Ανθιμος
2676
τζες (ο)
- λέξη που δηλώνει τον κάθε άντρα, ανάλογη με τα σημερινά «μάγκας» ή «τύπος»
- ο αγαπητικός.
Ακούγεται στο τραγούδι:
“Εφουμέρναμε ένα βράδυ” (1932)
Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης
"…ζούλα όλοι οι αργιλέδες
φυλαχτοί / φυλαχτείτ’ από τους τζέδες…"
[ΕΤΥΜ. <από τη δεικτική αντωνυμία “ze” της εβραϊκής]
[Για περισσότερες διευκρινίσεις παραπέμπουμε στη σχετική συζήτησή μας:
Συζήτηση για το λήμμα ΤΖΕΣ - #52 από pepe ]
1 «Μου αρέσει»