμπάνης (ο)

αδέξιος, άπειρος στη δουλειά του, ατζαμής ( συνήθως λέγεται για τεχνίτες και γιατρούς).

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το λεξικό του μάγκα”, 1932, με τον Πέτρο Κυριακό.

“… το γιατρό τον λέω αλμπάνη…”

[ΕΤΥΜ. < από το (ν)αλμπάν(τ)ης < τουρκ., περσ. nalbant < nalbent = πεταλωτής]

Ανάπλι (το)

γνωστή, παλιά φυλακή ανατολικά της Ακροναυπλίας, στο εσωτερικό του όρμου.
Αρκετές οι αναφορές σ’ αυτήν και στα τραγούδια και στη Λογοτεχνία, όπου περιγράφονται οι ιδιαίτερα σκληρές τιμωρίες σε βάρος των κρατούμενων, όπως και η άδικη κράτηση.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Αντιλαλούν οι φυλακές” (1935)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

“…αντιλαλούν οι φυλακές Ανάπλι και Γεντί Κουλές…”

ανθίζομαι (ρ.)

αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω κάτι που υποκρύπτεται, παίρνω είδηση, πιάνω, ψυχανεμίζομαι.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο πασατέμπος” (1946)
Στ. - μουσ.:Μ. Χιώτης
Ερμηνεία: Κασιμάτης, Ρόζα.

“Τα παραμύθια σου τ΄ανθίστηκα πια τώρα…”

[ΕΤΥΜ. <από συμφυρμό των λέξεων: άνθος + μυρίζομαι].

Άννυ Όντρα (η)

Η Άννυ Όντρα (Anna Sophie Ondrakova) ήταν ηθοποιός και τραγουδίστρια, λαμπρό αστέρι του Χόλυγουντ.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Εσύ είσαι τρελοκόριτσο” (1938)
Στ. - μουσ. : Δ. Σέμσης
Ερμην. : Ρ. Αμπατζή

"Εσύ είσαι τρελοκόριτσο
ωσάν την Άννυ Όντρα…"

αντάμ αμάν

άνθρωπέ (μου) έλεος.

Αποτελεί τον τίτλο ή είναι φράση σε αμανέδες, όπως στο

“Γαλατά αντάμ αμάν” που ερμήνευσε ο Κ. Νούρος το 1926.

[ΕΤΥΜ. < adam ( λέξη εβραϊκή, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη) “άνθρωπος” και aman «έλεος» <αραβ. eman]

αντάμης (ο)

παλικάρι, άντρας, θαρραλέος.

Το επίθετο “αντάμικος” (περισσότερο σε χρήση στο ουδέτερο και πάντα για άψυχα αντικείμενα) σημαίνει “αντρίκειο” αλλά και “αυθεντικό”.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ. - μουσ. Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…Μες τα Βουρλά κατιρματζής
αντάμης και κοντραμπατζής
και της τουρκιάς ο τρόμος…"

[ΕΤΥΜ. <από το “adam” (το συναντάμε και ως επιφώνημα στους αμανέδες) λέξη εβραϊκή, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη, “άνθρωπος”].

Αντελικιώτισσα (η)

η καταγόμενη από το Αντελικό ή Αιτωλικό, κωμόπολη στο νομό Αιτωλοακαρνανίας.

Ακούγεται στο τραγούδι:"Αντελικιώτισσα", 1947
Στ., μουσ.: Ζ. Κασιμάτης
Ερμην.: Γ. Μηττάκη.

ανφάν γκατέ (το)

κυριολεκτικά, το κακομαθημένο παιδί, το χαϊδεμένο, το μαμόθρεφτο.
Κατ’ επέκταση, ο “καθώς πρέπει”, ο εκλεπτυσμένος άνθρωπος (ή και κυρία).

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Παραπονιούνται οι μάγκες μας” (1936)
Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς
Ερμηνεία: Αντ. Καλυβόπουλος

"…Και όλα τα ανφάν-γκατέ μες τον τεκέ θα κάτσουν
μπουζούκι για να ακούσουνε και για να μαστουριάσουν…"

[ΕΤΥΜ. < γαλλική φράση: enfant gate].

απάχης (ο), απάχηδες (πληθ.)

  1. Απάχηδες ονομάζονταν οι περιπλανώμενοι άνεργοι των μεγαλουπόλεων του Μεσοπολέμου.
  2. Σήμαινε, επίσης, τον αλήτη, αλλά και τον κακοποιό.
  3. Αποτελούσε και τίτλο οπερέτας της εποχής: “οι Απάχηδες των Αθηνών”.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Με σκλάβωσε η αγάπη σου" (1940)
Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης
Ερμηνεία:Βαμβακάρης

"…ό,τι μου είπες το 'κανα κι ό, τι ζητάς σου φέρνω
από απάχης που 'μουνα, με έκανες μοντέρνο…"

[ΕΤΥΜ. <γαλλ. apache = ον. φυλής Ινδιάνων της Β. Aμερικής)].

αποτάζω (ρ.)

αποκτώ.
Ακούγεται στο τραγούδι: “Όσοι έχουνε πολλά λεφτά” (1936)
Στ. - μουσ. - εκτέλ.: Βαμβακάρης

"…εγώ ψιλή στην τσέπη μου
ποτές δεν αποτάζω
κι όλα τα ντέρτια μου περνούν,
μόνο σα μαστουριάζω…"

[ΕΤΥΜ. < αποτάσσω (και πιο σωστά) < υποτάσσω = αποκτώ.
Η έννοια της κτήσης προέρχεται από το γεγονός ότι γίνεσαι κύριος των αγαθών που έχει εκείνος, τον οποίον υπέταξες, κατέκτησες].

αραμπάς (ο)

  1. Άμαξα με τέσσερις τροχούς που την έσερναν βόδια ή άλογα, κάρο.
  2. Χλευαστικά, η λέξη λέγεται επίσης για χερσαίο μεταφορικό μέσο που είναι υπερβολικά αργό.

Από το τραγούδι:
“Αραμπάς περνά” (1948)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Καλφοπούλου

_"…αραμπάς περνά και η βλάμισσα _
που αγάπησα είναι μέσα…"

[ΕΤΥΜ. τουρκ. araba = κάρο, τροχοφόρο].

Αρετσού (η)

Παραλιακό προάστιο της Θεσσαλονίκης, στο Δήμο Καλαμαριάς.
Δημιουργήθηκε από Έλληνες πρόσφυγες που ήρθαν στη Θεσσαλονίκη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, προερχόμενοι από την Αρετσού (αρχαία Αρέθουσα), παραλιακή πόλη της Προποντίδας, το όνομα της οποίας και διατήρησαν στη νέα τους πατρίδα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Θεσσαλονίκη όμορφη” (1954)
Στ.: Χρ. Κολοκοτρώνης
Μουσ.: Ανέστος Αθανασίου
Ερμην.: Πρ. Τσαουσάκης - Μ. Γρύλη.

_"…Βαρδάρη, Τούμπα κι Αρετσού , _
μακριά πια δεν αντέχω…"

Άρης Βελουχιώτης

(27/8/1905, Λαμία – 16/6/1945, Μεσούντα)
Ο Θανάσης Κλάρας (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα), στέλεχος του ΚΚΕ, φυλακίστηκε και εξορίστηκε για τη δράση του. Πολέμησε στο μέτωπο στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο το 1940 και ως ηγέτης μετέπειτα του ΕΛΑΣ στον απελευθερωτικό πόλεμο της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ηγήθηκε με επιτυχία στις 25/11/1942 στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12/2/1945 συνέχισε τον ένοπλο αγώνα με αποτέλεσμα την απομόνωσή του και το τραγικό τέλος του στη Μεσούντα.

Ακούγεται σε 4 τραγούδια:

    • «Ένας λεβέντης έσβησε" (“Άρης Βελουχιώτης”) (1945)
      Στ.: Μάθεση, Χιώτη, μουσ. : Μ. Γενίτσαρη, πρώτη ερμην.: Νταλάρας

"…Αντιλαλούνε τα βουνά κλαίνε τα κλαψοπούλια
ο Βελουχιώτης χάθηκε ψηλά σε μια ραχούλα…"

    • «Να ναι γλυκό το βόλι" (“φόρεσε αντάρτη τ’ άρματα”) (1942)
      Στ. - μουσ. - ερμην. : Μπαγιαντέρα

_"…και με τον Άρη αρχηγό _
γλυκό να 'ναι το βόλι…»

    • «Αρχηγό μου έχω τον Άρη» (1942)
      Στ. - μουσ. -ερμην.: Μπαγιαντέρα

άρμενο (το) (άρμενα, πληθ.)

είναι η πλήρης αρματωσιά κάθε ιστιοφόρου πλοίου, τα κατάρτια, τα πανιά και γενικά όλη η εξάρτηση που χρειάζεται για να αρμενίσει το σκάφος. Κατ’ επέκταση, ως άρμενο, τελικά, νοείται το ιστιοφόρο πλοίο.

Ακούγεται και στα δημοτικά μας τραγούδια και στα λαϊκά, π.χ.,

Στο «Αϊβαλιώτικο ζεϊμπέκικο" (1929)
με τον Καραπιπέρη

"…το κατσαρό σου τ’ άρμενο
ούτε πουλί πετάμενο…"

στους Χαΐνηδες, «Η νοτιά», (2005)

"…Σαν τα καράβια που γυρνούν
και τ’ άρμενα που φεύγουν…"

ή στην _“Τρελή ροδιά” τ_ου Ελύτη

"…που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στο διάφανο αιθέρα…"

ασίκης (ο), ασίκικος, -η, -ο

  1. λεβέντης, άντρας που συνδυάζει σωματικά και ψυχικά χαρίσματα.
  2. Ο αγαπητικός, ο εραστής.
  3. Στις γλώσσες της Ανατολής σημαίνει τραγουδιστής, πλανόδιος οργανοπαίκτης, τροβαδούρος.
    Τα τραγούδια των ασίκηδων ήταν μακροσκελή, περιείχαν και διηγήσεις, κομμάτια από έπη με λόγια προσαρμοσμένα στην επικαιρότητα.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι:
“Πέντε ποντικοί βαρβάτοι”
σε ερμηνεία Απ. Νικολαΐδη

"…ποιος ασίκης σαν και μένα
στο κουρμπέτι περπατεί…"

[ΕΤΥΜ. τουρκ. aşιk =εραστής < αραβ. asiq].

άσος (ο)

  1. Λέγεται με μεταφορική σημασία για κάποιον που είναι άριστος, πρώτος, που διακρίνεται σε έναν τομέα.
  2. Επίσης, ο αριθμός ένα ή η πλευρά του ζαριού που είναι σημαδεμένη με μία μόνο βούλα ή το χαρτί της τράπουλας που έχει μόνο ένα χαρακτηριστικό σημάδι.
  3. Στη φράση: “μένω στον άσο” = “με εγκαταλείπουν όλοι και μένω μόνος”, “αποτυχαίνω”, ή “κάνω λάθος υπολογισμούς” και “μένω αδέκαρος”.
    4.Ή, “άσος κρυμμένος στο μανίκι” = κρυφό πλεονέκτημα που θα χρησιμοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Τσιτσάνης στο Μόντε Κάρλο" (1937)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

_"…Μια βραδιά στο Μόντε Κάρλο _
πήγα να παρευρεΘώ
_μες στους άσους της ρολίνας _
να τους συναγωνιστώ…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. asso, λατιν. as, assis, ρωμαϊκό νόμισμα]

ατζαμής (ο)

αμάθητος, πρωτόπειρος, πρωτόβγαλτος, πρωτάρης, κακότεχνος, ανίδεος, άπειρος.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Σαν ατζαμής την έπαθα" (1987)
Στίχ, μουσ.: Μ. Γενίτσαρης
Ερμην.: Μ. Γενίτσαρης, Μ. Ναλμπάντη

"…την έχασα απ’ τα χέρια μου χωρίς καμιά ελπίδα,
σαν ατζαμής την έπαθα σ’ αυτήνε την παρτίδα…"

[ΕΤΥΜ. Προηγήθηκε η αραβική λέξη “Ajami”, που σημαίνει “Πέρσης” (άρα, και “ξένος”, “βάρβαρος” - έννοιες που απαντώνται επίσης για τους Άραβες).
Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε ως δάνειο στην τουρκική, ως “Acemi”, με την έννοια αρχικά του έφηβου, του στρατολογημένου με το παιδομάζωμα, ο οποίος εκπαιδεύεται για να καταταγεί στο σώμα των γενίτσαρων, στη φρουρά των σουλτανικών ανακτόρων.]

άφρα (η)

ο αφρός της θάλασσας, η κορυφή.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ε, ρε, και πώς γουστάρω"
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ. : Γ. Πλέσσας
Ερμην.: Γ. Ντουνιάς

"…αυτοί τρανοί κι εμείς πανί
ρε φίλε, τι να θέλω;
Να μπω στην άφρα τη χοντρή
με τ’ αψηλό καπέλο…"

Α.Χ.Ε.Π.Α.

Ακρωνύμιο του οποίου τα αρχικά μεταφράστηκαν ως “Αμερικανική Ελληνική Εκπαιδευτική Προοδευτική Εταιρεία”. Ιδρύθηκε το 1922.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Δεν τον θέλω τον ΑΧΕΠΑ" (1937)
Στ. :Σ. Αλέκος, μουσ.: Ν. Πλατσαίος
Ερμηνεία: Κ. Ρούκουνας - Κορίνα Σαλονικιά

"…αγαπώ ένα λεβέντη που 'χει δαχτυλίδι μέση
δεν τον θέλω, δεν τον παίρνω τον ΑΧΕΠΑ με το φέσι…"

B

βάζω σάνο

βάζω ως εγγύηση, ως ενέχυρο.

Ακούγεται στο τραγούδι το "Μπαρμπούτι" (1932)
Στίχ., μουσ.: Τούντας
Ερμην.: Ρούκουνας

"…το ζακέτο βάζω σάνο,
άιντε, φέρνω δυάρες και το χάνω…"

[ΕΤΥΜ. < από το ιταλ. επίθ. (στο ουδέτ. εδώ ) sano «υγιής», «ασφαλής»]

βαλαντώνω (ρ.)

στενοχωριέμαι υπερβολικά, μαραζώνω, εξαντλούμαι σωματικά.

Από το τραγούδι:
“Παραμυθάκι μου”
Στ.: Λ. Παπαδόπουλος
Μουσ.: Μ. Λοΐζος
Ερμηνεία: Γ. Καλαϊτζής

"… παραμυθάκι μου, μη βαλαντώνεις
και την καρδούλα σου μη την χαλάς…"

[ΕΤΥΜ. <βαλάντιον = πορτοφόλι, χρηματικό ποσό.
Η σημασιολογική μεταβολή οφείλεται πιθανόν στη στενοχώρια που προκαλούν οι οικονομικές δυσκολίες].

Βαλεντσιάνες (πληθ.)

Οι γυναίκες της Βαλέντσιας ή Βαλένθιας, μια από τις 17 αυτόνομες κοινότητες της Ισπανίας στα ανατολικά της χώρας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Βαλεντσιάνες” (1947)
Στ.: Χ. Βασιλειάδης
Μουσ.: Γ. Λαύκας
Ερμην.: Λαύκας, Χασκήλ

Βάρνα (η)

Περιοχή της Θεσσαλονίκης, εκτός των τειχών, μεταξύ των δήμων Θεσσαλονίκης και Νεάπολης.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Μπαχτσέ τσιφλίκι" (1946)
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης.
Ερμην : Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.

