Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Τ - Ω)

Τ

ταξίμι (το)

Εισαγωγικό οργανικό κομμάτι της λαϊκής ή της δημοτικής μουσικής, όπου παρουσιάζεται και αναπτύσσεται ο δρόμος στον οποίο θα ακολουθήσει το κυρίως κομμάτι.

[ΕΤΥΜ. < taksim: (στα αραβικά)= διακοπή, πέρασμα, σταυροδρόμι].

ταπί (επίρρ.)

Χωρίς λεφτά.

Από το τραγούδι:

“Απόψε στις ακρογιαλιές” (1968)

Στ., μουσ., ερμην.: Τσιτσάνης

"…κι αν είμαι τώρα ρέστος και ταπί

μ΄ένα φιλί παρηγόρα με και συ…"

[ΕΤΥΜ. <γαλλ. Tapis, αντιδάν. “τάπητας”, χαρτοπαικτικός όρος που δηλώνει ότι ο παίκτης δεν μπορεί πλέον να ποντάρει άλλα χρήματα στην πράσινη τσόχα του τραπεζιού]

ταράφι (το)

Κύκλος ομοίων ανθρώπων, κατηγορία ανθρώπων, ομάδα, συμμορία, φατρία, κόμμα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το ταράφι και η πιάτσα”

Στ.: Γ. Καλαμαριώτης

Μουσ.: Γ. Πλέσσας

Ερμην.: Γ. Ντουνιάς

"… το ταράφι και η πιάτσα

θέλουν μόρτη από ράτσα…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. taraf]

ταρσανάς (ο)

ο ναύσταθμος, το ναυπηγείο.

[ΕΤΥΜ. τουρκ. tersane].

Ταταύλα (τα)

Συνοικία της Κωνσταντινούπολης, Β.Δ. του Πέραν.

Μέχρι το 1922 κατοικείτο αποκλειστικά από Έλληνες, φημισμένους για τα γλέντια τους.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Έχε γεια, Παναγιά”.

_"…Στο Γαλατά ψιλή βροχή _

και στα Ταταύλα μπόρα…"

τεκές (ο)

Aρχικά σημαίνει μοναστήρι, ξενώνας και φιλανθρωπικό ίδρυμα. Αν σε κάποιους τεκέδες οι μοναχοί, οι δερβίσηδες, κάπνιζαν χασίσι, δυόσμο, λεβάντα ή άλλα βοτάνια, αυτό γινόταν μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία πνευματικής έρευνας. Στους τεκέδες συγκεντρώνονταν σημαντικοί άνθρωποι με ανοικτή σκέψη και μεράκι για έρευνα γύρω από την καθημερινή ζωή, τις τροφές, τα πιοτά, τα βοτάνια, τη φαρμακευτική, την ιατρική, τη μουσική, τους κώδικες και τους κανόνες της ομαδικής και της ατομικής συμπεριφοράς, μέχρι και την οργάνωση της κοινωνίας.

Τους μοναχούς και ερευνητές αυτούς στο χώρο του Ισλάμ τους ονόμαζαν Σούφηδες, δηλαδή φιλοσόφους, ίσως από την ελληνική λέξη «σοφός». Αργότερα η σημασία της λέξης «τεκές» περιορίστηκε και σήμαινε «χασισοποτείο».

Ακούγεται σε αρκετά ρεμπέτικα τραγούδια.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tekke].

τέλι (το)

  1. Λεπτό μεταλλικό σύρμα.

  2. Μεταλλική χορδή μουσικού οργάνου.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. telι].

Ακούγεται στα τραγούδια:

«Σήκω, χόρεψε συρτάκι» (1966)

Στίχ.: Σακελλάριος, μουσικ.:Ζαμπέτας

Ερμην.: Ζ. Φυτούση

«…απ’ του μπουζουκιού τα τέλια…

Τέλι, τέλι, τέλι» (1979)

Στίχ. Πυθαγόρας, μουσικ.: Λοΐζος

Ερμην.: Χ. Αλεξίου

_«…Τέλι τέλι τέλι, _

κάλπικε ντουνιά…»

τεμπεσίρι (το)

η κιμωλία

Κατ’ επέκταση, ο πίνακας όπου γράφονταν με τεμπεσίρι τα βερεσέδια των πελατών.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Μονά ζυγά τα χάνουμε”(1973)

Στ.: Γ. Καλαμαριώτη

Μουσ.: Γ. Μητσάκη

Ερμηνεία: Ρ. Κουμιώτη

"…στο καπηλειό του Βελονιά

στη μουχλιασμένη τη γωνιά

και γράφε τεμπεσίρι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tebesir]

τερτίπι (το)

το κόλπο, η πονηριά, η ιδιόμορφη συμπεριφορά με πείσματα, τα καμώματα, τα νάζια.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tertip = τέχνη].

τέρτσος (ο)

ο ρέστος, ο χαμένος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το παιχνίδι του Αμερικάνου” (1936)

Στ., μουσ.: Σκαρβέλης

Ερμηνεία: Αμπατζή

_"…Στον άσσο τρία μου 'λεγε _

_και δέκα στο πεντάρι _

και πάντα τέρτσος έβγαινε, όπλες,

όπου κι αν με ποντάρει…"

"Ο μπάρμ

[ΕΤΥΜ. , terzo = τρίτος]

τζανταρμάς (ο)

ο χωροφύλακας.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”

Στίχ.:Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μουσ.: Γ. Στεφανάκη

"…Είχε σκοτώσει τζανταρμά

όταν περνούσε κατσιρμά

μπροστά απ’ το καρακόλι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. jandarma < γαλλ. Gendarmerie = χωροφυλακή. Το 1878 Γάλλοι και Άγγλοι αξιωματικοί ανέλαβαν τη δημιουργία της τουρκικής χωροφυλακής].

τζαρές (ο)

η λύση, ο τρόπος, η δουλειά, η θεραπεία, η γιατρειά ,η διέξοδος, το μέσον.

Ακούγεται στο παραδοσιακό:

"…Μάγκες πιάστε τα βουνά και θυμηθείτε τα παλιά,

τζαρές δε γίνεται παιδιά…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. yare = =θεραπεία, γιατρειά, λύση, τρόπος, μέσον, διέξοδος]

Τζελέπη ή Τσελέπη

Όρμος στο κέντρο του λιμανιού του Πειραιά.

Από το όνομα του Γιάννη Τζελέπη(*) πλούσιου κάτοικου της περιοχής

(*) Ο Τσελέπης ήταν ο πρώτος οικιστής του Πειραιά και επί πολύ το επώνυμό του επισκίαζε το κλασικό όνομα του επινείου της Αθήνας.

Άλλωστε, για χάρη του ο Γεώργιος Παράσχος, φημισμένος ποιητής της εποχής, συνέθεσε και επίγραμμα που χαράχτηκε στον τάφο του και πέρασε στην ιστορία:

«Εδώ, άνθρωπε, σ’ αυτό το μνήμα όπου βλέπεις,

κοιμάται, αναπαύεται ο Γιαννακός Τσελέπης…

αφήσας την πατρίδα του Θετταλομαγνησίαν,

πρώτος αυτός ανήγειρεν εις Πειραιά οικίαν».

Μάλιστα, αυτό το επιτάφιο επίγραμμα, όταν πέθανε και η σύζυγος του Τσελέπη, συμπληρώθηκε ως εξής μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου δίστιχου:

«Εν μέσω τόπου χλοερού

και η σύζυγός του η Φλωρού».