“…πάμε τσάρκα στην Ακρόπολη, στη Βάρνα…”

βαρζί, βαρσί και βερζί (το)

το φυτό ριζάρι, από την ρίζα του οποίου προερχόταν μία κόκκινη χρωστική ουσία, με την οποία παρήγαγαν την κόκκινη βαφή χειλιών.

Ακούγεται στο τραγούδι “Αντελικιώτισσα” (1947)
Συνθ.: Ζαχ. Κασιμάτης, Τραγ.: Γεωργία Μηττάκη

"…είχε το χείλι κόκκινο
με το βαρσί βαμμένο…"

Αλλά και σε ένα δημοτικό, το “Τραγούδι του Μαγιού”:

“…έχει τ’ αχείλι κόκκινο με το βερζί βαμμένο…”

[ΕΤΥΜ. <ριζάρι]

Βεδουΐνος (ο), Βεδουΐνα (η)

οι νομαδικές φυλές των Αράβων βοσκών, οι οποίες εντοπίζονται σε όλο το μήκος των εκτάσεων που καλύπτει η έρημος από τις ακτές της Σαχάρας στον Ατλαντικό μέχρι τη Χερσόνησο του Σινά και ανατολικά την Αραβική έρημο.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Βεδουΐνα” (1936)
Στ.: Σπ. Περιστέρης
Μουσ.: Γ. Καμβύσης
Ερμην.: Μ. Πολίτισσα

[ΕΤΥΜ. < αραβ. badawī, που σημαίνει γενικά αυτόν που βαδίζει στην έρημο].

βεράνι (το)

ερείπιο, ερειπωμένο σπίτι, οικόπεδο άχτιστο, το οικόπεδο που απομένει όταν ένα σπίτι έχει καεί ή πέσει.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι:

_"…Η Σμύρνη κι αν εκάηκε _
κι αν έγινε βεράνι…"

[ΕΤΥΜ. < αραβικής – αρχικά - προέλευσης λέξη, πέρασε και στα τουρκικά ως viran, virane]

βερεσέ (επιρρ.)

αρχικά, σημαίνει “με πίστωση”, “χωρίς άμεση πληρωμή”.
Κατ’ επέκταση, μάταια (ακούω), χωρίς να δίνω σημασία ή να παίρνω υπόψη μου κάτι.

Από το τραγούδι:
“Ο πασατέμπος” (1939)
Στ., μουσ: Χιώτης
Ερμηνεία: Εσκενάζυ, Κασιμάτης

“…αυτά που λες εγώ τ΄ακούω βερεσέ…”

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. Veresiye].

βέρος (ο), βέρα (η)

αληθινός, γνήσιος, πραγματικός, αυτόχθων.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στης πόλης το Μεβλά - Χανέ”
Άγνωστου δημιουργού
Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…στο μαστουρλούκι το’ριξα
με βέρους δερβισάδες…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. vero < λατιν. verus]

βέρτζινος (ο), βέρτζινο (το)

  1. Aγνός, αθώος, παρθένος.
  2. Μπατίρης, απένταρος.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Το βέρτζινο μαγκάκι"
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Πλέσσας
Ερμην.: Γενίτσαρης

"…πιάσε ρε μόρτη το παλιό μπαγλαμαδάκι
για να βολτάρει και το βέρτζινο μαγκάκι…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. vergine=παρθένος, αγνός < λατιν. vergineus].

βιδάνιο (το)

  1. Τα ποσοστά από τα κέρδη χαρτοπαιξίας που έχει το δικαίωμα να κρατάει η χαρτοπαιχτική λέσχη ή το καφενείο, αλλιώς γκανιότα.
  2. Το υπόλειμμα πιοτού στο ποτήρι, το απόπιομα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι” (1929)
Στ. - μουσ.: Ζάππας
Ερμην.: Κατσαρός (Θεολογίτης)

_"…και αντίς για να ρεφάρω _
χάνω και το βιδάνιο…"

[ΕΤΥΜ. ‹ ιταλ. quatagno]

Βίλι Φριτς

Willy Fritsch (1901 - 1973), διάσημος Γερμανός ηθοποιός.
Πρώτη του συμμετοχή σε ταινία το 1921 στη “Miss Venus”, αλλά οι μεγαλύτερες επιτυχίες ήρθαν γι’ αυτόν όταν εμφανίστηκαν ως ζευγάρι μαζί με την Lilian Harvey, από το 1928 και έως το 1937

Ακούγεται στο τραγούδι: “Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί” (1935)
Στ. - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης

"….κι ο Βίλι Φριτς θα σκάρωνε αφράτους αργιλέδες…"

βλάμης (ο), βλάμισσα (η)

  1. Αδελφοποιτός, σταυραδελφός, φίλος, σύντροφος.
  2. Γενναίος, λεβέντης, ασίκης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Είμαι απόψε στα μεράκια” (1947)
Στ., μουσ. :Απ. Χατζηχρήστος
Ερμηνεία: Χατζηχρήστος, Βαμβακάρης, Σταμούλης.

"…Χόρεψε, βλάμισσα, τρελά
το πορτοφόλι ναν΄καλά…"

[ΕΤΥΜ. <αλβ. vlam].

Βορονώφ Σεργκέϊ (ο)

Ρώσος φυσιολόγος (1866-1951), που πήρε τη γαλλική ιθαγένεια το 1897.
Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως διευθυντής στο χειρουργικό τμήμα του ρωσικού νοσοκομείου στη Γαλλία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Βορονώφ” (1933)
Στ., μουσ. : Σκαρβέλης
Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ.

Βουρλά (τα)

Περιοχή της Σμύρνης.

Γ

γαζέτα (η)

  1. το ευτελούς αξίας χάλκινο νόμισμα, οι «πενταροδεκάρες», τα «ψιλά».
  2. Επίσης, έτσι ονομαζόταν και η εφημερίδα, καθώς - αρχής γενομένης από τη Βενετία του 16ου αιώνα - οι περί τα γεγονότα φυλλάδες πωλούνταν στην τιμή της μίας γαζέτας.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Δως μου δέκα τάλαρα» (1934)
Στίχ., μουσ.: Τ. Δημητριάδης
Ερμην.: Π. Κυριακός.

_«…τη γαζέτα να τους πάρω _
και χασίς να την φουμάρω…»

[ΕΤΥΜ.<Από το βενετ. Gazeta, ιταλ. Gazzetta]

Γαλατάς (ο)

περιοχή της Κωνσταντινούπολης, στη βόρεια πλευρά του Κερατίου κόλπου.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Έχε γεια, Παναγιά”.

_"…Στο Γαλατά ψιλή βροχή _
και στα Ταταύλα μπόρα…"

Γαλησσάς (ο)

χωριό στη δυτική πλευρά της Σύρου, 7 χιλιόμετρα από την Ερμούπολη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Φραγκοσυριανή” (1935)
Στ., μoυσ., ερμην: Βαμβακάρης.

"Γαλησσά και Ντελαγκράτσια
και ας μου’ ρθει συγκοπή…"

Γαλιγάλης Ιωάννης

Γεννήθηκε το 1879 στον Πύργο Ηλείας και υπηρέτησε ως υπομοίραρχος στη χωροφυλακή Πειραιά.
Λέγεται ότι έκανε τα στραβά μάτια για τους τεκέδες που υπήρχαν και τους θαμώνες τους, και όχι μόνο στην περιοχή του Πειραιά όπου δεν τον έπαιρνε αλλιώς, μια και ήταν ζόρικα τα πράγματα, εκεί.
Λειτουργώντας με τον παραπάνω τρόπο, στέλνοντας δηλαδή τσιράκια και σε συνεργασία με τους χώρους αυτούς, κατάφερε κάπως να ξεκαθαρίσει την περιοχή από εγκληματικά στοιχεία.
Πέθανε το 1924.

Ακούγεται στα δίστιχα:

"…Πού ’σουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη…"

γεμάτα ζάρια (τα)

είναι τα πειραγμένα ζάρια: ή στρογγύλευαν ανεπαίσθητα ορισμένες πλευρές τους ή έριχναν στο εσωτερικό τους υδράργυρο, ώστε με το κατάλληλο πέταγμα να φέρνουν ευνοϊκές για τον εαυτό τους ζαριές οι παίκτες που μεταχειρίζονταν τα κόλπα αυτά.
Αυτό γινόταν στις πρόχειρες μπαρμπουτιέρες, που στήνονταν στο δρόμο, πρόχειρα, πάνω σε μια κουβέρτα, π.χ., γιατί στις επίσημες δεν θα ήταν δυνατόν και ούτε θα ρίσκαραν οι ιδιοκτήτες της λέσχης οποιοδήποτε τέτοιο κόλπο.

Ακούγεται στο “Μπαρμπούτι” ή στο “Χτες το βράδυ στου Καρίπη”

_«…ρίξανε γεμάτο ζάρι, _
δεν τους πήραμε χαμπάρι…»

γεμενί (το)

η λέξη απαντά με δυο διαφορετικές σημασίες:

  1. μαντήλι / τσεμπέρι / φακιόλι από χρωματιστό ελαφρύ ύφασμα (μεταξωτό, μερικές φορές)
    γνωστό από τη δημοτική μας παράδοση: “Μαύρο γεμενί”

"…μαύρο γεμενί με λένε
κι αν με χάσεις, γύρευέ με…"

αλλά και από τη λογοτεχνία και

  1. ελαφρά δερμάτινα παπούτσια ή παντόφλες όπως ακούγεται στο λαϊκό τραγούδι: “Γιορτή ζεϊμπέκηδων”

“…και χτυπάνε τα ποδάρια με τα γεμενιά…”

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. Yemen και Υemenli, από το χώρο κατασκευής τους που είναι η Υεμένη]

Γεντί Κουλέ (το)

η διαβόητη, ίσως η δεύτερη (μετά τ’ Ανάπλι ) χειρότερη φυλακή του ελληνικού χώρου, στη Θεσσαλονίκη, ένα κάτεργο που χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο για ποινικούς κρατούμενους, αλλά και για χιλιάδες αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και των δημοκρατικών αγώνων του ελληνικού λαού, κατά την περίοδο του Εμφύλιου.
Ένα μνημείο του οποίου ένα μέρος ακουμπά σε αρχαίο τείχος του 4ου π.Χ. αιώνα και το υπόλοιπο στο φρούριο του Επταπυργίου, κτίσμα του 12ου αιώνα.

Υμνήθηκε σε πολλά ρεμπέτικα τραγούδια, όπως:
"Η φωνή του αργιλέ", του Β. Παπάζογλου με το Στ. Περπινιάδη, (1934)
“Στα κάστρα του Γεντί Κουλέ”, του Χρυσίνη με το Γ. Τζιβάνη, (1953)
“Βράδιασε μες στο Γεντί Κουλέ”, του Μητσάκη με τον Καζαντζίδη, (1946).

Αλλά και στη λογοτεχνία περνώντας και το βίωμα της σκληρής διαβίωσης των κρατουμένων, αλλά και το αίσθημα της άδικης ή υπερβολικής τιμωρίας.

γιαβάς - γιαβάς (επίρρ.)

σιγά – σιγά.

Από το τραγούδι:
“Ο καϊξής” (1948)
Στ., μουσ.: Απ. Χατζηχρήστος
Ερμηνεία: Χατζηχρήστος, Βαμβακάρης, Στ. Χατζηδάκης

"…γκελ, γκελ, καϊξή
γιαβάς, γιαβάς…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. yavas = αργά]

γιαβάσης (ο) (γιαβάσηδες, πληθ.)

1.Ήρεμος, ψύχραιμος, αυτός που αποφεύγει τους καυγάδες.
2. Σιγανός, ήπιος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ντερβίσαινα” (1934)
Στ., μουσ.: β. Παπάζογλου
Ερμηνεία: Αγγέλα Παπάζογλου

"…Μ΄αρέσουν οι ντερβίσηδες γιατ΄είναι μερακλήδες
είναι πολύ γιαβάσηδες και λίγο μπελαλήδες…"

[ΕΤΥΜ. < yavaslik = βραδύτητα].

γιαβουκλού(ς) (ο), γιαβουκλού (η)

αγαπητικός, αγαπητικιά, ερωτευμένος, ερωτευμένη.

Ακούγεται στα τραγούδια:

" Το Κουτσαβάκι " (1933)
Ζ. Κασιμάτης

"…αφού θέλεις να τα παρατήσω
κάθε μαύρο και πιοτό
όλα φως μου θα τα λησμονήσω
γιαβουκλού σου σαν γινώ…"

“Ο νέος μάγκας” (1932)
Στ., μουσ.: Σκαρβέλης
Ερμηνεία: Κασιμάτης

_"…Βρε μάγκα αυτή σου πρέπει να 'χεις γιαβουκλού, _
που είναι αλανιάρα, τσαχπίνα χασικλού…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Yavuklu].

γιαβρούμ (επιφών.)

παιδί μου, μωρό μου (ως προσφώνηση).

Ακούγεται σε αρκετά τραγούδια, π.χ.

“…αμάν γιαβρούμ, αμάν κουζούμ…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. yavrum].

Γιαγιάδες (οι)

Οι αδελφοί Ιωάννης, Κίμων και Κων/νος Γιαγιάς, γαιοκτήμονες και τοπάρχες Σαμιώτες, αφού αγωνίστηκαν για την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα, αργότερα οργάνωσαν κίνημα για την αυτονομία του νησιού τους και για απόσχιση από το Ελληνικό Κράτος.
Φυγόδικοι κατέφυγαν στην Τουρκία, από όπου έκαναν δυο κινήματα κατά της Σάμου, συνελήφθησαν το 1927 και εξοντώθηκαν από την κεντρική εξουσία.

Ακούγονται στο τραγούδι:
“Οι Γιαγιάδες” (1934)
Στ. - μουσ., ερμ.: Ρούκουνας

"…κείνο το βράδυ σκότωσαν το Γιώργο απ΄τους Γιαγιάδες
αλλά κι απ΄τα 'ποσπάσματα κλάψαν πολλές μανάδες…"

γιαγκίνι, γιανγκίνι (το)

  1. Πυρκαγιά.
  2. μεγάλο πάθος, έρωτας.

Ακούγεται σε αρκετά τραγούδια:
π.χ., στο “Ηρωίνη και μαυράκι”, 1936,
στίχ. και μουσ.: Σ. Γαβαλάς, ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"… Θα γινότανε γιαγκίνι
με μαυράκι κι ηρωίνη…"

ή στο “Φέρτε πρέζα να πρεζάρω" ( ή Ερηνάκι )” , 1934
στ., μουσ.: Τούντας, ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"…καραγιαγκίνι μες’ στην καρδιά
έχω και τυραννιέμαι…"

σε παραδοσιακά δίστιχα όπως:
"…Σαν της Σμύρνης το γιαγκίνι
στο ντουνιά δεν έχει γίνει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. yangın]

γιακάδες (οι)

οι «ανάποδες», οι καρπαζιές, οι «ξανάστροφες»

Ακούγεται στο τραγούδι «Ο τσακατσούκας» του Γ. Καμβύση (1931)
Ερμην.: Π. Κυριακός

«…ρε θε νάχουμε καβγάδες
θα σ’ αρχίσω στους γιακάδες…"

[ΕΤΥΜ. <από το τουρκικό yaka]

Γιάννηδες (οι)

Συνθηματική ονομασία των λωποδυτών.
Ο «Γιάννης» αποκόμιζε συνήθως τη μερίδα του λέοντος από το κλαπέν ποσό, ο συνεργός του («αβανταδόρος») ένα αρκετό ποσό και ο μικρός βοηθός-μαθητούδι («ποντίκι») ελάχιστο ποσό.