Ακούγεται στο τραγούδι: "Εγώ θέλω πριγκηπέσσα" (1935)

Στ., μουσ. : Τούντας

Ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"…Με είδε κάτου στον Πειραία,

στου Τσελέπη με παρέα…"

τζες (ο)

  1. Ο τύπος.

  2. Ο προστάτης

  3. Αστυνομικός ή ρουφιάνος.

  4. ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος άντρας.

  5. Μεταγενέστερες έννοιες της λέξης: μόρτης, μάγκας, παιδί.

[Στην ταινία “Οι Παπατζήδες” του 1954 αναφέρεται η λέξη “τζες”, επίσης με την έννοια “μάγκας”, “τύπος”].

Και στα νεότερα χρόνια, όπου και αν χρησιμοποιείται η λέξη «τζες», έχει μόνο θετική σημασία.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Εφουμέρναμε ένα βράδυ” (1932)

Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης

"…ζούλα όλοι οι αργιλέδες

φυλαχτοί από τους τζέδες…"

[ΕΤΥΜ. <από τη δεικτική αντωνυμία “ze” της εβραϊκής]

τζιβαέρι (το)

  1. Κόσμημα (φτιαγμένο από πολύτιμη πέτρα).

  2. Ως επιφώνημα: «θησαυρέ μου»

Ακούγεται ως επιφώνημα σε αρκετά τραγούδια της δημοτικής μας παράδοσης όπως και της ρεμπέτικης στιχουργίας.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cevahir = κόσμημα].

τζιλβές (ο) τζιλβέδες (οι) τζιλβελίδικος (ο)

Τα νάζια, τα καμώματα, αυτός που κάνει τερτίπια και νάζια.

Ακούγεται στον “Τρελό” από τους “Σκλάβους πολιορκημένους”, του Κ. Βάρναλη (1974).

Το τραγούδι μελοποίησε ο Ν. Μαμαγκάκης και το ερμήνευσε η Μ. Δημητριάδη.

"…Να’ στε γεροί, να’ στε καλά,

με τα τσαπράζια τα πολλά

και τα μεγάλα ονόματα,

κοτζαμπασήδες όλοι πρώτης,

και με τους διάκους ο δεσπότης

τζιλβέδες και καμώματα…"

Αλλά και σε παραδοσιακά:

_"…Στη σκάλα π’ ανεβαίνεις και στα σκαλώματα, _

_πολλούς τζιλβέδες κάνεις, Θωμαή μ’, _

πολλά καμώματα…”.

Ή: “Έλα, ντελίδικο, μικρό και τζιλβελίδικο”.

[<τούρκ. cilvelenmek: κάνω νάζια, cilveleşmek: φλερτάρω, cilveli: παιχνιδιάρης, ναζιάρης, χαδιάρικος]

τζιμάνι (και τζεμάλι) (το)

ο πολύ ξύπνιος, ο ικανός άνθρωπος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο Νίκος ο τρελλάκιας” (1936)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Αν. Δελιάς

"…Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, το Νίκο τον τρελάκια;

παιδί τζιμάνι, μάγκες μου, μα κάνει καβγαδάκια…"

[ΕΤΥΜ. < Κατά μια άποψη, από το αγγλ.- αμερικ. G-man, σύντμηση του Government Μan, συνθηματικό για τους πράκτορες του FBI]

Τζιτζιφιές (οι)

Στον όρμο του Φαλήρου, μεταξύ του Παλαιού και του Νέου Φαλήρου.

Από τη «Τζιτζιφιώτισσα» (1927)

Στ., μουσ. : Τούντας

Ερμην. : Νούρος.

τζογαδούρα (η)

ένα πολύ στενό παντελόνι που προτιμούσε ο κουτσαβάκης.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Του Περαία το αλάνι” (1934)

Στ., μουσ.: Δ. Μπαρούσης

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

_"…Στου Περαία το λιμάνι, _

_μου συστήσαν ένα αλάνι. _

_Τζογαδούρα και στιβάλι _

και μεταξωτό ζουνάρι…"

τζούρα (η)

  1. Μικρή δόση, ρουφηξιά ναρκωτικού ή τσιγάρου, γουλιά.

  2. Τα υπολείμματα τουμπεκιού από τους γυάλινους ναργιλέδες τα οποία, αφού ξεπλένονταν, τοποθετούνταν ξανά στο ναργιλέ, εξασφαλίζοντας έτσι μια ακόμα δόση τουμπεκιού, από αυτά τα υπολείμματα.

  3. Το υπόλειμμα - γενικά - ενός υγρού στο δοχείο που το περιέχει.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Πέντε μάγκες στον Περαία” (1936)

Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς

Ερμηνεία: Καλυβόπουλος

"…φούμαραν και ήταν τζούρα

φώναξαν τον τεκετζή

δεν κατάλαβαν μαστούρα

ήταν σκέτο τουμπεκί…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cura = ρουφηξιά, γουλιά]

τζούρας (ο)

ο στερημένος από ναρκωτικές ή μεθυστικές ουσίες.

Ακούγεται στο τραγούδι:

"Οι δυο σερέτες" (1933)

Στ., μουσ. : Μαν. Χρυσαφάκης

Ερμηνεία: Κασιμάτης, Νταλγκάς

"…τζούρας είμαι και χαρμάνης

είμαι ο Γιάννης του Ψυρρή…"

τη μάπα (ή τη φάτσα μου) την πήραν

Με «φωτογράφησαν» στη Σήμανση.

Ακούγεται στο τραγούδι του «Απ’ του Μεμέτη το νερό» (1932)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Σ. Γαβαλάς (Μεμέτης)

«Στη σήμανση με πήγανε

τη φάτσα μου την πήρανε»

«Το σακάκι» (1935)

Στίχ,. μουσ., ερμην.: Δελιάς

«Το μάγκα τόνε πιάσανε

τη μάπα του την πήραν»

τομπουρλίκα (η)

Η εύσωμη, η γεματούλα και αφράτη γυναίκα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τομπουρλίκα” (1940)

Στ., μουσ.: Τούντας

Ερμηνεία: Παγιουμτζής, Γεωργακοπούλου, Κηρομύτης

"Τομπουρλίκα, νύχτα κι η ώρα μία

σ’ αυτή την ησυχία έρχομαι να σου πω…"

[ΕΤΥΜ.< τούρκ. Tombul]

Τούμπα (η)

Περιοχή στα ανατολικά της Θεσσαλονίκης, σε οικισμό που υπήρχε εκεί από την αρχαιότητα (νεολιθική εποχή).

Οφείλει την ονομασία του αυτή (“τούμπα”) στη μορφή λόφων που έχει αυτός ο οικισμός.

Οι λόφοι αυτοί σχηματίστηκαν από διαδοχικά στρώματα επίχωσης, τα οποία δημιουργήθηκαν από την αρχαιότητα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Θεσσαλονίκη όμορφη” (1954)

Στ.: Χρ. Κολοκοτρώνης

Μουσ.: Ανέστος Αθανασίου

Ερμην.: Πρ. Τσαουσάκης - Μ. Γρύλη.

"…Θεσσαλονίκη όμορφη, μεσ’ στην καρδιά μου σ’έχω,

Βαρδάρη, Τούμπα κι Αρετσού, μακριά πια δεν αντέχω…"

τούμπα

Σωλήνες υψηλής πίεσης

τουμπεκί (το)

Φύλλα καπνού, ειδικά παρασκευασμένα για ναργιλέ, τα οποία έκοβε ένας βοηθός, πολύ προσεκτικά, σε πολύ μικρά κομματάκια.