Ακούγεται στο τραγούδι «Τουμπελέκι-τουμπελέκι» (1931)
Στίχ., μουσ., ερμην.: Α. Κωστή

«Αχ, η ζωή των Γιάννηδων μες στην απελπισία”

γιαραμπί (επιφών.)

Ο Γιαραμπής είναι ο θεός των Μουσουλμάνων, ο Αλλάχ

Ακούγεται σε μερικά τραγούδια της ανώνυμης δημιουργίας του λαϊκού μας τραγουδιού.

[ΕΤΥΜ. < αραβ. ya rabbi = θεέ μου < εβρ. rabbi = ραββίνος, δάσκαλος]

γιατάκι (το)

  1. Το στρώμα, το κρεβάτι και γενικά το μέρος όπου κοιμάται κάποιος.
  2. Κατάλυμα, λημέρι, κρυψώνα, ορμητήριο, άντρο.

Από το τραγούδι:
_"Μέχρι τα χαράματα_¨(1963)
Στ. - μουσ: Τσιτσάνης
Εκτέλεση: Καζαντζίδης

«…Άλλος θα΄ρθει μες στο κελί
τον τόπο μου να πιάσει
στο έρημο γιατάκι μου
βρεγμένο από το δάκρυ μου
ας γείρει να πλαγιάσει…»

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. yatak].

γιλντίζ (το)

Κυριολεκτικά, σημαίνει “αστέρι”.
“Γιλντίζ”(τουρκ. Yıldız Sarayı) ονομαζόταν επίσης συγκρότημα κτηρίων και κήπων, άλλοτε κατοικία σουλτάνων Οθωμανών, που βρίσκεται στην Πόλη).

Ακούγεται στο τραγούδι: "Γιλντίζ " (1947)
Στ.: Βασιλειάδης
Μουσ.: Καλφόπουλος
Ερμην.: Καλφοπούλου, Σταμούλης

"…κι είν’ όνειρο θαρρείς ,
_αλλού δε θα τα βρεις, _
τα τόσα κάλλη του Γιλντίζ…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. Yıldız = αστέρι]

γινάτι, ινάτι (το)

το πείσμα, η επιμονή.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Η γάτα” (1937)
Στ.: Στ. Περπινιάδης
Μουσ.: Ν. Μάθεσης
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"…τηνε διώχνω με γινάτι
και την άλλη μέρα νάτη…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Inat].

γιορντάνι (το)

περιδέραιο, κολιέ από χρυσά ή ασημένια φλουριά.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπλόκος”
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης

_"…έφτασαν τα καραβάνια _
με σπαθιά και με γιορντάνια…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. gerdan = λαιμός και gerdenbend = περιδέραιο].

Γιουρούκοι (Yόrόkler)

Μια από τις φυλές των νομάδων
[ίσως μια ονομασία η οποία χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τους νομαδικούς τουρκμενικούς πληθυσμούς που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία
(παράγεται από το παλαιοτουρκικό ρήμα -yori- = περπατώ, βαδίζω σε πορεία)
και απαντάται σε 47 φωνηεντικές παραλλαγές)]
που εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία μόνιμα, ασχολούμενοι σε μεγάλο βαθμό με την κτηνοτροφία.
Εξισλαμίστηκαν, αλλά μόνο επιφανειακά, διατηρώντας τη θρησκοληψία, τις δεισιδαιμονίες και τα ανιμιστικά στοιχεία της προηγούμενης θρησκείας τους.

γιούργια (η) (άκλ.)

  1. Έφοδος, επίθεση.
  2. Προτρεπτικό και ενθαρρυντικό για κάποια ομαδική προσπάθεια.
  3. Εμπρός.

Ακούγεται στο τραγούδι: " Ο κουμπούρας απ’ τη Βάθη", 1920
Παραδοσιακό, στο όνομα του Σπ. Στάμου.
Ερμην.: Μ. Παπαγκίκα.

"…κι απ’ το πολύ μεθύσι
πέφτει γιούργια να τσιμπήσει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. yόrό (: γιουρούσι), ως στρατιωτική διαταγή = προχώρα,
και yuruyus = περπάτημα, πεζοπορία].

γιούσερ (το)

είδος μαύρου κοραλλιού, φυτού που αναπτύσσεται στο βάθος της θάλασσας, με το οποίο κατασκευάζονται είδη διακόσμησης.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ψαροπούλα” (1947)
Στ., μουσ.: Μπαγιαντέρας
Ερμηνεία: Περπινιάδης, Γεωργακοπούλου

“…γιούσερ κι όμορφα κοράλια…”

Γκάϊντα (ο)

Ιταλός δημοσιογράφος, υπηρετούσε τη φασιστική προπαγάνδα διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα, ανάλογα με το τι συνέφερε την Ιταλία κατά πρώτον και τις δυνάμεις του Άξονα, έπειτα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Άκου Ντούτσε μου τα νέα”(1940)
Στίχ.: Χ. Βασιλειάδης, μουσ,.: Π. Τούντας, ερμην.: Στ. Περπινιάδης

_"…Ο Μπενίτο χρώμα αλλάζει και τον Γκάιντα του φωνάζει, _
βάλε μπρος τη μηχανή σου και την όμορφη φωνή σου…"

Γκαρπολά και Γκαρμπολά (η)

Φυλακές που λειτουργούσαν από τα μέσα του 19ου αιώνα (1853) και βρίσκονταν στην οδό Σαρρή, στου Ψυρρή.
Έγκλειστοι σ’ αυτή τη φυλακή υπήρξαν αρκετοί πολιτικοί: άλλοτε αντιπολιτευόμενοι του Όθωνα και άλλοτε κατηγορούμενοι για τα Σκιαδικά. O Τρικούπης επίσης κρατήθηκε λόγω του άρθρου του “Τις πταίει” όπως και ο Βασίλειος Ζαχάρωφ.
Πιθανότατα ενσωματώθηκαν από το 1887 και μετά στην Παλιά Στρατώνα.

Ακούγεται στο τραγούδι «Ο κατάδικος» (1934),
Στίχ., μουσ.: Σ. Γαβαλά
ερμην.: Ρούκουνας

«…Δώδεκα χρόνια έκανα Κόκλα, Παλιά Στρατώνα
στο Μεντρεσέ και Κάρκουλα άλλα πέντ’ έξι χρόνια…»

(όπου «Κάρκουλα» αποτελεί παραφθορά του «Γκαρμπολά»)

[ΕΤΥΜ. < από το όνομα του Κων/νου Γκαρμπολά (εκδότη, βιβλιοδέτη και βιβλιοπώλη) η οικία του οποίου μετατράπηκε στη φυλακή αυτή]

γκεζί (το)

η παρέα, η συντροφιά, η πιάτσα, το σινάφι.
Οι φράσεις «κάνω γκεζί» ή «πιάνω γκεζί» έχουν τη σημασία «κάνω παρέα, συντροφιά». Και «μπαίνω στο γκεζί» σημαίνει «μπαίνω στο επάγγελμα».
Λέξη (το «γκεζί») γνωστή και από τον Τσιφόρο.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μάγκα μου, περαστικά σου”, 1953
στ., μουσ.: Στ. Χρυσίνης
ερμην.: Καζαντζίδης, Ρ. Στάμου

"…χρόνια τραβιέσαι στο γκεζί
δεν πήξαν τα μυαλά σου…"

[ΕΤΥΜ. <τούρκ. gezi = εκδρομή, περιήγηση].

γκελ (επιφών.)

έλα.

Από το τραγούδι:
“Ο καϊξής” (1948)
Στ., μουσ.: Απ. Χατζηχρήστος
Ερμηνεία: Χατζηχρήστος, Βαμβακάρης, Στ. Χατζηδάκης

“… γκελ, γκελ, καϊξή…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Gel].

γκιαούρ Ισμίρ

Σμύρνη προδότρα, άπιστη, σύμφωνα με τους Τούρκους.
Οι Έλληνες, πάντως, καμάρωναν για το χαρακτηρισμό αυτό.

Ακούγεται στον αμανέ “Γκιαούρ Ισμίρ”

"…γκιαούρ Ισμίρ, πώς με ξελόγιασες
πώς στάθηκες προδότρα…"

[και γκιαούρης = άπιστος.
Οι Τούρκοι χαρακτήριζαν έτσι όσους δεν αλλαξοπίστησαν.
Η λέξη, γι’ αυτούς, σημαίνει “προδότης”.]

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. gavur].

γκιζερίζω, γκεζερίζω και γκεζεράω (ρ.)

τριγυρνώ, περπατώ και παρακολουθώ.

Ακούγεται στον αμανέ “Πρέπει να σκέφτεται κανείς”

"…τα καταράκτια του ντουνιά
τα’ χω γκεζερισμένα…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. gezinti = βόλτα].

γκιουζέλ

ωραίος, πανέμορφος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Τζεμιλέ” (1939)
Στ., μουσ.: Χιώτης
Ερμηνεία: Άλ. Παγώνης

"μα τον Αλλάχ, Τζεμιλέ μου,
είσαι γκιουζέλ, είσαι κουκλί…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. Güzel = όμορφος]

Γκιουλέκας (Γκιολέκας) (ο)

Αυτός που παριστάνει τον νταή, το σκληρό, τον παλληκαρά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Είμαι άντρας” (1952)
Στ. - μουσ. Σακελλάριος - Χατζηδάκις
Ερμηνεία: Αυλωνίτης

“…το Γκιουλέκα, τώρα, μη μου παρασταίνεις…”

[ΕΤΥΜ. < Από το όνομα του Ζεϊνέλ Γκιολέκα, Αλβανού οπλαρχηγού, ο οποίος, με αφορμή πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Σουλτάνου, ξεκίνησε επανάσταση μαζί με άλλους συμπατριώτες του εναντίον του. Από προδοσία όμως ηττήθηκε, βρήκε καταφύγιο στην Ελλάδα, αμνηστεύτηκε αργότερα και τελικά σκοτώθηκε σε εκστρατεία στο Μαυροβούνιο, το 1852.]

γκλάβα (η)

το κεφάλι.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Πέντε μάγκες” (1936)
Στ., μουσ.: Γ. Εϊτζιρίδης (Γιοβάν Τσαούς)
Ερμην.: Αντ. Καλυβόπουλος

"…Δύο τάλιρα τον δίνεις
τρία θα πληρώσουμε
αν η γκλάβα θα γεμίσει
θα σε προτιμήσουμε…".

[ΕΤΥΜ. < σλαβ. glava].

γκραν (επίρρ.)

πολυτελής, αυτός που αρμόζει σε επίσημες περιστάσεις.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Είσαι της νύχτας η γυναίκα”
Στ., μουσ.: Γερ. Κλουβάτου

“…ντυμένη γκραν μες στα βελούδα…”

[ΕΤΥΜ. < γαλ. Grand = μεγάλος, σπουδαίος].

Γούβα του Βάβουλα (η)

Παλιά λαϊκή συνοικία του Πειραιά, εκτεινόταν ανάμεσα στις λεωφόρους Δημοσθένους Ομηρίδου Σκυλίτση και Ηρώων Πολυτεχνείου και στις οδούς Ελ. Βενιζέλου και Πραξιτέλους.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Στου Βάβουλα τη γούβα” (1937)

"…μες στου Βάβουλα τη γούβα
τα 'μπλεξα με μια μικρούλα…"

[ΕΤΥΜ. <Από παραφθορά του ονόματος του οικιστή της περιοχής αυτής, Δημ. Βαβούλα, χιώτικης καταγωγής, έπαυλη του οποίου υπήρχε στην περιοχή αυτή μέχρι το 1980]

Γρίβας Θεόδωρος (ο)

(1797-1862), πολέμησε κατά την Επανάσταση του 1821 ως Χιλίαρχος στην αρχή στη Δυτική Ελλάδα, φθάνοντας και στον τίτλο του Στρατηγού, τίτλο που έφερε μέχρι το θάνατό του.
Ανυπότακτος και ασυγκράτητος συμμετείχε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, υπέρ του Συνταγματικού Πολιτεύματος και εναντίον του Όθωνα. Η δράση του στην εξέγερση της Βόνιτσας στις 4 Οκτώβρη 1862, έφερε τελικά την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα και ενώ ήταν έτοιμος να βαδίσει κατά της Αθήνας, να πολεμήσει και να διώξει τους Βαυαρούς και τους εναπομείναντες αυλικούς και να εγκαταστήσει δική του Κυβέρνηση τον φαρμάκωσαν.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς" , ανώνυμου δημιουργού.
Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης, 1936.
Το τραγούδι αυτό αφηγείται τη σύγκρουση με τον Όθωνα , τη διαταγή του τελευταίου να αφοπλιστεί και την περιφρόνηση του Γρίβα στη διαταγή αυτή.

"…Μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,
μας ήρθε κι ο χινόπωρος πικρός φαρμακωμέvος.
Μας ήρθε ο Φράγκος βασιλιάς, μας ήρθε Βαυαρέζος.
_Παίρνει και γράφει διαταγές σ’ όλα τα βιλαέτια, _
γράφει και μια ξεχωριστή του Θοδωράκη Γρίβα.
_- Γρίβα μ’, σε θέλει ο βασιλιάς, _
_- Τι να με θέλει ο κερατάς, _
_Τι να με θέλει ο Φράγκος; _
_Εάν με θέλει για καλό, _
να πάω με τ’ άλογό μου,
_κι αν με θέλει για κακό, _
να πάρω τ’ άρματά μου…"

Γυαλί Καφενές (ο)

Καταγώγιο γνωστό της εποχής.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η Κούλα” (1929)
Στ. - μουσ. : Κ. Μισαηλίδης
Ερμην.: Νταλγκάς

"…Μες στο Γυαλί τον Καφενέ, που γίναμε χαρμάνι,
την Κούλα πρωτογνώρισα και μου 'στειλε φιρμάνι…"

Δ

δαχτυλήθρες (οι)

παιχνίδι, στο οποίο έπρεπε να ποντάρεις και να βρεις σε ποια από τις τρεις (συνήθως) δαχτυλήθρες, που είχε μπροστά του ο “παπατζής”, μπορεί να βρισκόταν το στραγάλι, η φακή ή το ρεβύθι.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Παπατζής” (1934)
Στ., μουσ.: Β. Παπάζογλου
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"… έπαιζα και δαχτυλήθρες
μα συ μου ξηγιόσουν τρίχες…"

Δεμερτζής Κων/νος (ο)
(1876 – 1936). Πολιτικός, αρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων, καθηγητής της Νομικής, συνέβαλε στην αναθεώρηση του Συντάγματος του 1911. Μετά το θάνατο του Κονδύλη έγινε πρωθυπουργός το 1935, ιδιότητα όμως που διατήρησε πολύ λίγο, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του στις 13/4/1936.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Μάρκος υπουργός” (1935)
Στ. - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης

"…την πούλεψε κι ο Δεμερτζής
που θα ’ φερνε το τέλος…"

δερβέναγας (ο)

άνθρωπος με τυραννική συμπεριφορά που ασκεί αυθαίρετη και απόλυτη εξουσία, σατράπης. Κατά λέξη, ο αρχηγός των ένοπλων που φρουρούσαν τις διαβάσεις των βουνών.

Ακούγεται σε μερικά δημοτικοφανή τραγούδια της ανώνυμης περιόδου.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. derbent (στενό πέρασμα, φαράγγι, χαράδρα) και agasi (αγάς): “ο αγάς του δερβενίου”].

δερβίσης (και ντερβίσης) (ο), δερβίσαινα (και ντερβίσαινα) (η)

  1. Ο λεβέντης, ο περήφανος, η περήφανη
  2. Ονομασία μουσουλμάνου μοναχού που ζει σε ειδικά ασκητικά κέντρα, τους τεκέδες.
  3. Ο χρήστης χασίς, όπου "ντερβίσης"ή “δερβίσης”=χασισοπότης

Από το τραγούδι:
"Ντερβίσαινα" (1934)
Στ., μουσ.: Β. Παπάζογλου
Ερμηνεία: Αγγέλα Παπάζογλου

"όπου σταθώ κι όπου βρεθώ
ντερβίσαινα με λένε…"

δερβισόμαγκας (ο)

ο λεβέντης, ο μάγκας.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. derviş = φτωχός, αφοσιωμένος στο Θεό]

δεφτέρι (το)

το τετράδιο για λογαριασμούς ή σημειώσεις, το αρχείο δημόσιας αρχής, το κιτάπι, το κατάστιχο, το βιβλιαράκι, το σημειωματάριο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Η διπρόσωπη” (1972)
Στ., Ευτ. Παπαγιαννοπόυλου,
μουσ. και ερμην.: Αντ. Ρεπάνης

“…σβήσε με, κυρά μου, απ’ τα δεφτέρια σου…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tefter, defter < αραβ. Diftar.
Κατά μίαν άποψη από το αρχαιοελληνικό διφθέρα = δέρμα, περγαμηνή].

δραγουμάνος (ο)

O διερμηνέας, ο μεταφραστής: άτομο συνήθως μη τουρκικής καταγωγής που υπηρετούσε στην αυλή του Σουλτάνου.

Από το τραγούδι:
“Ο Τσάμικος”
Στ.: Γκάτσος
Μουσ.: Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Μ. Μητσιάς

_"…κριτής κι αφέντης ειν’ ο Θεός _
και δραγουμάνος του ο Λαός…"

[ΕΤΥΜ. < βενετ. dragomano < αραβ. tarjuman= διερμηνέας].

Δραπετσώνα (η)

Δήμος της Αττικής, στη Νομαρχία Πειραιά, απέναντι από τη νησίδα Ψυττάλεια.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκαν εκεί πολλοί πρόσφυγες σε ξύλινες παράγκες, οι οποίες διατηρήθηκαν μέχρι και το 1968, οπότε αντικαταστάθηκαν από τις προσφυγικές πολυκατοικίες.

Ακούγεται σε αρκετά λαϊκά τραγούδια, π.χ.:
"Κάτω κει στη Δραπετσώνα" (1940)
Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

«Δραπετσώνα» (1960)
Στ,: Λειβαδίτης, μουσ.: Θεοδωράκης
Ερμην.: Μπιθικώτσης

«…στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή…»

[ΕΤΥΜ. < πιθανόν από τη ρεματιά Ντράπε Τσώνα που έδωσαν στην περιοχή αρβανιτόφωνοι ναυτικοί της Σαλαμίνας (αρβαν. Drape = ρέμα + Τσώνης : επώνυμο ντόπιου κτηματία].

Ε

“έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε”

Η φράση λέγεται για τον καταφερτζή, τον επιτήδειο, αυτόν που έχει τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει σε όλα τα δύσκολα, να επιτύχει τα ανέφικτα.

Ακούγεται στο τραγούδι “Ο Υμνούμενος” (1929)
Στιχ., μουσ., ερμην.: Π. Κυριακός

"… και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε…»

εϊ γκιουλέ ολσούν

Φράση που σημαίνει «σε καλό να βγει».

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Σεράχ” (1951)
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Μ. Νίνου

"κι όλες λεν Αλλάχ, Αλλάχ,
έι, γκιουλέ, ολσούν…"

ειρκτή (η)

  1. Η φυλακή, κάθε τόπος καταδίκης ή ακούσιας κράτησης.
  2. Κάθε χώρος στον οποίο καταλήγει κανείς χωρίς να μπορεί να ξεφύγει.
  3. Επίσης, κάθε ποινή στέρησης της προσωπικής ελευθερίας για χρονικό διάστημα 5 έως 20 ετών, η κάθειρξη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο καϋμός της φυλακής”, (1933)
Στ.: Κ. Μακρής
Μουσ.: Γ. Καμβύσης
Ερμην.: Γ. Καμβύσης

"…μα οι ένορκοι με δίκασαν ειρκτή
χρονάκια δέκα…"

[ΕΤΥΜ. < είργω = περικλείω, φράζω].

εσμέρ σεκερίμ

φράση που σημαίνει «μελαχρινή (μου) γλύκα»

Ακούγεται στο τραγούδι: “Καραμπιμπερίμ” (1952)
Στίχ., μουσ.: Παπαϊωάννου
Ερμην.: Στ. Χασκίλ, Αθ. Ευγενικός. Γ. Ταμπάκης

Εφηβείον Αβέρωφ (το)
Ειδική φυλακή-σχολή για εφήβους κρατουμένους που εγκαινιάστηκε το 1896 και βρισκόταν στη Λ. Αλεξάνδρας, στο σημείο όπου στεγάζεται σήμερα ο Άρειος Πάγος.
Οι νεαροί κρατούμενοι παρακολουθούσαν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και μάθαιναν παράλληλα κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα.
Από το 1916 και μετά, μέρος του Εφηβείου μετατρέπεται σε φυλακή πολιτικών και στρατιωτικών κρατουμένων, οπότε αρχίζει να εγκαταλείπεται ο τίτλος αυτός και να ονομάζονται Φυλακές Αβέρωφ. Από το 1945 και μετά οι φυλακές «φιλοξενούν» αποκλειστικά πολιτικούς κρατουμένους. Οι φυλακές θα λειτουργήσουν έως το 1971 και θα κατεδαφιστούν το 1972.

Ακούγεται στο τραγούδι «Να ‘χα μάνα να με δει» (1931)
Στίχ.:Γιαννουκάκη, μουσ.: Καμβύση
Ερμην.: Κυριακός

"…ξηγήθηκα σπαθί σε όλο μου τον βίο
εις του Αβέρωφ έκανα το Εφηβείο…"

έχω κρεμάσει την κάπα μου.

Φράση που σημαίνει «έχω αποφασίσει ότι δεν το έχω σε τίποτα να ξαναγυρίσω οποτεδήποτε πίσω στη φυλακή».

Ακούγεται στα τραγούδια:
«Με πιάνουνε ζαλάδες» Α. Κωστής (Μπέζος)

«…την κάπα μου την κρέμασα, ρε σπλάχνο, στη στρατώνα
και όποιος πει για σένανε θα τόνε φάει το χώμα…»

και «Ο Νίκος ο τρελάκιας» (1936)
Στίχ.: Ν. Μάθεσης, μουσ. και ερμην.: Α. Δελιάς

«Την κάπα του την κρέμασε εδώ και λίγα χρόνια
γι’ αυτό και τόνε βγάλανε Τρελάκια τα κορόιδα».

Ζ

ζαπιές (και ζαπτιές) (ο)

ο χωροφύλακας ή ο αστυνομικός του παλιού τουρκικού κράτους.

Ακούγεται σε τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας:

_"…Κανταρτζή - Γιάννης γυρίζει μες στο Φργκομαχαλά _
οι ζαπτιέδες τόνε βλέπαν, τρέμουνε, δεν του μιλάν…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. zaptiye].

ζαράρι (το)

η εσκεμμένη ζημιά, το κακό, η χασούρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:"Το φλυτζάνι του Γιάννη" (1934)
Στίχ., μουσ.: Χρυσαφάκης
Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ

_"…Γιάννη, άλλαξε τα ζάρια, _
να μην έχομε ζαράρια…"

[ΕΤΥΜ. < Zarar (και hasar) = ζημιά, βλάβη, πλήγμα, στραπάτσο, χουνέρι, απώλεια, χάσιμο, χασούρα].

ζαργάνα (η)

  1. Μεταφορικά, η λεπτή, λυγερή και ευκίνητη γυναίκα
  2. Κυριολεκτικά, είδος ψαριού με στενό και μακρύ ρύγχος, με μήκος 40-80 εκατοστά και νόστιμο κρέας.

[ΕΤΥΜ. < μεσαιων. ζαργάνη < πιθανόν, αρχ. σαργάνη].

ζοριλίκι (το)

Νταηλίκι, μαγκιά, τσαμπουκάς, εκδήλωση αποφασιστικότητας.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Πρέπει να ξέρεις μηχανή" (1934)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

“…να ’ σαι κουρνάζος κι έξυπνος κι όλο με ζοριλίκι…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Zorluk].

Ζορμπάς (ο)

Γενναίο παλλικάρι (που έρχεται σε σύγκρουση με τα αφεντικά, παίρνει τα όπλα του και ανεβαίνει στα βουνά), περήφανος, ανυπότακτος, ανεξάρτητος, εκδικητής, αντάρτης.
Ομάδες Τούρκων που συγκρούονταν με την εξουσία, για να αποφύγουν την καταδίωξη, έπαιρναν τα βουνά και ονομάζονταν Ζορμπάδες. Οι Ζορμπάδες ήταν ο πονοκέφαλος της τουρκικής εξουσίας, παράγοντας αταξίας και ανησυχίας.
[Ζορμπαλίκι oνομαζόταν ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής, κάτι σαν λαϊκό αντάρτικο. Μάλιστα στη συνείδηση των Τούρκων ταυτίζονταν με τους κλέφτες.]

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Zorba: 1. τύραννος, δεσπότης, καταπιεστής, δυνάστης, σατράπης
2. τραμπούκος.
3. βίαιος, δεσποτικός, καταπιεστικός, σατραπικός].

ζούλα (η)

  1. Στα κρυφά, σε μια στιγμή εφησυχασμού, χαλάρωσης των άλλων.
  2. Καταφύγιο, κρυψώνας.

Ακούγεται στα τραγούδια:
"…Πέντε μάγκες στον Περαία
ζούλα κάνανε παρέα…"

"…Τη ζούλα μου ανακάλυψαν
και δεν θα μαστουριάσω…"

[ΕΤΥΜ. <ζουλώ]

Η

Θ

Ι

ικιτέλι (το)

ο δίχορδος ταμπουράς.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Αλανιάρα μερακλού” (1930)
Συνθ.: Μιχαηλίδης
Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ

_"…και χορεύω τσιφτετέλι, _
αχ, αμάν, αμάν, ικιτέλι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. iki ( = δύο) + tel (= σύρμα, χορδή)]

Ιτζεδίν (το)

φρούριο που χτίστηκε το 1872 στο Καλάμι, στον κόλπο της Σούδας, του Νομού Χανίων, από το διοικητή της Κρήτης Ρεούφ Πασά.
Επί Κρητικής Πολιτείας, το 1902, μετατρέπεται σε εγκληματική φυλακή.
Εκτός από ποινικούς, «φιλοξένησε» διαχρονικά και πολιτικούς κρατουμένους, έως το 1964. Η φυλακή λειτούργησε έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οπότε και έκλεισε.

Ακούγεται στο τραγούδι «Να ‘χα μάνα να με δει» (1931)
Στίχ.: Γιαννουκάκη, μουσ.: Καμβύση
Ερμην.: Κυριακός.

_"…μα για να πάρω και ανώτερο βιβλίο _
έχω σπουδάσει στα κελιά του Ιτζεδίν…"

Κ

καβουρμάς (ο)

  1. Το τσιγαρισμένο κρέας που φτιάχνεται με κρεμμύδι και βούτυρο.
  2. Κρέας που έχει καβουρντιστεί και φυλάσσεται σε λίπος, μέχρι να χρησιμοποιηθεί.
  3. Σε μερικές περιπτώσεις καβουρμάς λέγεται και το ξεροψημένο, τραγανό, κουλούρι.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Καλαμαριά”
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.Γρ. Σουρμαΐδης.
Ερμην.: Ρ. Κουμιώτη.

"…Φωτιές πετάει ο γκασμάς
και στήνει μαχαλάδες,
μυρίζει πάλι ο καβουρμάς
να ζήσετε, κυράδες…"

[ ΕΤΥΜ. < τουρκ. kavurma, ρήμα: kavurmak ( kavurdum, στον αόρ. < καβουρδίζω)]

καζαντίζω, καζάντι, καζάντια

προκόβω, βγάζω λεφτά, κερδίζω, κάνω περιουσία.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Και ο μήνας έχει εννιά” (1958)
Στ.: Γ. Τζαβέλας, μουσ.:Μ. Σουγιούλ
Ερμην.: Μ. Νίνου

"…μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την γλεντήσουμε
τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kazandim, αορ. του ρ. kazanmak].

καλέ (η)

η γκόμενα, η φιλενάδα, η ερωμένη.

Ακούγεται στο τραγούδι «Η χασικλού» (1930)
Στιχ., μουσ.: Τούντας
Ερμην/: Ρόζα Εσκενάυ

«Θα’ σαι ντερβίσης μου εσύ κι εγώ θα 'μαι καλέ σου
και θα σ΄ ανάβω μάγκα μου εγώ τον αργιλέ σου».

κασέλι (το)

το φορητό κιβώτιο που χρησιμοποιούν οι λούστροι για τη μεταφορά των εργαλείων τους.

Ακούγεται στο τραγούδι:“Ο Μάρκος ο πολυτεχνίτης” (1937)
Στ., μουσ.: Περιστέρης
Ερμηνεία: Βαμβακάρης, Καρύβαλη

“…Το βράδυ το κασέλι μου το τσάκωνα στα χέρια…”

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. cassa, cassela]

καλάμι (το)

Το μαρκούτσι που χρησιμοποιούσαν σε αυτοσχέδιους ναργιλέδες.

καλαμπαλίκι (το)

ο θόρυβος που προκαλείται από συγκεντρωμένο πλήθος, η οχλαγωγία, η χάβρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Μικρός αρραβωνιάστηκα” (1937)
Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"…στο γάμο, μάγκα, να΄σουνα, να δεις καλαμπαλίκι
σα να΄ μουνα υπόδικος και περιμένω δίκη…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kalabalik= πλήθος].

καλάρω (ρ.)

  1. (για αλιευτικά σκάφη): ρίχνω το σάκο, το ειδικό δηλαδή δίχτυ της τράτας στη θάλασσα, για ψάρεμα.
    “Καλάδα” λέγεται το μέρος που σύρεται - τραβιέται το δίχτυ.
  2. Η φράση “καλάρω νερά” έχει τη σημασία “μπάζω νερά”

Από το τραγούδι:
“Ψαροπούλα” (1946)
Στ., μουσ.: Παπαϊωάννου
Ερμηνεία:Στ. Περπινιάδης, Οδ. Μοσχονάς

"…όλοι καλάρουνε
μα δεν βγάζουν ψάρια…"

[ΕΤΥΜ. Αντιδάν. <λατιν. calare < αρχ. χαλώ
(στην κυριολεξία, “αφήνω να πέσει”, πρβλ. Κατά Λουκ. ε’ 1-11: «επί δε τω ρήματί σου χαλάσω τα δίκτυα», όπου “χαλάω τα δίκτυα”=“ρίχνω τα δίχτυα”]

καλντερίμι (το)

  1. Λιθόστρωτος δρόμος, στρωμένος με κατεργασμένες πέτρες ή πλάκες.
  2. Μεταφορικά, η προσπάθεια της πόρνης να εξασφαλίσει πελάτη, στο δρόμο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Κόκκινα φανάρια”
Στ.: Α. Γαλανός
Μουσ.: Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Πόλυ Πάνου

"…Του λιμανιού το καλντερίμι όσοι δε ζήσαν,
να που δεν ξέρουν τι 'ναι πόνος και καημός…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kaldιrιm].