Έπρεπε να είναι πολύ συγκεντρωμένος σ’ αυτή την ιεροτελεστία και να μην αποσπάται η προσοχή του από τίποτε γύρω του.

Δεν επιτρεπόταν να συμμετέχει σε συζητήσεις, και αν κάποια στιγμή παραβίαζε αυτό τον άγραφο κανόνα, άκουγε το “κάνε τουμπεκί, εσύ” που από την αρχική του σημασία “ψιλόκοβε τον καπνό, προσεκτικά” έλαβε τη σημασία: “σώπα”, “μη μιλάς καθόλου”, “κάνε απόλυτη ησυχία”.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ζεϊμπεκάνο σπανιόλο” (1933)

Στίχ., μουσ., ερμην. : Μπάτης

"… Τουμπεκί απ’ την Περσία,

βρε πίνει ο μάγκας με ησυχία…"

κάνω τουμπεκί, τουμπέκα

Σωπαίνω, κάνω πως δεν καταλαβαίνω, προσποιούμαι.

Στον τεκέ, το τσιράκι του τεκετζή αναλάμβανε, καθισμένος στη γωνιά του, να τον ψιλοκόψει (αφού προηγουμένως τον είχε πλύνει κάπου έξω) και δεχόταν και παρατηρήσεις όταν τόλμαγε (ως μη όφειλε) να πάρει μέρος στη συζήτηση των θαμώνων: «εσύ, τουμπεκί ψιλοκομμένο…».

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Όταν καπνίζει ο λουλάς” (1946)

Στ., μουσ.: Μητσάκης

Ερμηνεία: Μανησαλής, Μητσάκης.

"…κοίταξε τριγύρω οι μάγκες

κάνουν όλοι τουμπεκί…"

[ΕΤΥΜ. < tömbeki < ιταλ. tabacco = καπνός]

«Τάγμα Τουμπεκί» (το)

Ήταν ο πειθαρχικός ουλαμός που δημιουργήθηκε στο Καλπάκι ( «VIII Συνοριακός Τομέας - Καλπάκιον) λειτούργησε από το 1924 και αποτελούσε τόπο απομόνωσης για όλα τα «επικίνδυνα» στοιχεία της κοινωνίας. Ήταν μια ομάδα από ετερόκλητους μεταξύ τους ανθρώπους που αυτοονομάστηκε «Τάγμα Τουμπεκί», ονομασία που οφειλόταν στον κώδικα επικοινωνίας, τον «κώδικα τουμπεκί», μια γλώσσα συνθηματική, μη αντιληπτή από τους άλλους, που είχαν καθιερώσει μεταξύ τους. Όταν αργότερα άρχισαν κατά κύματα να εκτοπίζονται στον ουλαμό αυτό και ανεπιθύμητοι λόγω πολιτικών φρονημάτων, σταμάτησε να υπάρχει αυτή η ονομασία, μια και δεν ίσχυε πια συνωμοτική ή συνθηματική γλώσσα.

Ο πειθαρχικός αυτός ουλαμός έκλεισε το '34.

Ακούγεται σε ένα παλιό μουρμούρικο για τον περίφημο Σακαφλιά:

"…ήταν στο τάγμα τουμπεκί

στη Μεραρχία Μελανθή…".

τουμπελέκι (και τουμπερλέκι (το)

Κρουστό όργανο με ηχείο αρχικά από πηλό και μεταγενέστερα από μπρούτζο ή αλουμίνιο.

Το πίσω μέρος του ηχείου είναι ανοικτό για να ακούγεται ο ήχος, ενώ στο μεγαλύτερο επιστόμιό του εφαρμόζεται δέρμα ή πιο συχνά πλαστικό.

Το τουμπελέκι παίζεται και με τα δύο χέρια και κρατιέται κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρέμεται από τον αριστερό ώμο. Το δεξί χέρι χτυπά τους ισχυρούς χρόνους και το αριστερό τους αδύνατους. Το δεξί χτυπά συνήθως στο κέντρο της επιφάνειας, όπου έχουμε πιο βαθύ ήχο ενώ το αριστερό στην άκρη κοντά στο χείλος, όπου ο ήχος είναι πιο οξύς και πιο μικρής διάρκειας.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Τουμπελέκι, τουμπελέκι" (1931)

Στ., μουσ. και ερμηνεία: Κ. Μπέζος

_"…τουμπελέκι-τουμπελέκι, βρε, _

που μας κάνεις το λελέκι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ: dumbelek]

Τούνεζι (το)

Η Τυνησία

[ΕΤΥΜ. < Tunes ή Tunis, στα αραβικά]

τουρσέκι (ή ντουρσέκι ή τουρσεκάκι) (το)

η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Στο ντουρσέκι» ( 1933)

Στίχ., μουσ.: Μάτσας

Ερμην.: Ρούκουνας

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. dirsek].

τουφατζής (ο)

Ο φυλακόβιος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο Νικοκλάκιας” (1933)

Στ: Β. Παπάζογλου

Μουσ.: Β. Παπάζογλου

Ερμην.: Αγ. Ιακωβίδης

«….λένε πως ο Νικοκλάκιας

πριν να γίνει κοχλαράκιας

ήτανε κι αυτός μαγγιόρος

τουφατζής και κασαδόρος…»

[ΕΤΥΜ. < τούφα = η φυλακή]

τραβηχτό (το)

Το καλάμι από το οποίο ρούφαγαν τον αργιλέ, το μαρκούτσι.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Τα δίστιχα του μάγκα” (1931)

Ερμην: Σπαχάνης - Μανέτας.

_"…κόλλα μάγκα στο πλεχτό _

κι άρπαξε το τραβηχτό…"

τραγιάσκα (η)

Είδος κασκέτου που το φορούν συνήθως εργάτες.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τραγιάσκες” (1933)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…και οι γκόμενες φορέσανε τραγιάσκες

και στους δρόμους τριγυρνούν και κάνουν τσάρκες…"

[ΕΤΥΜ. ρουμ. traiasca = ζήτω, επιφ. που θεωρήθηκε ουσ., επειδή ζητωκραυγάζοντας πετούσαν τους σκούφους στον αέρα].

τρακάρω

  1. Συναντώ τυχαία

  2. Παίρνω κάτι χωρίς να έχω τη διάθεση να το επιστρέψω.

3.Τρακάρομαι, είμαι τρακαρισμένος:

φέρομαι με αμηχανία.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Θα κάνω ντου” (1953)

Στ., μουσ.: Τσιτσάνης

Ερμην.: Τσιτσάνης, Νίνου.

_"…κι αν σε τρακάρω πουθενά _

μ΄αυτόν τον άνθρωπο ξανά…"

τρίτσα κάτσα

Τα μισόλογα, οι υπεκφυγές. οι πονηριές.

Ακούγεται στο τραγούδι «Να ‘χα μάνα να με δει» (1931)

Στίχ.: Γιαννουκάκη, μουσ.: Καμβύση,

Ερμην.: Κυριακός

"…είμαι μαγκιόρος και το ξέρουνε στην πιάτσα

πως δε μ’ αρέσουνε πολύ τα τρίτσα κάτσα…"

Τρούμπα (η)

Περιοχή του Πειραιά, αποτελεί μέρος της συνοικίας της Τερψιθέας.

Το όνομα της το οφείλει στην τρόμπα – αντλία - που ήταν τοποθετημένη από το 1860 σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, στην αρχή της οδού Αιγέως, σημερινής 2ας Μεραρχίας, από το οποίο έπαιρναν νερό τα πλοία.

Κέντρα διασκέδασης και τεκέδες υπήρχαν στην περιοχή πριν την κατοχή, ενώ μετά απ’ αυτήν, οίκοι ανοχής και καμπαρέ μέχρι το 1968 που έκλεισαν από το Σκυλίτση.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Χρόνια μες στην Τρούμπα” (1936)

Στ., μουσ, ερμην. : Βαμβακάρης

"…χρόνια μες στην Τρούμπα

μαγκίτης κι αλανιάρης…"

τρώω τη σακούλα

φράση που λέγεται κυριολεκτικά για κάποιον που τρώει τα λεφτά, που αδειάζει το πουγκί.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Ο Απάχης» (1931)

Στίχ.: Αλ. Παπαδόπουλος,

Ερμην.: Γρ. Ασίκης

«…αγαπώ και μια μικρούλα

που μου τρώει τη σακούλα…"

τσακίρικος (ο), τσακίρισσα (η)

ο ελκυστικός, ο γοητευτικός, ο γαλανομάτης.

"… Μια τσακιρομάτα, νόστιμη κι αφράτη

μ΄έχει παλαβώσει στο Παγκράτι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Cakir]

τσακιρισμένος (ο)

αυτός που βρίσκεται σε κατάσταση έντονης ευφορίας, ο μεθυσμένος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο μπάρμπας μου ο Παναγής”

Ευτ. Παπαγιαννοπούλου - Γ. Στεφανάκη

Ερμηνεία: Μιχ. Ζαμπέτας

"…τσακιρισμένος μια βραδιά

κι ως ήταν άντρας με καρδιά

τον βάρεσε η τρέλα…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cakir].

τσακιστή (η)

Η πόρτα.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Τα δίστιχα του μάγκα” (1931)

Ερμην: Σπαχάνης - Μανέτας.

_"…σάλτα μάγκα μου στην τσακιστή _

κάνε ένα λεπτό τον τσιλιατζή…"

Τσακιτζής (ο)

Εφές (= αρχιζεϊμπέκης του Αϊδινίου).

Οργάνωσε από το 1899 ανταρσία κατά της Οθωμανικής εξουσίας και ανέπτυξε δράση αντιεξουσιαστική και τόσο έντονα φιλολαϊκή που η ζωή, οι έρωτες και οι περιπέτειές του υμνήθηκαν εκτός από τους Τούρκους και από τους Έλληνες σε τραγούδια:

«Ο Τσακιτζής», 1930 με τη Ρόζα,

Ο νέος Τσακιτζής», Γκούτη – Μπακάλη με το Διονυσίου,

Αμάν αμάν Τσακιτζή», Περπινιάδη, Αργ. Βαμβακάρη με το Βαγ. Περπινιάδη

• Επίσης στο θέατρο Σκιών, στη λογοτεχνία, ακόμα και στον κινηματογράφο.

Δολοφονήθηκε σε ενέδρα το 1911.

[τουρκ. Cakici = μαχαιράς, καρφωτής].

τσαλαπάτημα (το)

Ποδοπάτημα, εξευτελισμός.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Μα είναι και θεός» (1953)

Στίχ.: Παπαγιαννοπούλου

μουσ. και ερμην.: Τζουανάκος - Τατασόπουλος

«…κι αν τσαλαπάτημα είμαι καθενός

και μες στον βούρκο που με πέταξες κυλιέμαι…"

τσαμπουκάς (ο)

  1. Ζόρικη και μάγκικη συμπεριφορά, μαχητικότητα.

  2. Ζοριλίκι, φασαρία, αφορμή για παρεξήγηση.

"…κι όπως σας είπα στη σειρά

και όχι, μάγκες, τσαμπουκά…"

[ΕΤΥΜ. < πιθανόν από το τουρκ. sabikali: ο σεσημασμένος, αυτός που έχει λερωμένο ποινικό μητρώο].

τσαμπουκαλεύομαι (ρ.)

Συμπεριφέρομαι επιθετικά, εριστικά, δημιουργώ προβλήματα, παρεξηγιέμαι.

τσανακάκια (τα)

  1. Τουμπελεκάκια, πήλινα τούμπανα.

  2. Γαβάθες, πήλινα πιάτα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Τα Τσανακάκια”, παραδοσιακό, 1929

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. canak ]

τσαρδί, τσαρδάκι (το)

Σπίτι, καλύβι ή υπόστεγο σκεπασμένο με κλαδιά, άχυρο ή καλάμια.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Για το γινάτι σου, μωρή” (1934)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Μ. Βαμβακάρης

_"… γι’ αυτό κι εγώ μαστούριασα _

κι ήρθα μες στο τσαρδί σου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cardak ].

τσαχπίνης, -α, τσαχπίνικος

  1. Αυτός που με χαριτωμένα καμώματα προσελκύει την προσοχή και τη συμπάθεια των άλλων.

  2. Κυρίως λέγεται για γυναίκα που προκαλεί το αντρικό ενδιαφέρον.

Από το τραγούδι:

“Αλάνα Πειραιώτισσα” (1934)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…σε αγαπώ τσαχπίνα μου, τσαχπίνικο,

γιατί εισ’ απ’ τον Περαία…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. capkιn = γυναικάς, με μάτια λάγνα].

Τσέλιος Θανάσης (Νάσος ) (ο)

Ληστής, γνωστός ως Τσεκούρας, από τη Βασιλική Καλαμπάκας.

Έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεταξύ Τρικάλων και Καλαμπάκας, προς την περιοχή του Πηνειού και τον Κόζιακα, με ορμητήριο το χωριό Περιστέρα.

Στις 17 Μάη 1911 η συμμορία του Νάσου Τσεκούρα συνέλαβε αιχμαλώτους τον ανακριτή Τσιριγώτη και τον ειρηνοδίκη Φαρκαδόνας Πλάτυκα, τους οποίους άφησε ελεύθερους μόλις έμαθε την ιδιότητα τους. Μετά από τέσσερις ημέρες ο Τσεκούρας έπεσε στα χέρια της αστυνομίας, μετά από προδοσία φίλου του.

Από το παραδοσιακό τραγούδι: “Τσέλιος” (1929) με την Α. Βάκα.

τσεσμέ

Η πηγή.

Ακούγεται σε αρκετά τραγούδια.

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. cesme]

τσίκα (η)

Μικροκομμένο κομμάτι μαύρο και επεξεργασμένο χασίς που τοποθετούσαν στον αργιλέ.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Χτες το βράδυ στου Καρίπη” (1915)

Ερμηνεία: Γ. Κατσαρός - θεολογίτης

"…άντε ν΄εφουμέρναμε την τσίκα,

άντε μ΄ένα μάγκα από τη Σύρα…"

[ΕΤΥΜ. ίσως, < από το γαλλικό ηχομιμητικό “chiquer” = «μασάω καπνό»]

τσίλια, τσίλιες, κρατάω τσίλιες, φυλάω τσίλιες

Παραφυλάω μήπως παρουσιαστεί αστυνομικό ή άλλο εποπτικό όργανο, την ώρα που συνεργάτης ή συνεργάτες μου κάνουν κάτι παράνομο ή παράτυπο, ώστε να τους ειδοποιήσω έγκαιρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Της μαστούρας ο σκοπός” (1946)

Στ. - μουσ : Τσιτσάνη

Ερμηνεία: Παγιουμτζής, Κηρομύτης

"…με τη σειρά μου θα τον πιω

τώρα τις τσίλιες μου κρατώ…"

τσιλιαδόρος

  1. Αυτός που κρατάει τσίλιες, που φυλάει σκοπιά, που φρουρεί συνήθως για να γίνει κάποια ύποπτη, παράνομη δουλειά

  2. Αυτός που παραφυλάει για κάτι.