καλούμπα (η)

ο σπάγγος του χαρταετού, που είναι τυλιγμένος σε ένα κυλινδρικό κομμάτι ξύλου.
Το “αμόλα καλούμπα” ως προτροπή σε κάποιον (που πετάει αετό), αλλά και για να παρακινήσουμε κάποιον να συνεχίσει κάτι που άρχισε.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στην Αμφιάλη” (1983)
Στ.: Ν. Γκάτσος
Μουσ.: Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Μπίνης, Τσίγγος, Ματζόπουλος, Μαραγκόπουλος

_"…Άλλη μια βραδιά στην Τρούμπα, _
αμολήσανε καλούμπα…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. ή βεν. caloma, caluma = επιβράδυνση του καραβιού με δέσιμο σκοινιού < υστ λατ. calauma < chalagma]

κάμα (και καμίτσα) (η)

δίκοπο μαχαίρι, αιχμηρό.

Ακούγεται στο αδέσποτο ρεμπέτικο τραγούδι “Το κουτσαβάκι” (1906)
σε ερμηνεία του Γ. Ψαμαθιανού

_"…Αν είσαι κουτσαβάκι, _
πού΄ναι η καμίτσα σου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kama]

καναβούρι, καναβουριά

το χασίσι.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Βάλτε μου δυο καναβουριές”
Στίχ, μουσ.: Ροβερτάκης
Ερμην.: Νικολαΐδης

"…βάλτε μου δυο καναβουριές
να κάνουν καναβούρια…"

καντίνι (το)

Η φράση «στο καντίνι» σημαίνει «άψογα», «στην τρίχα».
Έκφραση που προήλθε από το καντίνι του μπουζουκιού, την πιο υψίφωνη δηλαδή χορδή του, που συνήθως κουρδίζεται πρώτη από τις άλλες.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Απόψε κάνεις μπαμ” (1952)
Στ. -μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Νίνου.

"…κουρντίστηκες κυρά μου
στην πένα, στο καντίνι…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. cantinι].

κάνω ντου

έκφραση που σημαίνει:

  1. εισβάλλω σε κλειστό χώρο
  2. αιφνιδιάζω με την παρουσία μου
  3. ορμάω.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Θα κάνω ντου, βρε πονηρή” (1954)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Μπίνης, Νίνου

"…θα κάνω ντου, βρε πονηρή,
στα στέκια που αράζεις…"

κάνω την κυρία

έκφραση που σημαίνει «προσποιούμαι τον ανήξερο».

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Οι Λαχανάδες” (1934)
στ., μουσσ.: Παπάζογλου
ερμηνεία: Παπάζογλου, Εσκενάζυ

"…κάτω στα Λεμονάδικα έγινε φασαρία
δυο λαχανάδες πιάσανε
που κάναν την κυρία…"

κάπελας (ο)

ο ταβερνιάρης.

Ακούγεται σε αρκετά τραγούδια, όπως στο “Κάπελα καταραμένε” (1959)
Στιχ, μουσ. : Μαρίνος Γαβριήλ (Μαρινάκης)
Ερμην.: Παγιουμτζής

"…κάπελα καταραμένε, μη νερώνεις το καλό
γιατί με το νερωμένο δε ζαλίζω το μυαλό…"

[ΕΤΥΜ. < αρχ. κάπηλος, αρχική σημασία: “μικρέμπορος”, “οινοπώλης”, από όπου και το “καπηλειό”.
Αργότερα πήρε τη σημασία του αδίστακτου εκμεταλλευτή κ.λ.π.]

Καπετανάκης Ιωάννης

Oνομαστός για τη σκληρότητά του διευθυντής των φυλακών της Παλαιάς Στρατώνας, στο Μοναστηράκι, επί της εποχής του Βενιζέλου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη”
(από αδέσποτους στίχους της δημοτικής μας παράδοσης και της ρεμπέτικης στιχουργίας)

Μια από τις γνωστότερες εκτελέσεις του τραγουδιού δισκογραφήθηκε στο όνομα των : Π. Μιχαλόπουλου - Λ. Μπουρνέλλη και σε ερμην.: Π. Μιχαλόπουλου.

Καραβάς (ο)

Τοπωνύμιο που απαντά σε πολλές περιοχές.
Ο Χρυσίνης το αναφέρει για τον ομώνυμο παραδοσιακό οικισμό στα Κύθηρα,
στο τραγούδι: "Στον ποταμό τα ρούχα μου" (1937)
Στ., μουσ: Χρυσίνης
Ερμην.: Ρ. Αμπατζή.

"…Στον Ποταμό τα ρούχα μου
στη Χώρα τ’ άρματά μου
και στον ωραίο Καραβά
η αγαπητικιά μου…"

καρακόλι (το)

ο χωροφύλακας, το αστυνομικό τμήμα

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ., μουσ.:Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…Είχε σκοτώσει τζαντερμά
όταν περνούσε κατσιρμά
μπροστά απ’ το καρακόλι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. karakolι < βεν. caraguol].

καραμπιπερίμ

το μαύρο πιπέρι.

Ακούγεται στο ομώνυμο τραγούδι του Γ. Παπαϊωάννου,
“Καραμπιμπερίμ” (1952)
στίχ., μουσ.: Παπαϊωάννου
ερμην.: Στ. Χασκήλ - Θ. Ευγενικός - Γ. Ταμπάκης

Καραμπουρνάκι (ή Μικρό Καραμπουρνού ή Μικρό Έμβολο) (το)

ακρωτήριο που βρίσκεται στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όπου βρισκόταν η αρχαία Θέρμη του 7ου π.Χ. αιώνα και το βυζαντινό λιμάνι Κελλάριον, αργότερα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μπαξέ τσιφλίκι” (1946)
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.

"…Πάμε τσάρκα πέρα στο Καραμπουρνάκι…"

καράρι (το)

η κανονική ποσότητα, η σωστή δόση και αναλογία, το ταιριαστό, το πρέπον, το κανονικό.
Όταν πρόκειται για ρούχα, η έννοια είναι «το ταιριαστό νούμερο».

Ακούγεται στο παραδοσιακό Σμύρνης “Τι σε μέλλει εσένανε” ή “Το σαλβάρι”
Με ερμηνεύτρια το Ρόζα Εσκενάζυ

"…Τι σε μέλλει εσένανε το σαλβάρι μου
για στενό μου, για φαρδύ μου, για καράρι μου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. karar=απόφαση]

Καρδάρας Στέλιος (ο)

Πατριώτης, συνελήφθη στον Αϊ-Γιάννη το Ρέντη από τους γερμανοτσολιάδες και σκοτώθηκε στον Άγιο Διονύση, στον Πειραιά, το '43, σε ηλικία 19 χρονών. Τον έκλαψε όλη η Κοκκινιά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στέλιος Καρδάρας” (1944)
Στ. - μουσ.: Μ. Γενίτσαρης

"…άδικα τον σκοτώσανε σαν να ’ τανε κατάρα
το πιο καλύτερο παιδί, το Στέλιο τον Καρδάρα…"

Κάρμεν (η)

Κινηματογραφική ταινία του 1938, σε μουσική του Ισπανού συνθέτη Μostozo που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και στην οποία πρωταγωνιστούσε η τραγουδίστρια Ιμπέριο Αρζεντίνα, στο ρόλο της “Κάρμεν”.
Διεθνές σουξέ της Ιμπέριο Αρζεντίνα έγινε το τραγούδι «Αντώνιο Βάργκας Χερέδια» από αυτή την ταινία.
Ένα χρόνο μετά, το ΄39, γράφτηκε το τραγούδι “Ο Αντώνης ο βαρκάρης” επηρεασμένο από την επιτυχία αυτή.
Ο Mostozo ζητούσε πνευματικά δικαιώματα και έτρεχε τους συντελεστές του τραγουδιού αυτού στα δικαστήρια, αλλά την υπόθεση δεν την κέρδισε, τελικά.
Μάλιστα, οι Περιστέρης και Μάτσας πρωτοτύπησαν στην εκδοχή του Antonio, με το τραγούδι “Η Κάρμεν στην Αθήνα”, έτσι που να μη μπορεί να τους πει τίποτε κανένας Ισπανός, μια και η Κάρμεν - σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή - έρχεται στην Αθήνα για να πάρει την κληρονομιά του νεκρού ταυρομάχου Antonio, αλλά …συναντά μπροστά της ολοζώντανο τον Αντώνη το βαρκάρη, ο οποίος της ομολογεί πως έκανε το ψευτοθύμα…

Ακούγεται στα τραγούδια: “Ο Αντώνης ο βαρκάρης”, 1939
Στ., μουσ.: Περιστέρης
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

και “Η Κάρμεν στην Αθήνα”, 1939
Στ., μουσ: Περιστέρης
Ερμην.: Βαμβακάρης, Παγιουμτζής.

Κάρντιφ (το)

Πρωτεύουσα της Ουαλίας και η μεγαλύτερη πόλη της.
Βρίσκεται στα νότια της χώρας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Θερμαστής”, 1934
Στ., μουσ., ερμην: Γ. Μπάτης.

_"…Κάργα ρασκέτα ωχ! και λοστό _
_τον Μπέη να περάσω _
_και μες στου Κάρντιφ τα νερά _
εκεί να πα ν’ αράξω…"

Καρούζο Ενρίκο (ο)

Διάσημος Ιταλός τενόρος, (1873-1921).

Ακούγεται στο τραγούδι “Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια” (1936)
Στίχ., μουσ., ερμην.: Μ. Βαμβακάρης

ως προσφώνηση του Ρούκουνα στο Μάρκο:
“…γεια σου, Μάρκο μου, Καρούζο…”

καρτούτσο (το)

δοχείο κρασιού που χωράει ποσότητα ίση με το 1/4 του κιλού.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Μονά ζυγά τα χάνουμε”(1973)
Στ.: Γ. Καλαμαριώτη
Μουσ.: Γ. Μητσάκη
Ερμηνεία: Ρ. Κουμιώτη

"…Σ’ ένα στενό στην Κοκκινιά
στενάζει η φτωχογειτονιά
καρτούτσο ξεροσφύρι…"

[ΕΤΥΜ. < πιθανόν από το ιταλ. quartuccio < λατιν. quartum = τέταρτο].

καρφωτής, καρφωτήδες (πληθ.)

οι προδότες, οι ρουφιάνοι.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Επιάσανε το Μπάτη» (1936)
Στ, μουσ. : Ροβερτάκη
Ερμην.: Κάβουρας

_"…με φιλντισένιο μπαγλαμά με λάμες και με ζάρια _
θα πω στους καρφωτήδες μου σαν θα βγω, τι χαμπάρια…"

κασαβέτι (το)

η λύπη, η στενοχώρια.

Ακούγεται στο τραγούδι «Σαν πουλί πετώ» (1983)
Στ., μουσ.: Αχιλ. Μαντζίρης
Ερμην.: Ανφάν Γκατέ Ρεμπέτες

_"… κι έτσι φεύγουνε τα ντέρτια _
κι όλα τα κασαβέτια…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. λ. kasavet = θλίψη]

κασαδόρος (ο)

ο διαρρήκτης χρηματοκιβωτίου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο Νικοκλάκιας” (1933)
Στ: Β. Παπάζογλου
Μουσ.: Β. Παπάζογλου
Ερμην.: Αγ. Ιακωβίδης

«….λένε πως ο Νικοκλάκιας
πριν να γίνει κοχλαράκιας
ήτανε κι αυτός μαγγιόρος
τουφατζής και κασαδόρος…»

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. cassa].

κασκαρίκα (και χασκαρίκα) (η)

το χουνέρι, το πάθημα, η γελοιοποίηση, το καψόνι, το κόλπο.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Εκατό τοις εκατό” (1950)
Στίχ.: Ν. Ρούτσου, μουσικ.: Ι.Τατασόπουλου
Ερμην.: Περπινιάδης - Χασκίλ.

«…Κι αν αλλού ζητήσεις γλύκες
και μου κάνεις κασκαρίκες…»

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kaskariko <ιταλ. cascare=πέφτω < λατιν. casus =πτώση]

κασμάς (και γκασμάς) (ο)

εργαλείο για σκάψιμο σε σκληρό έδαφος, με ξύλινο στέλεχος και σιδερένια κεφαλή, η ο οποία έχει μια τρύπα στη μέση, όπου μπαίνει το στέλεχος, και της οποίας το ένα άκρο είναι αιχμηρό και το άλλο πλατύ.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Καλαμαριά”
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Γρ. Σουρμαΐδης.
Ερμην.: Ρ. Κουμιώτη.

"…Φωτιές πετάει ο γκασμάς
και στήνει μαχαλάδες…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kazma].

κασόμπρα (η)

η τιποτένια, η άσχημη, η χαμηλής νοημοσύνης, η κακοντυμένη και με κακούς τρόπους γυναίκα.

Ακούγεται στο τραγούδι: " Τουμπελέκι -τουμπελέκι" (1931).
Στ., μουσ. και ερμην. : Κ. Μπέζος

_"…Βρε, ποια κυρία, ποια κουρέλω, _
βρε ποια κασόμπρα του συρμού…"

Καστιγκάρι (το)

το διαβόητο «Καστλ Γκάρντεν» (Castle Garden - - εξελληνισμένο και με παραφθορά), κτηριακό συγκρότημα στο Έλις Άϊλαντ, νησάκι στην είσοδο του λιμανιού της Νέας Υόρκης.
Εκεί ήταν το σημείο υποδοχής και ταυτόχρονα λοιμοκαθαρτήριο για τους μετανάστες μας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπαρμπα-Γιώργος στο Καστιγκάρι”, 1927

καταπινάρι (το)

ο φάρυγγας, μέσω του οποίου η τροφή κατεβαίνει στο στομάχι.
Κατ’ επέκταση, το λαρύγγι, οι φωνητικές ικανότητες ενός ανθρώπου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ντερμπεντέρισσα” (1935)
Στ.: Μ. Τσάμα - μουσ.: Μ. Θεοδώρου
Ερμην.: Γ. Μηττάκη

“…Γεια σου, Γεωργία, να χαρώ το καταπινάρι σου…”

[ΕΤΥΜ. < από το ρ. καταπίνω < καταπιόνας < καταπινάρι]

κατσαμάκια (τα)

τα καμώματα, τα νάζια, οι υπεκφυγές, οι προφάσεις.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η Κούλα” (1929)
Στ. - μουσ. : Κ. Μισαηλίδης
Ερμην.: Νταλγκάς.

"…Άχου ρε Κούλα, χασικλού, άσε τα κατσαμάκια
τρέξε κοντά μου γρήγορα και δωσ’ μου δυο φιλάκια…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ.: kacamak = υπεκφυγή, νάζι]

κατσάρι (το), (κατσάρια, πληθ.)