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. ciglio = βλεφαρίδα, βλέφαρο].

τσίλικος

Καινούριος, αστραφτερός, φινετσάτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο αραμπατζής” (1934)

Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"…τα τσίλικά σου τ’ άλογα

λεβέντη αραμπατζή μου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cil= καινούριος].

τσίφτης (ο), τσίφτισσα (η)

Άνθρωπος πανέξυπνος, καπάτσος, μάγκας.

Επίσης άνθρωπος άψογος και στην εξωτερική του εμφάνιση, αλλά και

στη συμπεριφορά του, άνθρωπος εντάξει.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Από τη μύτη πιάνεται το έξυπνο πουλί”

Στ.: Σπ. Καλφόπουλος, Μουσ.: Δ. Σαββίδης

Ερμηνεία: Ζαγοραίος, Β.Γκίκα, Μ. Αστέρη

"…είσαι τσίφτισσα γυναίκα

γι’ αυτό σ’ αγαπώ πολύ…"

[ΕΤΥΜ. < αλβ. qift = γεράκι η αρχική σημασία και κατ’ επέκταση ο πανέξυπνος άνθρωπος.].

τσερκέδες (οι)

Μελωδίες που τραγουδούσαν οι Τσερκέδες, Τούρκοι που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Σμύρνης.

Τσερκέζος (ο), Τσερκέζα (η)

Ο Κιρκάσιος, η Κιρκασία.

Περιοχή της Ρωσίας που εκτείνεται από τις πλαγιές του μεγάλου Καύκασου μέχρι τον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική θάλασσα και μέχρι τη Γεωργία.

Ακούγεται στα τραγούδια: “Η Τσερκέζα”, παραδοσιακό, σε εκτέλεση με τη Ρόζα, το 1934.

Και «Τσερκές» του Παντελίδη, με τη Ρίτα Αμπατζή.

[ΕΤΥΜ. < Ρωσικά: Cerkezy < οσετ. Carkas = αετός].

τσικ

Ο φημισμένος, ο διακρινόμενος, ο ξακουστός, ο πρώτης τάξεως, ο πραγματικός.

Ακούγεται στο τραγούδι : “Νέοι χασικλήδες” (1920)

Παραδοσιακό, ερμην.: Νταλγκάς (Α. Διαμαντίδης)

_"…είσαι μάγκας, τσικ λεβέντης, _

νυχτοπερπατητής…"

[ΕΤΥΜ. < από το γαλλικό chic = φινέτσα, κομψότητα].

τσιράκι (το)

  1. Ο μαθητευόμενος τεχνίτης.

  2. Αυτός που έχει προσκολληθεί σε κάποιον ανώτερό του, στον οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα κάποιο προσωπικό όφελος.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. cιrak].

Τσιρίγο (το)

Τα Κύθηρα, από παραφθορά του Cytherigo Cerigo, ονομασία που έδωσαν στο νησί Σταυροφόροι και Μεταβυζαντινοί.

Από το τραγούδι: “Τσιριγώτισσα”, παραδοσιακό, που πέρασε στη δισκογραφία με την Αντωνοπούλου.

τσοντάρω (ρ.)

Συμπληρώνω το ποσό που απαιτείται για κάποιο σκοπό, συνεισφέρω, ενισχύω, βοηθώ, βάζω το μερίδιό μου.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Αλανιάρης” (1934)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"τσοντάρησε, αδελφούλα μου,

να πιούμε τσιμπουκάκι…"

[ΕΤΥΜ . < βεν. Zonta].

τσουβαλιάζεσαι

Καταλαβαίνεις, παίρνεις χαμπάρι.

Από το τραγούδι:

“Η κολπατζού” (1933)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…κι αφού δεν σακουλεύεσαι τι θες νάσαι μαζί μου

κι αφού δεν τσουβαλιάζεσαι άλλον να βρεις μικρή μου…"

τσούρμο (το)

Πλήθος ανθρώπων, πλήρωμα (κυρίως πλοίου), κωπηλάτες στις γαλέρες, κατάδικοι.

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. ciurma].

Υ

Φ

φάντης (ο)

  1. Το τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα νεαρού άντρα.

  2. Απροσδόκητη, ξαφνική και συχνά ανεπιθύμητη εμφάνιση κάποιου.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Είσαι φάντης” (1936)

Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης

Ερμηνεία: Αμπατζή

"…Ε, ρε κι εγώ πού διάλεξα εσένα τον μπερμπάντη

και μου ξηγιέσαι πονηρά, σε κόζαρα, ρε φάντη…"

[ΕΤΥΜ, < ιταλ. fante, ισπαν. infante, < λατιν. < infans - ntis : στερητ. in + ρήμ. fari (= ομιλώ) = παιδί που δε μιλάει ακόμη πλήρως].

φαραώ

Παιχνίδι που παίζεται όπως η πασσέτα, με τη διαφορά ότι τα χαρτιά ανακατεύονται μεν από τον παγκιέρη αλλά κόβονται από κάποιο παίκτη αντίπαλο, κάθε δε πρώτο χαρτί είναι υπέρ του κόφτη και κάθε δεύτερο υπέρ των αντιπάλων κοκ

Ακούγεται στο τραγούδι: “Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι” (1929)

Στ. - μουσ.: Ζάππας

Ερμην.: Κατσαρός (Θεολογίτης)

_"…Παίζω πόκα, παίζω πινόκλι _

παίζω κοντσίνα, τριόμφο, φαραώ…"

φελάχος, Φελάχα, Φελαχοπούλα

Ιθαγενής αγρότης, χωρικός της Aιγύπτου.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Αλεξανδριανή” (1961)

Στ., μουσ.: Βαμβακάρης

Ερμην.: Βαμβακάρης, Μπιθικώτσης

_"…Αλεξανδριανή φελάχα _

αχ, την ομορφιά σου να 'χα…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. fellah < αραβ. fallah = χωρικός].

φερμάρω (ρ.)

  1. Βάζω στο στόχαστρο, ετοιμάζομαι να επιτεθώ.

  2. Παρακολουθώ με προσοχή, προσηλώνω το βλέμμα μου σε κάποιον ή κάτι.

Από τη στάση (φέρμα) που παίρνει το κυνηγόσκυλο όταν βρει το θήραμά του: κοκαλώνει κοιτάζοντάς το, έτσι ώστε να υποδείξει στον κυνηγό το στόχο του.

"…στον καθρέφτη όλο κοιτάζεις

και μπανίζεις και φερμάρεις…"

[ΕΤΥΜ> < ιταλ. fermare ( < λατιν. firmus: στερεός, ισχυρός) =σταματώ, συγκρατώ].

φθίση (η)

Η φυματίωση.

Φθισικός

O φυματικός (βλ. και χτικιό).

Ακούγεται στο τραγούδι:“Μάνα μου είμαι φθισικός” (1935)

Παραδοσιακό, ερμηνεία: Γ. Θεολογίτης.

“…μάνα μου είμαι φθισικός…”

φιντάνι (το)

Το νέο φυτό, το βλαστάρι.

Μεταφορικά, το νεαρό πρωτοεμφανιζόμενο άτομο.

Ακούγεται στο παραδοσιακό:

"…ένα, ένα μικρό φιντάνι

φιντά φιντάνι φιντανάκι

αξιώ αξιώνει κι αναδίνει

καρπό, καρπό και άνθη δίνει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. fidan < ίσως από το ελληνικό ουσ. φυτάνη].

φιρμάνι (το)

  1. Σουλτανικό διάταγμα

  2. Έγγραφο που κοινοποιεί στον παραλήπτη απόφαση ή εντολή που πρέπει να εκτελεστεί υποχρεωτικά.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. ferman].

φιόγκος (ο)

άνδρας μαλθακός, χωρίς έκδηλο ανδρισμό.

"…Όλους τους μάγκες αγαπάς

και όλους τους νταήδες

και ζούλα ζούλα κυνηγάς

τους φιόγκους και ντιντήδες…"

Φοίνικας (ο)

Χωριό παραθαλάσσιο στο νοτιοδυτικό τμήμα της Σύρου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Φραγκοσυριανή” (1935)

Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης.

"…θα σε πάρω να γυρίσω

Φοίνικα, Παρακοπή…"

φόρτσα (επίρρ.)

με δύναμη, υπερβολικά, ορμητικά.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το κουτσαβάκι” (1933)

Στ., μουσ.: Μίνως Τσάμα

Ερμηνεία: Ζ. Κασιμάτης

"…έχω ντερβίση, μάγκα κι αλανιάρη

έχω λεβέντη και φόρτσα μπελαλή…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. forza < λατιν. fortis = ισχυρός, δυνατός].

φουμέρνω, φουμάρω (ρ.)

καπνίζω (τσιγάρο, χασίς κλπ.).

Ακούγεται στο τραγούδι:

"Εφουμέρναμ’ ένα βράδυ" (1933)

Στ., μουσ., ερμην.: Βαμβακάρης

"…εφουμέρναμ’ ένα βράδυ

αργιλέ, σπαχάνι, μαύρη…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. Fumare < fumus, λατιν. = καπνός]

φουντάρω (ρ.)

Βουλιάζω, βυθίζομαι, πάω στον πάτο, στο βυθό,

(κατ΄επέκταση: πέφτω από ένα ύψος προς τα κάτω, στο βυθό, στο έδαφος κ.λ.π…),

βουλιάζω, ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ και αράζω.

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. fundare = στερεώνω, θεμελιώνω < λατ. fundus = πυθμένας θάλασσας, βυθός].

φουρκάλι (και φρουκάλι) (το)

η αυτοσχέδια σκούπα.

Ακούγεται στο παραδοσιακό:

"…Πού να βρω βασιλικό

να το πλέξω ένα φουρκάλι…"

φραμπαλάς (ο)

  1. λωρίδα από ύφασμα με πιέτες ή σούρα που τη ράβουν στο κάτω μέρος ενός ρούχου, φούστας, φορέματος ή στα μανίκια, για διακοσμητικό.

  2. Άνθρωποι που διασκεδάζουν και κάνουν θόρυβο μαζεμένοι όλοι μαζί, που αστειεύονται κ.λπ.

  3. Η χοντρή γυναίκα

  4. Γενικά, η γυναίκα που άρεσε στους άντρες.

[ΕΤΥΜ. <γαλλικ. Farbella =λωρίδα υφάσματος. (“φαρμπαλάς”, με αντιμετάθεση “φραμπαλάς”).]

φρατέλοι (οι)

Ονομάζονταν οι Ιταλοί στρατιώτες (δεν έχει τη σημασία κάποιου τίτλου στρατιωτικού η λέξη) κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να φανεί η σύμπνοια, η συναδέλφωσή τους.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τους Κενταύρους δε φοβάμαι” (1940)

Στ.: Δ. Αρμπατζόγλου

Μουσ. και ερμηνεία: Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

"…Οι φρατέλοι σα με δούνε

ψάχνουν δρόμο για να βρούνε,

μα τους στρώνω στο κυνήγι

κι εκείνοι όπου φύγει-φύγει…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. fratello = αδελφός, σύντροφος]

φρόκαλο (το)

  1. Σκουπίδι

  2. Άνθρωπος τιποτένιος, χαμηλής νοημοσύνης, αλλά και άσχημος

[ΕΤΥΜ. < μεσν. φροκαλώ < φλοκαλώ < αρχ. φιλοκαλώ.

Φροκαλιά < φιλοκάλιον = σκούπα]

φρούμελ (το)

Λικέρ χρώματος τριανταφυλλί, των αδελφών Παναγιωτάκη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ουίσκι, τζιν και φρούμελ”

Στ. - μουσ. : Καραπατάκης

Ερμην.: Καζαντζίδης.

"…θα πιούμε τζιν και φρούμελ

θα πιούμε και μπανάνα…"

φρύγανο (το)

  1. Το μικρό ξερό κλαδί ή θάμνος, που χρησιμοποιείται συνήθως ως προσάναμμα σε φωτιά.

  2. Επίσης, τύπος φυσικού οικοσυστήματος, ξηρού και άγονου, στο οποίο κυριαρχούν μικροί θάμνοι και ποώδη φυτά.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Πήραν τα φρύγανα φωτιά”

Στ. - μουσ. - ερμην.: Μουφλουζέλης

"…απ’ τα θερμά μας τα φιλιά

πήραν τα φρύγανα φωτιά…"

[ ΕΤΥΜ. < αρχ. φρύγανον]

Χ

χαβάς (ο)

  1. Σκοπός, μελωδία τραγουδιού.

  2. πεισματώδης επανάληψη των ίδιων λόγων, πράξεων, συμπεριφοράς.

  3. Η μελωδία ενός τραγουδιού, ο σκοπός.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. hava =αέρας]

Χαϊδάρι (το)

Δήμος Β.Δ. της Αθήνας.

Κατοικήθηκε κυρίως από πρόσφυγες, μετά το μικρασιατικό ξεριζωμό.

Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημιουργήθηκε στο Χαϊδάρι από τους Γερμανούς ένα από τα σκληρότερα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Χαϊδάρι” που γράφτηκε το 1943, σε στίχους του Μάρκου Βαμβακάρη .

Δεν κυκλοφόρησε τότε σε δίσκο και η μουσική, η αρχική, (του Μάρκου) είχε ξεχαστεί.

Αργότερα, με μουσική του Στέλιου Βαμβακάρη, το τραγούδι αυτό κυκλοφόρησε σε δίσκο, το 1983.

"…Τρέξε μανούλα να με δεις, τρέξε για να με σώσεις,

Κι απ’ το Χαϊδάρι μάνα μου να μ’ απελευθερώσεις…"

Χαλιμά (η)

Κεντρική ηρωίδα της συλλογής ανατολίτικων ιστοριών Χίλιες και μια νύχτες, με το οποίο όνομα ο άγνωστος μεταφραστής του 19ου αιώνα αντικατέστησε το αυθεντικό όνομα Σεχραζάτ (περσ. προέλευσης), ίσως γιατί είχε ακούσει αραβική διασκευή του παραμυθιού.

“Παραμύθια της Χαλιμάς”= λόγια, υποσχέσεις που δύσκολα γίνονται πιστευτά ή που δεν μπορεί κανείς να αποδείξει.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Χαλιμά" (1948)

Στ., μουσ.: Τατασσόπουλος

Ερμην.: Καλφόπουλος.

χαμάμ (το)

  1. Δημόσια θερμά λουτρά ανατολίτικου τύπου.

  2. Το πλύσιμο του σώματος που γίνεται σ’ αυτά και που συνοδεύεται από δυνατό τρίψιμο.

  3. Κάθε κλειστός και υπερβολικά ζεστός χώρος.