τα παλιά παπούτσια που χρησιμοποιούνταν αντί για παντόφλες, οι πλαστικές σαγιονάρες.
Αλλά, και τα παπούτσια τα κομμένα με το σουγιά για να αντικαταστήσουν τις παντόφλες (σύμφωνα με τον Πικρό)

Ακούγεται στο τραγούδι: “Καλαμαριά”
Στ.: Γ. Καλαμαριώτης
Μουσ.: Γρ. Σουρμαΐδης
Ερμην:Ρ. Κουμιώτη

"…στο χιόνι λάσπη και βροχή
το τρύπιο μας κατσάρι…"

[ΕΤΥΜ. < ίσως από το “κατσός” = ζαρωμένος, επειδή ήταν ζαρωμένα, μισοχαλασμένα]

κατσιβέλα (η)

η γύφτισσα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Κατσιβέλα” (1948)
Στίχ., μουσ.: Γ. Μητσάκης
ερμην.: Σ. Μπέλλου - Στ. Περπινιάδης

"…όμορφή μου κατσιβέλα
στο τσαντήρι σου μην πας…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. cattivelo=σκλάβος, δυστυχής]

κατσιρμάς (ο)

  1. Το λαθρεμπόριο.
  2. Τα καπνά που τα μετέφεραν λαθραία, τότε που υπήρχε κρατικό μονοπώλιο στον καπνό.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ. - μουσ.: Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμην.: Μιχ. Ζαμπέτας

_"…είχε σκοτώσει τσαντιρμά _
_όταν περνούσε κατσιρμά _
μπροστά από καρακόλι…"

[ΕΤΥΜ. < από την τουρκική λέξη kahirma=λαθρεμπόριο]

καψούρης (ο), καψούρα (η)

ο ερωτευμένος με πάθος και συνήθως χωρίς ανταπόκριση, ο παθιασμένος με κάτι.

κελεπτσές (ο)

οι χειροπέδες.

Ακούγεται σε παλιό αδέσποτο της φυλακής, με θέμα το δεσμοφύλακα Καπετανάκη ή σε παραλλαγή του τραγουδιού “Δεν ξανακάνω φυλακή”

_«…Τα χέρια μου στον κελεπτσέ _
κι ο νους μου στην αγάπη
άτιμε Καπετανάκη…»

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kelepce].

κεμέρι (το)

η ζώνη, η πόρπη, αλλά και το κομπόδεμα, το πορτοφόλι, τα αποταμιευμένα χρήματα.
Μια λέξη που μνημονεύεται από τον Κολοκοτρώνη, όπως επίσης και από τον Καρκαβίτσα.

Ακούγεται στα τραγούδια: “Κεμάλ” (1960)
Στίχ. Ν. Γκάτσος, μουσ.: Χατζιδάκις, ερμην.: Αλ. Καγιαλόγλου

" …Στης Ανατολής τα μέρη
μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι,
μουχλιασμένο το νερό…"

Και στο «Ήμουνα μόρτης μια φορά» (1928)
του Δ. Ζάττα, με ερμηνευτή το Γ. Ιωαννίδη

"…Αν τύχει δε καμιά φορά
_και δίνω το κεμέρι _
_θα τρέξουν όλες για παρά, _
λουτρό και στον μπαρμπέρη…"

[<τουρκ. kemer <kamar στα αραβικά]

κεμετζές (ο)

η ποντιακή λύρα.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kemence < περσ. keman “δοξάρι”].

Κένταυροι (οι)

Ήταν το όνομα της 131ης μεραρχίας αρμάτων του Ιταλικού στρατού, που ήταν ενισχυμένη σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων και είχε την υποστήριξη από βαρύ πυροβολικό και αεροπορικές δυνάμεις. Παρά την υπεροχή πυρός που είχαν οι Ιταλοί Κένταυροι όμως, γνώρισαν την ήττα από τους Έλληνες στις μάχες που έγιναν στο Καλπάκι, τις πρώτες μέρες της ιταλικής εισβολής στην Αλβανία. Στο Καλπάκι πρωτακούστηκε και η περίφημη πολεμική ιαχή “αέρα” των Ελλήνων φαντάρων.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Τους Κενταύρους δε φοβάμαι” (1940)
Στ.: Δ. Αρμπατζόγλου
Μουσ. και ερμηνεία: Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

"…αγκαλιά μ’ αυτή κοιμάμαι
τους Κενταύρους δε φοβάμαι…"

Κεπούρα Ζαν (ο)

Διάσημος βαθύφωνος της Σκάλας Mιλάνου.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί” (1935)
Στ., μουσ και ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…κι ο Ζαν Κεπούρα στη γωνιά
θα παίζει το μπουζούκι…"

κερχανάς (ο)

το μπορντέλο (σε νεότερα κείμενα)
Σε παλιότερα κείμενα, όμως, το συναντάμε με την έννοια “εργαστήρι”, “φάμπρικα”.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…Και την παράλλη την αυγή
Βγάζει η Τουρκιά διαταγή
ο κερχανάς να κλείσει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kerhane < περσ, kârhane. (Kâr, περσ. = το έργο, το κέρδος, hane = κτήριο)]

κεσάτι (το) (κεσάτια, πληθ.)

η αναδουλειά, η πτώση της εμπορικής κίνησης και δραστηριότητας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το λεξικό του μάγκα” (1932)
με ερμηνευτή τον Π. Κυριακό

"… κεσάτια μωρέ βλάμη…

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kesat]

κιμπάρης (ο)

άνθρωπος με φυσική ευγένεια, γενναιόδωρος, ντόμπρος και αξιοπρεπής. Επίσης, αυτός που είναι ντυμένος με ρούχα ακριβά, κομψά και διακριτικά.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μάγκας ξεχωρίζει από το πρόσωπο”
Στίχ., μουσ.: Στ. Κιουπρούλης
Ερμην.: Μαριώ

_"… Μάγκας θα πει κιμπάρης _
μάγκας θα πει σωστός…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kibar].

Κιόρογλου (ο)

  1. Όνομα του Καππαδόκη ήρωα της μεγαλύτερης τουρκικής εποποιΐας “Κιόρογλου Ντεστανή” και σημαίνει “ο γιος του τυφλού”.
  2. Σε ένα δεύτερο επίπεδο “ο γιος του άπιστου”, του κιαφίρ, του γκιαούρη, δηλαδή του άπιστου χριστιανού που παντρεύτηκε μια μουσουλμάνα (κάτι ανάλογο με το Διγενή Ακρίτα, Καππαδόκη ήρωα της δικής μας εποποιΐας, γιο ενός μουσουλμάνου που παντρεύτηκε μια χριστιανή).

Ο Κιόρογλου ήταν ένας λαϊκός ληστής, ένας επαναστάτης που σε όλη του τη ζωή πάλεψε ενάντια στους Οθωμανούς τοπάρχες, στο Σουλτάνο και στις αυθαιρεσίες τους. Το ίδιο όμως και ο Διγενής Ακρίτας: σύμμαχος με όσους στήριξαν τη φιλολαϊκή πολιτική των Ισαύρων, υπέρ της απελευθέρωσης των δουλοπάροικων, υπέρ του αντι-φεουδαρχικού συστήματος του Βυζαντίου κ.λ.π. Και οι δυο τους φέρουν με περηφάνια τα προσωνύμια της διπλής θρησκευτικής καταγωγής τους… Φαίνεται μάλλον πως και οι δυο τους είναι ένας και ο αυτός ήρωας και πως ο Κιόρογλου είναι μετεξέλιξη του Διγενή. Το τραγούδι του Κιόρογλου χορεύεται κιόλας, στην Τουρκία έχει “δημιουργηθεί” και χορός με αυτό το όνομα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Το σαλβάρι του Κιόρογλου” (1932)
Στ., μουσ.: Στ. Παντελίδης
Ερμηνεία: Μαρίκα Πολίτισσα

"…Παίξτε μου, για να χορέψω, παίξτε βρε βιολιά
αμάν, παίξτε τα βιολιά
Κιόρογλου για να χορέψω παίξτε βρε παιδιά
παίξτε τα, παιδιά…"

κισμέτ (το)

η μοίρα, το πεπρωμένο, ως αναφορά στη μουσουλμανική κοσμοθεωρία και στην ανατολίτικη μοιρολατρία.

Ακούγεται στο τραγούδι: " Ήταν κισμέτ" (1948)
Στ., μουσ.: Καλφόπουλος
Ερμην.: Χασκίλ - Περπινιάδης.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kιsmet < αραβ. qismah = μερίδιο, μοίρα].

κιτάπια (τα), (κιτάπι, ενικ.)

  1. Τα κατάστιχα
  2. Τα εμπορικά ή λογιστικά βιβλία
  3. (Ενίοτε, ειρωνικά) οι σημειώσεις, τα χαρτιά.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στ. - μουσ. Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη
Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτα

"…μα σβήστηκε ο Παναής
απ’ τα κιτάπια της ζωής
ας έχει σχώριο η ψυχή του…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ.kitap].

κλωστηρού (η)

η εργάτρια σε εργοστάσιο κατασκευής νημάτων, σε νηματουργείο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Κλωστηρού” (1934)
Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"…μέρα νύχτα δε βγαίνεις απ’ το νου μου,
αχ, μαυρομάτα μου, τσαχπίνα κλωστηρού μου…"

[ΕΤΥΜ. < ρήμα “κλώθω”].

κογιονάρω (ρ.)

κοροϊδεύω, εμπαίζω, ειρωνεύομαι.

Ακούγεται στο παραδοσιακό "Πίνω και μεθώ" που ηχογραφήθηκε το 1934, στο όνομα του Περιστέρη, με ερμηνευτή το Ζ. Κασιμάτη

"…με τουμπάρανε, οφ αμάν
και με κογιονάρανε…"

[ΕΤΥΜ. < βενετ. cogionar].

κοζάρω (ρ.)

  1. Κοιτάζω κάποιον ή κάτι, βλέπω, διακρίνω, μπανίζω.
  2. Το προσεκτικό κοίταγμα (κυρίως στη φράση “κάνω κόζι ή παίρνω κόζι” = παρακολουθώ, παίρνω μάτι, μπανίζω).
  3. Στη χαρτοπαιξία, το ισχυρό φύλλο που νικάει τα υπόλοιπα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Είσαι φάντης" (1936)
Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης
Ερμηνεία: Αμπατζή

"…Ε, ρε κι εγώ πού διάλεξα εσένα τον μπερμπάντη
και μου ξηγιέσαι πονηρά, σε κόζαρα…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. koz].

Κόζιακας (ο)

Ο Θωμάς Πάλλας (1917-1949), από τους πρωτεργάτες και από τα σημαντικότερα στελέχη της Εθνικής Αντίστασης στη Θεσσαλία, αλλά και πανελλαδικά.
Εκτελέστηκε το 1949, στην πιο άγρια φάση του Εμφυλίου πολέμου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Κόζιακας”
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης

"…κατέβηκε κι ο Κόζιακας, ψηλά από το βουνό
παρέλαση να κάνει με το Ευζωνικό…"

Κοκκινιά (η)

Συνοικία του Δήμου Πειραιά, με ένα τμήμα της, την παλιά Κοκκινιά να ανήκει στο Δήμο Πειραιά και τη Νέα στο Δήμο Νίκαιας.
Είναι βέβαια η Κοκκινιά, η συνοικία της Προσφυγιάς και της Αντίστασης, που τραγουδήθηκε και ενέπνευσε ποιητές, στιχουργούς και συνθέτες.

Γνωστή από πολλά τραγούδια, όπως:
“Το κουκλί της Κοκκινιάς”, του Τούντα,
“Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά”, του Τσιτσάνη,
“Στέλιος Καρδάρας”, Γενίτσαρη,
“Πέτρα, πέτρα”, Καλδάρα - Πυθαγόρα.

[ΕΤΥΜ. < Το όνομά της από το αργιλώδες, κόκκινο χρώμα του εδάφους της].

Κόκλα (η)

Φυλακές που βρίσκονταν πίσω από τη δυτική πλευρά του - επί της οδού Πειραιώς 68 - ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα.
Το 1887 ενσωματώθηκαν στις ιδρυθείσες τότε Φυλακές του Παλιού Στρατώνα.

Ακούγεται στο τραγούδι «Ο κατάδικος» (1934)
Στίχ., μουσ.: Σ. Γαβαλάς
ερμην.: Ρούκουνας

«…Δώδεκα χρόνια έκανα Κόκλα, Παλιά Στρατώνα…»

κολαουζέρης (ο)

ο επιτηρητής, ο καθοδηγητής των δυτών.

Από παραδοσιακό τραγούδι
Ερμηνεύει ο Περδικόπουλος

"…μέτρα, κολαουζέρη μου, καλά τα μανταρόλια
γιατί βουτώ στη θάλασσα σαράντα πέντε χρόνια…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kilavuz].

κολντεμίρι (το)

η αμπάρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Τουρκολιμανιώτισσα” (1935)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Αμπατζή

"…στην πόρτα σου, μανίτσα μου, μη βάζεις κολντεμίρι
κι άφησε απέξω το κλειδί…"

[ΕΤΥΜ. < από το τουρκ. kol = βραχίονας κ.λ.π. και το ντεμίρι, σίδερο].

κολτσίνα (ή κοντσίνα ή κολιτσίνα) (η)

Από τα πιο απλά και «αθώα» παιγνίδια της τράπουλας, βασιλιάς των ανά την επικράτεια καφενείων! Το παιγνίδι είναι μάλλον Ρώσικης προέλευσης. Παίζεται με όλα τα φύλλα της τράπουλας, συμμετέχουν δυο ή τέσσερις παίχτες και στην πιο απλή μορφή του οι πόντοι που προσπαθεί να συγκεντρώσει κάθε παίχτης είναι πέντε. Δυο παίρνει όποιος έχει πάνω από είκοσι έξι φύλλα, ένα πόντο όποιος έχει τα περισσότερα σπαθιά, ένα πόντο όποιος έχει το δύο σπαθί και ένα πόντο o κάτοχος του δέκα καρώ.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι” (1929)
Στ. - μουσ.: Ζάππας
Ερμην.: Κατσαρός (Θεολογίτης)

_"…Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι _
παίζω κοντσίνα, τριόμφο, φαραώ…"

[ΕΤΥΜ. < από το βενετ. concina].

κομισέρης (ο)

αξίωμα στο οθωμανικό αστυνομικό σώμα στις αρχές του 20ού αιώνα, ο επιθεωρητής της αστυνομίας, ο εντεταλμένος, ο επίτροπος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Η Έλλη θέλει σκότωμα” (1925)
Παραδοσιακό
Ερμηνεία: Γ. Βιδάλης

"…Η Έλλη θέλει σκότωμα με δίκοπο μαχαίρι,
γιατί άφησε τον άντρα της και πήρε κομισέρη…"

[ΕΤΥΜ. < λατιν. commissarius < committo = συμβάλλω, συνάπτω].

κομπάσο (και κουμπάσο) (το)

το διαστημόμετρο, ο ναυτικός “διαβήτης”.
Μοιάζει με τους κοινούς διαβήτες, πλην όμως τα δύο σκέλη του είναι ευθεία και καταλήγουν σε άκρα με δύο αιχμές. Χρησιμεύει για τη μέτρηση αποστάσεων πάνω στο ναυτικό χάρτη, αλλά και για διάφορους άλλους σκοπούς (μέτρηση συντεταγμένων κ.λ.π.)
[Σε τοπικά ιδιώματα, το κομπάσο / κουμπάσο είναι ο διαβήτης που χρησιμοποιούν οι τεχνίτες, ιδίως οι ξυλουργοί, στις γεωμετρικές μετρήσεις των κατασκευών τους].

Η λέξη “κομπάσο” χρησιμοποιείται όχι μόνο με τη σημασία του διαβήτη.
Ο Καζαντζάκης, π.χ., με κομπάσο παρομοίαζε το μεγάλο βηματισμό του Ζορμπά.
Ο Βάρναλης, επίσης, περιγράφοντας τη μεγαλοαστική οικογένεια:

"…αργά προβαίνουνε κι οι τρεις,
τους ακλουθάει η μέρα,
κάθε τους πάσο και κομπάσο,
που μετράει τη Σφαίρα.

Η έκφραση «λογαριάζω/κανονίζω/πηγαίνω με το κομπάσο» σημαίνει «υπολογίζω κάτι με απόλυτη ακρίβεια», «τα προβλέπω όλα στην εντέλεια».

Ακούγεται σε δημοτικά, π.χ.,

«…Την κάθε λέξη που θα πω μετρώ με το κουμπάσο
για να ‘ν’ τα λόγια μου σωστά σαν τραγουδώ στην Κάσο…»

Και σε λαϊκά, π.χ., «Πετονιές» (1963)
Στίχ., μουσικ. : Μουφλουζέλης
Ερμην.: Τσαουσάκης

«…το κάθε τι κανόνισα
όλα με το κομπάσο…»

[ΕΤΥΜ.< [ ιταλ. Compasso = διαβήτης]

Κονδύλης Γεώργιος (ο)

(1879 - 1936), στρατιωτικός και πολιτικός συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους, στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού μετώπου και στη Μικρασιατική εκστρατεία.
Ίδρυσε το “Εθνικό Δημοκρατικό κόμμα” το οποίο μετονόμασε σε “Εθνικό Ριζοσπαστικό κόμμα” και εξελέγη δυο φορές πρωθυπουργός, το 1926 και το 1935, επαναφέροντας τη Μοναρχία.
Πέθανε ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς το 1936.

Ακούγεται στο τραγούδι: “O Μάρκος υπουργός”, (1935)
Στ., μουσ, ερμην. : Μ. Βαμβακάρης

_"…Πάει ο Κονδύλης μας, _
πάει κι ο Βενιζέλος…"

Κόνιαλης (ο)

  1. Κάτοικος του Ικονίου (Κόνια, στα τουρκικά).
  2. Χορός των τουρκόφωνων Ρωμιών του Ικονίου. Πολλοί ταβερνιάρηδες του Γαλατά ήταν Κονιαλήδες και τον χόρευαν.

Από το τραγούδι: “Κόνιαλης”, 1933
Στ., μουσ.: Δραγάτσης
Ερμην.: Εσκενάζυ.

κονιόρος (ο)

ο ξύπνιος, ο μάγκας.

Ακούγεται σε μια παραλλαγή της “Μόρτισσας χασικλού” (1933)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Βαμβακάρης.

_"…ποτέ σου δε λογάριασες _
νταήδες και μαγκιόρους
ούτε τους μαχαλόμαγκες
που κάνουν τους κονιόρους…"

[ΕΤΥΜ. < Ιταλικής προέλευσης, από το ρήμα coniare = μηχανεύομαι, επινοώ, εφευρίσκω < λατιν. cognosco = γνωρίζω, ερευνώ, εξετάζω].

κόνξα (η) (κόνξες, πληθ.)

  1. Τα νάζια, τα πείσματα.
  2. Αντιδραστική ενέργεια ή συμπεριφορά, καπρίτσιο, ιδιοτροπία, παραξενιά.
  3. Υπαναχώρηση σε κάτι, το οποίο είχα υποσχεθεί ή το οποίο είχα συμφωνήσει.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο πασατέμπος” (1939)
Στ: Γ. Γιαννακόπουλου, μουσ. : Χιώτη
Ερμην.: Κασιμάτης, Εσκενάζυ.

_"…γιατί γυρεύεις κόνξες _
σ’ άλλονε να κάνεις…"

[ΕΤΥΜ. < παλ. σημ. : για μηχανή αυτοκινήτου που δεν παίρνει μπρος < αγγλ. conks (“car conks out”)=σβήνει, δεν παίρνει μπρος η μηχανή του αυτοκινήτου]

Κοντζαγάκι (το)

Τοποθεσία στα περίχωρα της Σμύρνης.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Σμύρνη με τα περίχωρα” (1930)
Στ., μουσ. : Παντελίδης
Ερμην. : Γ. Μυττάκη

_"…Κοντζαγάκι, πως να ξεχάσω τις δροσιές _
και τ’ όμορφο νεράκι…"

κοντραμπατζής (ο)

ο λαθρέμπορος.

κοντραπάντο (ή κοντραμπάντο) (το)

  1. Το λαθραίο εμπόριο, το λαθρεμπόριο
  2. Μεταφορικά, «τέχνασμα», «απάτη».

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Κοντραμπατζήδες” (1935)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Ρούκουνας

"…κοντραμπατζήδες έξι επτά
μέσα σ΄ένα καΐκι…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. contrabbando < λατιν. contrabbannum < contra + bannum = διάταγμα, ψήφισμα].

Κοπανάς (ο)

Προσφυγικός συνοικισμός μεταξύ Βύρωνα και Ηλιούπολης.
Μία εκδοχή για την προέλευση της ονομασίας αναφέρεται στα ξύλα με τα οποία οι νοικοκυρές κοπανούσαν τα ρούχα όταν τα πήγαιναν σε παρακείμενο ρέμα της περιοχής, για να τα πλύνουν.

Ακούγεται στο τραγούδι «Λιλή σκανταλιάρα» (1932)
Στίχ., μουσ.: Τούντας,
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

«…Δε με μέλει εμέν’ αν είσ’ αλάνης απ’ τον Κοπανά
και τον ντούρο βρε μάγκα μη μου κάνεις και δε σου περνά…»

Κορδελιό (το)

Παραλιακή κωμόπολη της Μ. Ασίας, 13 χλμ. από τη Σμύρνη.
Σε ανάμνηση της περιοχής αυτής, ιδρύθηκε ο προσφυγικός συνοικισμός Νέο Κορδελιό.

Ακούγεται στην “Κορδελιώτισσα” , παραδοσιακό τραγούδι, ηχογραφήθηκε το 1916 με το Μ. Λυμπερόπουλο και
στην “Κορδελιώτισσα” (1960)
Στ., μουσ. : Βαμβακάρης
Ερμην. : Βαμβακάρης, Αντζ. Γκρέκα.

κορτάκιας (ο) (κορτάκηδες, πληθ.)

αυτός που ερωτοτροπεί συνεχώς, που φλερτάρει δεξιά και αριστερά.
Έχει αρνητική χροιά και στα τραγούδια όπου το συναντάμε, π.χ.:

στο τραγούδι:
"Πέντε μάγκες στον Περαία" (1936)
Στ, μουσ.: Γ. Τσαούς
Ερμηνεία: Καλυβόπουλος

_"…νόμιζες πως έχεις _
τίποτα κορτάκηδες
μήτε πιτσιρίκια έχεις
μήτε και πρεζάκηδες…"

(όπου «κορτάκηδες» είναι οι κομψευόμενοι τύποι, τουλάχιστον όχι οι σοβαροί)

Και στον «Υμνούμενο» του Π. Κυριακού,
Όπου οι Σμυρνιοί θεωρούνται «κορτάκηδες».

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. corte = αυλή παλατιού < λατιν. cohors. Αρχική έννοια: φέρομαι ευγενικά, όπως αρμόζει σε αυλικούς].

κουβέρτα (η)

το κατάστρωμα του πλοίου, στη ναυτική ορολογία.
Γενικά, μια συνεχής οριζόντια επιφάνεια που μπορεί να εκτείνεται σε όλο το μήκος του πλοίου ή να περιορίζεται σε μέρος αυτού.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Βάρκα μου μπογιατισμένη»(1973)
Στ. - μουσ. - ερμην.: Μουφλουζέλης

“…και ζεϊμπεκάκι πα’ στην κουβέρτα…”

Κουκλουτζάς (ο)

Χωριό στα περίχωρα της Σμύρνης με καθαρά ελληνικό πληθυσμό από το 19ο αιώνα.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Παποράκι του Μπουρνόβα”

"…πόσα τάλιρα γυρεύεις
να με πας στον Κουκλουτζά …"

[ΕΤΥΜ. < κουκλουτζά: τούρκ. προέλευσης λέξη = μυρωδιά.
Οι καταγόμενοι από τον Κουκλουτζά Μικρασιάτες πρόσφυγες που μετεγκαταστάθηκαν στη θεσσαλονίκη μετά τη μικρασιατική καταστροφή, μετονόμασαν την περιοχή αυτή από “Κουκλουτζά” σε “Εύοσμο”.]

κουλαντρίζω (ρ.)

χειρίζομαι επιδέξια, χρησιμοποιώ, καταφέρνω κάτι, τα βγάζω πέρα, “τα ρίχνω” σε κάποιον ή κάποια.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το μπαρμπεράκι” (1935)
Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Μπάτης

_"…απ’ αυτά δεν κουλαντρίζεις _
μπαρμπεράκι μου χρυσό…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. kullandum (ρ. kullanmak)= χρησιμοποιώ, οδηγώ].

Κούλουρη (η)

Η Σαλαμίνα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Από την Κούλουρη ως τον Περαία ", 1950.
Στ., μουσ.: Τσιτσάνης
Ερμην.: Μοσχονάς, Καλλέργης.

κουμαρτζής (ο)

Ο χαρτοπαίκτης αλλά και ο κυβοπαίκτης.

κουμάρι, η χαρτοπαιξία (και ειδικότερα στην Κρήτη, η κυβοπαιξία, τα ζάρια).

Τίτλος ομώνυμου τραγουδιού, σε σύνθεση και ερμηνεία του Χ. Πιπεράκη (1939)

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kumar=τυχερά παιχνίδια, τζόγος, χαρτοπαιξία]

κουμπές (ο)

ο τρούλος, ο θόλος εκκλησίας ή αρχοντικού.

«…Απεφάσισα να γίνω στην Αγια- Σοφιά κουμπές
να΄ ρχονται να προσκυνούνε Τουρκοπούλες και Ρωμιές…»

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kubbe < από τα αραβ.].

κουμπουριά (η)

η πιστολιά

κουμπούρας (ο)

αυτός που κρατά κουμπούρα, δηλαδή πιστόλι παλιού τύπου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο κουμπούρας απ’ τη Βάθη”, 1920
Παραδοσιακό, στο όνομα του Σπ. Στάμου.
Ερμην: Μ. Παπαγκίκα.

[ ΕΤΥΜ. < τουρκ. kubur, ελλην. αντιδάνειο < από το κουμπί, μια και έβαζαν το πιστόλι σε κουμπωτό περιστήθιο]

κουρμπέτι (το)

η σκληρή, η δύσκολη γεμάτη βάσανα, ζωή, ο αγώνας για τη βιοπάλη.
Επίσης, η ζωή της πιάτσας, της μαγκιάς.
«Ζω στο κουρμπέτι» σημαίνει «έχω ψηθεί στη βιοπάλη», «έχω μεγάλη πείρα από τις δυσκολίες της ζωής».

Ακούγεται στο τραγούδι: "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά" (1937)
Στ., μουσ. και ερμην.: Μ. Βαμβακάρης.

“…Όλοι οι κουτσαβάκηδες που ζούνε στο κουρμπέτι…”

[ΕΤΥΜ. <τούρκ. < προγενέστερο αραβ. gurbet = ξενιτειά]

κουρνάζος (ο), κουρνάζα (η)

Ξύπνιος, ξύπνια, ανοιχτομάτης, πονηρός, πονηρή, κατεργάρης, κατεργάρα.

Από τα τραγούδια:
“Πρέπει να ξέρεις μηχανή” (1934)
στ. - μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…να’ σαι κουρνάζος κι έξυπνος
κι όλο με ζοριλίκι…"

Και, "Το μπαρμπεράκι» (1935)
Στίχ., μουσικ., ερμην.: Γ.Μπάτης

_«…είμαι μάγκα και κουρνάζα _
κι όλο θα στην κοπανώ…»

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. kurnaz = ατσίδα, τσακάλι].

κουρντίζομαι (ρ.)

στολίζομαι, ετοιμάζομαι.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Απόψε κάνεις μπαμ” (1952)
Στ. - μουσ. Τσιτσάνης
Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Νίνου.

_"…κουρντίστηκες κυρά μου _
στην πένα, στο καντίνι…"

[ΕΤΥΜ. < λατιν. corda < αρχ. χορδή].

Κουσαντιανή (η)

Η καταγόμενη από το Κους Αντασί, τοπωνύμιο παραλιακής περιοχής κοντά στην Έφεσο.

κουσουμάρω (ρ.)

  1. χρησιμοποιώ κάτι με επιτυχία, χειρίζομαι.
  2. επιδεικνύω, μοστράρω.
  3. φέρομαι, συμπεριφέρομαι.

Ακούγεται στα τραγούδια:
“Βρε μάγκα το μαχαίρι σου” (1936)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Δελιάς

"…Βρε μάγκα το μαχαίρι σου
για να το κουσουμάρεις
πρέπει να έχεις την ψυχή
καρδιά για να το βγάλεις…"

Και στο τραγούδι:
“Τραγιάσκες” (1933)
Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης.

"…και οι γκόμενες αντρίκια κουσουμάρουν
και με μάγκες τρέχουνε για να φουμάρουν…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. consumare]

κουσουρλούκι (το)

η ελαττωματικότητα, το ελάττωμα, η αδυναμία.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Θέλω μάγκα με πολλά καράτια» (1951)
Στίχ., μουσικ.: Μητσάκης
Ερμην.: Ι Γεωργακοπούλου, Τζουανάκος

_«…Να ξαναβρώ κι εγώ τα ίδια κουσουρλούκια, _
να πίνω, να γλεντώ, τα βράδια στα μπουζούκια…|

Κουταλιανός (ο)

Ο Παναγής Κουταλιανός (1847-1916) ήταν πρωταθλητής στην άρση βαρών και παλαιστής.
Είχε μεγάλη μυϊκή δύναμη και αθλητικό παράστημα. Δούλευε αρχικά ναύτης σε εμπορικά καράβια και, αργότερα, έγινε επαγγελματίας αθλητής.
Το διάστημα 1882-1892 που βρισκόταν στην Αμερική, νίκησε πολλές φορές σε αγώνες πάλης και άρσης βαρών.
Το όνομα του Κουταλιανού έγινε θρυλικό.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Κουταλιανός”
Στ.: Α. Δασκαλόπουλου - μουσ.: Ν. Μαυρουδή
Ερμην.: Γ. Μουφλουζέλης.

"…Ο Παναής Κουταλιανός δεν είναι αιμοβόρος
μα τρώει κάστρο άμα θες και καταπίνει όρος…"

[ΕΤΥΜ. < Το όνομα “Κουταλιανός” το πήρε από την ιδιαίτερη του πατρίδα, το νησί Κούταλη της Προποντίδας].

κουτούκι (το)

  1. Μικρή λαϊκή ταβέρνα.
  2. Ξύλα από σκίνα, οι ρίζες των σκίνων.
  3. Aυτός που δεν βλέπει από το μεθύσι.

[ ΕΤΥΜ. < τουρκ. Kutuk= κούτσουρο].

Κούτσα (η), κούτσες (πληθ.)