Ακούγεται στο τραγούδι"

“Μες στης πόλης το χαμάμ” (1935)

Στ., μουσ., ερμην.:Δελιάς

"μες στης πόλης το χαμάμ

ένα χαρέμι κολυμπά…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. hamam < hammam].

χανούμισσα (η), χανουμάκι (το)

Η γυναίκα που ζει στο χαρέμι.

  1. Γενικά, η Μουσουλμάνα.

Από το τραγούδι:

“Ο Μπουφετζής” (1935)

Στ., μουσ., ερμην.: Μπάτης

"…θέλω να γίνω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες

να΄ρχονται οι χανούμισσες να πίνουν αργιλέδες…"

[ETYM. < τουρκ. Hanim].

χαρακίρι (το)

  1. Κάθε πράξη αυτοκαταστροφής.

  2. “θα κάνω χαρακίρι”= έκφραση απόγνωσης, όταν κάποιος δεν μπορεί να αντέξει άλλο μια κατάσταση

  3. τελετουργική αυτοκτονία με βαθύ σκίσιμο της κοιλιάς με ξίφος ή μαχαίρι. Ήταν μέρος της παλιότερης παράδοσης της ιαπωνικής στρατιωτικής τάξης των σαμουράι και αποτελούσε βασικό στοιχείο του κώδικα τιμής για πολεμιστές ή αξιωματούχους που είχαν ατιμαστεί, καταδικαστεί σε θάνατο ή ήταν έκφραση βαθύτερου πένθους.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το χαρακίρι”, 1952

Στ., μουσ.: Τσιτσάνης

Ερμην.: Μπίνης, Χασκήλ.

[ETYM. < ιαπ… harakiri< hara = κοιλιά + kiri = κόβω]

χαράμι (επίρρ.)

Ανώφελα, μάταια, κάτι που γίνεται ή που ξοδεύεται ανώφελα, χωρίς να το αξίζει ή χωρίς να υπάρχει κάποιο κέρδος.

χαραμίζω (ρ.)

Διαθέτω ή ξοδεύω κάτι άδικα, χωρίς να έχω το αποτέλεσμα που περίμενα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

"Για σένα μαυρομάτα μου" (1947)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…για σένα μαυρομάτα μου

χαράμισα τα νιάτα μου…"

[ETYM. < τουρκ. haram: απαγορευμένο από τη θρησκεία, κακό < αραβ. harim = απαγορευμένος, ιερός].

χαρέμι (το)

Στους μουσουλμανικούς λαούς, το διαμέρισμα των γυναικών, ο γυναικωνίτης.

Συνεκδοχικά, το σύνολο των γυναικών ενός Οθωμανού που κατοικούν σ’ αυτό το διαμέρισμα, δεδομένου ότι στη μουσουλμανική θρησκεία και νομοθεσία αναγνωρίζεται η πολυγαμία.

Μεταφορικά,

  1. οι γυναίκες τις οποίες ένας άντρας έχει ταυτόχρονα ως ερωμένες του,

  2. πολλές γυναίκες που τυχαίνει να συνοδεύονται μόνο από έναν άντρα.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. harem = γυναικωνίτης < αραβ. harιm = απαγορευμένος, ιερός].

χαρμάνης (ο)

Ο εθισμένος χρήστης ναρκωτικών, ο οποίος δεν έχει κάνει χρήση για πολύ καιρό, με αποτέλεσμα να υφίσταται το σύνδρομο της στέρησης.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο πρεζάκιας” (1935)

Στ. - μουσ.: Γιοβάν Τσαούς

Ερμηνεία: Α. Καλυβόπουλος

"…χαρμάνης όταν κάθομαι πως σκέφτομαι την πείνα

σαν μαστουρώνω, βρε παιδιά, δική μου είν΄η Αθήνα…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. harman < περσ. Xarman].

χαρχαλάς (ο)

  1. Αυτός που κάνει θόρυβο, αρβάλα.

  2. Αυτός που ψαχουλεύει κάνοντας θόρυβο.

  3. Ο χωρίς χάρη, ο χοντροκομένος στις κινήσεις του, ο αργόστροφος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο πιτσιρίκος” (1933)

Στ., μουσ.: Γ. Δραγάτσης

Ερμην.: Μ. Πολίτισσα

"…γιατί να σπάσεις το λουλά

βρε πιτσιρίκο χαρχαλά…"

[ΕΤΥΜ. <πιθανόν από το “χάλι” < χαλεύω και χαλώ.

ρήμα “χαρχαλεύω” = ανακατεύω, αφρατεύω το χώμα, σκαλίζω].

χάσικος, -η, -ο

  1. (ψωμί) καλής ποιότητας, διαλεχτό, το άσπρο ψωμι πολυτελείας

  2. Αυτός που είναι καλής ποιότητας.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Είσ’ αφράτη σαν φραντζόλα” (1940)

Στ., μουσ., ερμ.: Βαμβακάρης

"…είσαι αφράτη σαν φραντζόλα

σαν το χάσικο ψωμί…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. has]

χασίς (το)

Διεγερτική ουσία, προστιθέμενη συνήθως στον καπνό του ναργιλέ ή του τσιγάρου, με σκοπό τη μετάβαση σε κατάσταση έντονης ψυχικής διέγερσης, τη λεγόμενη μαστούρα. Παρασκευάζεται από το φυτό Ινδική Κάνναβις και η χρήση του, αρκετά διαδεδομένη σε παλαιότερες εποχές σε ανατολικές χώρες και μυστικιστικούς πολιτισμούς, είναι στο δυτικό κόσμο από πολλές δεκαετίες απαγορευμένη. Παρεμφερείς ονομασίες: χασίσι, μαύρο / μαύρη (σε αντιδιαστολή με την άσπρη (ουσία), την κοκαΐνη).

Ακούγεται σε αρκετά λαϊκά τραγούδια.

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. hasis < αραβ. hasis = ξερόχορτο]

Χατζηκυριάκειο (το)

Συνοικία του Πειραιά, στα νοτιοανατολικά της πόλης, στο δυτικό άκρο της Πειραϊκής χερσονήσου.

Από το τραγούδι: “Χατζηκυριάκειο” (1938)

Στ., μουσ. : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

"Από βραδύς ξεκίνησα

μ’ ένα καλό μου φίλο

για το Χατζηκυριάκειο και για τον Άγιο Νείλο…"

[Το όνομα της το οφείλει στο Σμυρναίο κτηματία και έμπορο Ιωάννη Χατζηκυριακό ο οποίος το 1889 ίδρυσε το Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο].

χήνα (η)

στην αργκό, το χιλιάρικο.

Μεταφορικά, οποιοδήποτε χάρτινο νόμισμα.

χότζας (ο)

  1. Μουσουλμάνος ιεροδιδάσκαλος, ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το ιερό βιβλίο, το Κοράνι. (πρβ. ιμάμης).

  2. Πρόσωπο της λαϊκής παράδοσης, πρωταγωνιστής διασκεδαστικών ηθικοπλαστικών ιστοριών της Ανατολής.

Ακούγεται στο τραγούδι:

"Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί "(1947)

Στ.: Μπ. Βασιλειάδης

Μουσ.: Ι. Σταμούλης

Ερμηνεία:Χασκήλ

“…Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. hoca < περσ. khwaja, (αρχική σημ.: δάσκαλος)].

Χούβερ Χέρμπετ (ο)

Πρόεδρος των ΗΠΑ την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929, εποχή που χαρακτηρίστηκε ειδικά στις ΗΠΑ ως η “Μεγάλη Εξαθλίωση” και προκλήθηκε μετά από το χρηματιστηριακό κραχ στις 29 Οκτωβρίου του 1929.

Ακούγεται στο τραγούδι : “Με τις τσέπες αδειανές” (1934)

Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Θεολογίτης (Κατσαρός)

_"… με τα μούτρα κρεμασμένα με τις τσέπες αδειανές _

περπατούμε μες στους δρόμους, Χούβερ τι μας έκανες …"

χρυσή (η)

Ο ίκτερος.

βγάζω τη χρυσή

έκφραση που σημαίνει παθαίνω ίκτερο και κιτρινίζω.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το καφεδάκι” (1950)

Στ., μουσ.: Χιώτης

Ερμηνεία: Χασκίλ, Μπίνης, Χιώτης

“…απ΄τη λαχτάρα μου θα βγάλω τη χρυσή…”

[ΕΤΥΜ. < χρυσή = ίκτερος, λαϊκ.].

χτένι (το)

Τρόπος κλεψίματος στα χαρτιά. Ανακατεύονταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει έλεγχος της σειράς με την οποία θα εμφανίζονταν.

Φέρεται να εφευρέθηκε το παιχνίδι αυτό το 1904 και έχει ως εξής: τα 52 χαρτιά, προδιαμορφωμένα, διαμοιράζονται σε δύο ίσα μέρη και κατόπιν περνιούνται με μεγάλη ταχύτητα τα μισά χαρτιά μέσα στα άλλα μισά, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να ανακατεύονται.

Και επειδή νομίζει κανείς ότι βλέπει να συμπλέκονται τα δόντια κτενιού, από αυτό προήλθε η ονομασία «χτένι».

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το παιχνίδι του Αμερικάνου” (1936)

Στ., μουσ. Κ. Σκαρβέλης

Ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"…με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ, στην πασσέτα

κι όλο το χτένι δούλευε, στη ζούλα κι η σκαλέτα…"

χτικιάζω (ρ.)

  1. Προσβάλλομαι από χτικιό, από φθίση

  2. Μεταφορικά, για δήλωση έντονης στενοχώριας, αγανάκτησης.

  3. Ταλαιπωρούμαι, κουράζομαι.

Επίσης κάνω κάποιον να πάθει φθίση, «λειώνω», εξαντλώ κάποιον.

χτικιό (το)

  1. Η φυματίωση

  2. (μτφ.) μεγάλη κούραση, ταλαιπωρία

Ψ

ψιλό γαζί

Αν και η φράση “ψιλό γαζί” (συνοδευομένη με το ρ. “δουλεύω”) έχει, στην εποχή μας, την έννοια της μεταχείρισης κάποιου συστηματικά ως αντικείμενο κοροϊδίας, χωρίς μάλιστα να το αντιλαμβάνεται ο ίδιος, παλαιότερα είχε και άλλες έννοιες και σήμαινε:

α) τη ρητορική δεινότητα κάποιου με επιμονή και με επιχειρήματα να πείθει υπέρ των θέσεων / απόψεών του. [π.χ., Καπετανάκης: " Ο έντεχνος τρόπος της μετά λεπτότητος πειστικής προσπάθειας" και Δαγκίτσης: “έξυπνα λόγια παραπειστικά, έξυπνη κομπίνα π.χ., τον δουλεύω ψιλό γαζί, τον πείθω, τον καταφέρνω, τον τυλίγω”]

Και β) το “ψιλό γαζί” ή απλά “γαζί” , στη φράση “στήνω ψιλό γαζί” ή “κόψ’ το γαζί” - όταν πρόκειται για καυγάδες, για γκρίνια και μουρμούρα - χρησιμοποιείται κυριολεκτικά: ο καυγάς / η γκρίνια / η μουρμούρα είναι μια συστηματικά επαναλαμβανόμενη ενέργεια που μοιάζει με τη ρυθμική και μονότονη κίνηση της ραπτομηχανής που ράβει (ψιλό) γαζί.

Μ’ αυτή τη δεύτερη έννοια ακούγεται στα τραγούδια:

  1. “Ψιλό γαζί”, (1946)

Στίχ.: Σέμσης, μουσ.:Χιώτης

Ερμην.: Ι. Γεωργακοπούλου

«…με τους καβγάδες στήσαμε κι οι δυο ψιλό γαζί…»

  1. “Σβήσε το φως να κοιμηθούμε” (1952)

Στίχ., μουσ. : Παπαιωάννου

Ερμην.: Ρ. Ντάλια

“…κόφ’ το γαζί, μην το τραβούμε…”

  1. “Σταμάτησε τη γκρίνια” Γενίτσαρη (1968)

Στίχ,. μουσ.: Μ. Γενίτσαρης

Ερμην.: Ρ. Κούρτη

“…σταμάτησε τη γκρίνια και το ψιλό γαζί σου…”

Ψυρρή

Ιστορική συνοικία, με πλατεία που έφερε το ίδιο όνομα (σήμερα λέγεται “πλατεία Ηρώων” ), στο κέντρο της Αθήνας.

Πρώτοι της κάτοικοι εσωτερικοί μετανάστες από ορεινές περιοχές, άγονα νησιά και αλύτρωτες πατρίδες, από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα.

Μάζες άνεργες και εξαθλιωμένες οι περισσότεροι από αυτούς, ωθήθηκαν και στην παρανομία για τις ανάγκες της σκληρής επιβίωσης ή «αξιοποιήθηκαν» από εκπροσώπους των δυο κυρίαρχων κομμάτων της εποχής, για προπαγάνδα και εκφοβισμό ψηφοφόρων, στη μεταξύ των κομμάτων πολιτική αντιπαράθεση.

Ανάμεσά στους παλικαράδες του Ψυρρή χαρακτηριστικός τύπος οι κουτσαβάκηδες, με τον ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας και ενδυματολογίας και την προκλητική απέναντι στους εχθρούς τους συμπεριφορά. Επίσης, οι μόρτηδες [: νεκροθάφτες που είχαν μαζέψει τους νεκρούς της επιδημίας χολέρας κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1854 - 1857)] και οι τραμπούκοι.

Από το 1892 άρχισε η διαδικασία “εκκαθάρισης” της περιοχής του Ψυρρή από τα “παραβατικά” στοιχεία, από τον τότε αστυνομικό διευθυντή Δημήτρη Μπαϊρακτάρη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μάγκας του Ψυρρή”.

Παραδοσιακό, το ερμήνευσε ο Τ. Νικολάου, το 1931.

“…Μάγκας είμ’ απ’ το Ψυρρή, που με τρέμουνε πολλοί…”

Ω

Ωρωπός (ο)

Αν και στη συλλογική μνήμη η περιοχή του Ωρωπού έμεινε περισσότερο ως χώρος φυλακής, έδωσε στέγη και σε άλλα ευαγή ιδρύματα, όπως το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο (1909) και το Εμπειρίκειο Άσυλο Αρρένων (1926).

Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η Επανορθωτική φυλακή Σκάλας Ωρωπού, ενώ από το 1933 εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι.

Κατά τη διάρκεια της Χούντας εκτοπίστηκαν εκεί 72 νεαροί πολιτικοί κρατούμενοι και 100 ακόμα που μεταφέρθηκαν από τη Λέρο.

Από το 1970 που έπαψε να λειτουργεί ως φυλακή στέγασε το Αναμορφωτήριο ανηλίκων, το 1979 Γυμνάσιο και Ωδείο, ενώ από το 1998 αποτελεί χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων και ιστορικής μνήμης.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Οι φυλακές του Ωρωπού” (1934)

Στ., μουσ., ερμην: Μπάτης.

3 Likes