Κούτσα (ή κούκλα) είναι η μαζεμένη σε σχήμα θηλιάς βαμβακερή κλωστή που πουλιόταν σε δέματα.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Ο Μάρκος πολυτεχνίτης» (1936)
Στίχ., μουσικ. : Βαμβακάρης

«…στο κλωστήριο μ’ είχανε κι ήκανα πακετάκια
νήμα και κούτσεες φέρνανε σ’ εμένα κοριτσάκια…»

κουτσαβάκι (το), Κουτσαβάκης (ο)

Λαϊκός μάγκας των αρχών του 20ού αιώνα, κυρίως στην Αθήνα, με χαρακτηριστικό μουστάκι, ντύσιμο και τρόπους που μιμούνται τους παλιούς νταήδες της εποχής. Με την πάροδο των χρόνων, οι παλιοί νταήδες κατηγορήθηκαν από την κατεστημένη τάξη για εσκεμμένη επίδειξη δύναμης (η οποία ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να ήταν και πραγματική), με αποτέλεσμα η λέξη να αποκτήσει γενικά την έννοια του ψευτοπαληκαρά, αυτού που κάνει επίδειξη δύναμης χωρίς λόγο.
Η ονομασία οφείλεται στον Κουτσαβάκη, υπαρκτό πρόσωπο, γνωστό μάγκα του 19ου αιώνα.
Στο λαϊκό τραγούδι η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια του ψευτοπαληκαρά, του νταή.
Ο Μάρκος, όμως, στο “Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά” τη χρησιμοποιεί θετικά.

Από το τραγούδι:
“Αν ήμουν άντρας” (1933)
Στ. - μουσ.: Παπάζογλου
Ερμηνεία: Κ. Χωματοπούλου - Χωματιανού

"…πάντα θε να φερνόμουνα σαν φίνο κουτσαβάκι
στο χέρι μου θα κράταγα με φούντα μπεγλεράκι…"

Κουτσουκάρι ή Κουτσικάρι (το)

O σημερινός Κορυδαλλός.
Από το όνομα του Γεωργίου Κουτσικάρη, ο οποίος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας είχε ένα μεγάλο τσιφλίκι στην περιοχή.

Από το τραγούδι: “Για μια Κουτσουκαριώτισσα” (1938)
Στ. μουσ. : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)
Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

Κούτσουρα του Δαλαμάγκα (τα)

Ταβέρνα στη Θεσσαλονίκη.
Είχε το όνομα του ιδιοκτήτη της, Γιώργου Δαλαμάγκα, και λειτούργησε από το 1936 και για 10 χρόνια.
Στην Κατοχή ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης και Γιάννης Παπαϊωάννου δούλευαν σ’ αυτή την ταβέρνα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μπαχτσέ τσιφλίκι” (1946)
Στ., μουσ. : Τσιτσάνης.
Ερμην. : Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.

“…κι από 'κει στα κούτσουρα του Δαλαμάγκα…”

κούφιο (το)

  1. Το περίστροφο, το όπλο.
  2. Για ανθρώπους: κάποιος χωρίς αξία, άδειος, χωρίς πνευματικές ανησυχίες).

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Νίκος ο τρελάκιας” (1936)
Στίχ.: Ν. Μάθεσης, μουσ. και ερμην.: Αν. Δελιάς

"…το κούφιο και η δίκοπη είναι η συντροφιά του
γι΄αυτό δεν πάει, μάγκες μου, ποτέ κανείς κοντά του…"

κοχλαράκιας (ο)

O πρεζάκιας που παίρνει τη δόση του με ένεση χρησιμοποιώντας κουτάλι

Ακούγεται στο τραγούδι:
"Ο κοχλαράκιας" (1935)
στ.: Γ. Βιτάλης
Μουσ.: Β. Μεσολογγίτης
Ερμηνεία: Β. Μεσολογγίτης

"…Τι σας νοιάζει αν έγινα πρεζάκιας
Και γυρίζω στους δρόμους κοχλαράκιας…"

[ΕΤΥΜ. < κοχλάρι = κουτάλι < κοχλιάριον < αρχ. κόχλος, κοχλίας]

κρατάω (ή φυλάω) τσίλιες

φράση που σημαίνει «παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα».

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η φωνή του αργιλέ” (1935)
Στίχ., μουσ.: Β. Παπάζογλου
Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

_"… φύλα τσίλιες για τους βλάχους _
κείνους τους δεσμοφυλάκους…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. ουδ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].

Κρεμμυδαρού (η)

Περιοχή της Δραπετσώνας, στην Ανατολική της πλευρά.
Σήμερα λέγεται Λιμανάκι.
Γνωστή από τα περίφημα κέντρα της ( όπου έπαιξε η ξακουστή Τετράς του Πειραιά, αλλά και οι: Γ. Τσαούς, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστος, Περιστέρης, Κηρομύτης), αλλά και από τους τεκέδες της.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Πέντε μάγκες στον Περαία” (1935).
Στ., μουσ. : Γ. Τσαούς
Ερμην : Αντ. Καλυβόπουλος.

"…Αν θα κλείσουν τους τεκέδες
Πειραιά, Κρεμμυδαρού
τότε πια θα κουβαλάω
στη σπηλιά την κουρελού…"

κρεπάρω (ρ.)

σκάω, έχοντας ξεπεράσει τα όρια της ψυχικής μου αντοχής, αισθάνομαι υπερβολική δυσφορία από εσωτερική πίεση, συντρίβομαι.

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. crepare].

κρίσις (η)

Πρόκειται για την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 – 1932.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η κρίσις” (1933)
Στ., μουσ., ερμην.: Ρούκουνας

Λ

λάγνος (ο), λάγνα (η)

Φιλήδονος, φιλήδονη, αυτός/ αυτή που εκπέμπει και προκαλεί ερωτισμό.

λάζο (το)

είδος μαχαιριού που διπλώνει στη λαβή, στιλέτο.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”
Στίχ.: Ευτ. παπαγιαννοπούλου
Μουσ.: Γ. Στεφανάκης
Ερμην.: Μ. Ζαμπέτας

“… λάζο στη μέση του χωστό…”

λακριντί (το)

  1. Συζήτηση, κουβεντολόι, φλυαρία.
  2. παράπονο, βάσανο κ.λπ., με την έννοια του “φλυαρώ - γκρινιάζω για το πρόβλημά μου”, “λέω τον πόνο μου”.
  3. έκφραση πόνου, καϋμού, βασάνων, κλάμα, μουρμούρα και μοιρολόϊ.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Αντιλαλούν οι φυλακές” (1935)
Στ. - μουσ. - ερμην: Βαμβακάρης

"… το σκότος και η φυλακή
είναι μεγάλο λακριντί…"

[ΕΤΥΜ. < λατιν. lacrimae = δάκρυ, τουρκ. “lakirdi” = κουβεντολόι, κουτσομπολιό].

λάου- λάου (επίρρ.)

σιγά-σιγά, με το μαλακό, ύπουλα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Λάου-λάου το πηγαίνεις” (1971)
Στίχ., μουσ., ερμην.: Γ. Μουφλουζέλης

"…λάου - λάου το πηγαίνεις
να ξαναγινώ εργένης…"

λαχανάδες (οι)

οι πορτοφολάδες (όπου,“λάχανο” = πορτοφόλι)
Επίσης κλέφτες, λαθρόβιοι (τσιμπώ λάχανα: κλέβω πορτοφόλια).

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Οι Λαχανάδες” (1934)
στ., μουσ.: Παπάζογλου
ερμηνεία: Παπάζογλου, Εσκενάζυ

"…κάτω στα Λεμονάδικα έγινε φασαρία
δυο λαχανάδες πιάσανε
που κάναν την κυρία…"

λεβέντης (ο)

Νέος, ανδρείος, ιππότης (τουρκική λέξη).
Στην τουρκική γλώσσα σήμαινε και ναυτικός και πολιτογραφήθηκε και στην ελληνική γλώσσα με παρόμοια σημασία.
Οι Τούρκοι ιστορικοί ονόμαζαν Λεβέντ τους επαγγελματίες ή μισθοφόρους ναυτικούς, τους κουρσάρους, γενικά τους θαλασσινούς. Λεβέντ επίσης ονομάζονταν τα πληρώματα του οθωμανικού στόλου και αποτελούνταν από Έλληνες, Δαλματούς και Αλβανούς ναυτολογημένους από Τούρκους πασάδες.

λεγένι, λαγήνι λαΐνι (το)

  1. γενικά, η λεκάνη
  2. η λεκάνη του νιπτήρα.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

“…τούμπα-τούμπα το λεγένι…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. legen< περσ. lagan=μπρούτζινη ή χάλκινη λεκάνη για το πλύσιμο των χεριών.]

λελέκι (το)

  1. Ο πελαργός.
  2. Και, μτφ., πολύ ψηλός και λεπτός άνθρωπος (ονομασία που οφείλεται στην ομοιότητα με το πτηνό).

Ακούγεται στο τραγούδι: “Τουμπελέκι, τουμπελέκι” (1931)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

"…τουμπελέκι-τουμπελέκι, βρε,
που μας κάνεις το λελέκι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. leylek ].

λεμές (ο)

  1. Άνθρωπος κατώτερης στάθμης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος.
  2. Ονομάζεται έτσι και ένας τύπος ώριμης σταφίδας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μες στου Συγγρού τη φυλακή” (1932)
Στ., μουσ. και ερμηνεία: Αντ. Διαμαντίδης (Νταλγκάς).

"… θα τον τσακίσω το λεμέ
και σένανε σουρουκλεμέ.
θε να σας κάνω τσιμπητούς
και θα σας πάνε σηκωτούς…"

[ΕΤΥΜ. < από το τουρκ. elleme (κατά πάσα πιθανότητα) = μεγάλο αντικείμενο που δεν περνάει από το κόσκινο].

Λεμονάδικα (τα)

Η ακτή Τζελέπη, (πλατεία Καραϊσκάκη) .
Οφείλει την ονομασία αυτή (“Λεμονάδικα”) στο ότι, στο συγκεκριμένο σημείο, έφταναν και άραζαν καΐκια και ιστιοφόρα εμπορικά, γεμάτα φρούτα κυρίως όμως λεμόνια, από τα νησιά και πιο πολύ από τον Πόρο.

Ακούγεται στο τραγούδι:
_Οι Λαχανάδες" (1934)
στ., μουσ.: Παπάζογλου
ερμηνεία: Παπάζογλου, Εσκενάζυ

_…κάτω στα Λεμονάδικα έγινε φασαρία
δυο λαχανάδες πιάσανε
που κάναν την κυρία…"

λιμά (τα)

  1. α)Τα χαμηλής αξίας χαρτιά στην τράπουλα.
  2. β) τα χαμηλής αξίας κέρματα ή χαρτονομίσματα
  3. Τα λόγια χωρίς σημασία, χωρίς πειστικά επιχειρήματα, το παραπειστικό κουβεντολόι.

Με την 1 α) σημασία, ακούγεται στο τραγούδι:
“Το παιχνίδι του Αμερικάνου” (1935)
Στ., μουσ.: Κ. Σκαρβέλης
ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"…με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ, στην πασσέτα
κι όλο το χτένι δούλευε, στη ζούλα κι η σκαλέτα…"

Με τη 2η σημασία, ακούγεται στο τραγούδι: “Δεν παύει πια το στόμα σου” (1936), σε στίχους, μουσ. και ερμην.: Μ. Βαμβακάρη

“… δε με κόβεις μάγκα μου, βρε πια, με τα λιμά σου,…”

λιμάρω τα ζάρια

έκφραση που σημαίνει έναν τρόπο πλανίσματος και ξυσίματος των μεταλλικών ζαριών που χρησιμοποιούσαν παλιότερα, ώστε να μετατοπίζεται το κέντρο βάρους τους και να φέρνουν τις ζαριές που ήθελαν.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Μανώλης χασικλής” (1929)
Στ., μουσ. Γ. Δραγάτσης
Ερμηνεία: Κ. Νούρος

"…Έλα, βρε Μανωλάκη, να τα λιμάρουμε
να στρώσουμε κουβέρτα να τους τα πάρουμε…"

λιμοκοντόρος (ο)

Ο νέος που - παρά τη φτώχεια ή την πείνα του - ντύνεται και στολίζεται επιδεικτικά και γενικότερα με τη συμπεριφορά του προσπαθεί να εντυπωσιάσει τους άλλους.

[ΕΤΥΜ. < από το λιμός (πείνα) + κόντης < κόντες].

Λόντος Τζιμ (ο)

Ψευδώνυμο του Έλληνα παλαιστή και παγκόσμιου πρωταθλητή πάλης Χρήστου Θεοφίλου (Κουτσοπόδι Άργους 1896 - Η.Π.Α. 1975). Μετανάστης στην Αμερική στα 13 του, ασχολήθηκε με την πάλη και πήρε το προσωνύμιο “Τζιμ Λόντος” από αθλητικογράφο μετά από μια νίκη του στην αρένα “London” του Πόρτλαντ. Το 1930 αναδείχτηκε παγκόσμιος πρωταθλητής, νικώντας το Ρίτσαρντ Σίκατ και διατήρησε τον τίτλο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 1929 νίκησε στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Πολωνοαμερικανό Καρλ Ζμπισκ, το Ρωσοπολωνό Κβαριάνι (όπως είναι η σωστή εκφορά του ονόματος και όχι “Κοριάνι” όπως λέγεται στο αντίστοιχο τραγούδι) το 1933, μπροστά σε 80.000 θεατές και το Ράικ, το 1956.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Λόντος και Κοριάνι” 1934.
Στ., μουσ. και ερμην. : Μ. Βαμβακάρης.

"…παρ’ την αιμοβορία σου
και τράβα στην πατρίδα σου,
_αγαπητέ Κοριάνι, _
που σ’ έστειλε ο Λόντος μας
σε μακρινό σιργιάνι…"

λουλάς (ο)

Tο μέρος του ναργιλέ όπου τοποθετούνται:

  1. ο καπνός και τα κάρβουνα των καπνιστών
  2. το χασίσι ή το όπιο και τα κάρβουνα των ναρκομανών.
  3. Γνωστή και η φράση “άρτζι μπούρτζι και λουλάς”, με σημασία: χωρίς τάξη ή λογική συνοχή, ανάκατα, φύρδην μίγδην).

Από το τραγούδι:
“Αργιλέ μου γιατί σβήνεις” (1935)
στ. - μουσ.: Στ. Χρυσίνης
ερμηνεία: Γ. Μητάκη

"…αχ, περήφανε λουλά μου,
γιάτρεψέ μου την καρδιά μου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. lul(e)].

λούμπα, “πέφτω σε λούμπα”

  1. Φράση που σημαίνει «πέφτω σε (στημένη) παγίδα».
  2. Ή, «πέφτω θύμα απροσεξίας, συμπαιγνίας».

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Στην Αμφιάλη” (1983)
Στ.: Ν. Γκάτσος
Μουσ.: Ξαρχάκος
Ερμηνεία: Μπίνης, Τσίγγος, Ματζόπουλος, Μαραγκόπουλος

"…Πούλαγε ζεστή τουλούμπα
κι έτσι έπεσε στη λούμπα…"

[ΕΤΥΜ. < αλβ. luba = λάκκος].

λωλός, ή, ό

Αυτός που διανοητικά δε στέκει καλά, ο τρελός, ο παλαβός.
Αλλά, και ο ανόητος, ο απερίσκεπτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:
“Φέρτε πρέζα να πρεζάρω” (1934)
Στ., μουσ.: Τούντας
Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"μ’ έχει λωλό το Ερηνάκι
με το μουσμουλί γοβάκι…"

[ΕΤΥΜ. < λωλός < αρχ. oλωλώς ( όλλυμαι)].

1 Like

A post was split to a new topic: Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Μ - Ξ)

A post was split to a new topic: Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Π - Σ)

A post was split to a new topic: Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Τ - Ω)