Το Ρεμπέτικο Γλωσσάρι (Μ - Ξ)

Μ

μαγκιόρος (ο), μαγκιόρα (η)

Μερακλής/ού, εξαιρετικός/ή, ξεχωριστός/ή, άτομο που προκαλεί το θαυμασμό των άλλων.

[ Αρχική σημασία: «μεγάλος, δυνατός»]

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Κάντονε, Σταύρο, κάντονε” (1935)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"τράβα, ρε Γιάννη, αραμπατζή

που΄σαι μαγκιόρος τεκετζής…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. Maggiore < major].

μανιτάρι (το), μανίτα (η)

Eίναι ένα κόλπο που κάναν οι πορτοφολάδες για να κλέβουν τα πορτοφόλια σε χώρους με πολύ κόσμο.

Μόλις μπάνιζαν κανέναν αφελή, συνήθως έξω από σιδηροδρομικούς σταθμούς και λιμάνια (για να πετυχαίνουν κανέναν άμαθο χωριάτη), έριχναν με τρόπο μπροστά του ένα άδειο πορτοφόλι. Μόλις το έβλεπε το θύμα, το έπαιρνε με χαρά στα χέρια του και το άνοιγε για να δει τι έχει μέσα.

Φυσικά δεν είχε τίποτα. Τότε του την έπεφτε ο μάγκας με φωνές “φέρτο δω ρε το πορτοφόλι μου” κ.λ.π., ενώ δυο-τρεις σιγοντάριζαν ως “αυτόπτες μάρτυρες”. Μόλις ο μάγκας έπαιρνε το πορτοφόλι, φώναζε “πού είναι τα δυο κατοστάρικα που είχα μέσα”, “δώσε πίσω τα λεφτά μου, μη φωνάξω την Αστυνομία” και άλλα τέτοια.

Το θύμα, φοβισμένο από το γεγονός ότι βρισκόταν με ένα ξένο πρτοφόλι στα χέρια μπροστά σε μάρτυρες, για να γλιτώσει από πιθανά τραβήγματα έδινε τα λεφτά και την κοπάναγε τρέχοντας. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσει το θύμα ήταν να επιμείνει πως δεν το έκλεψε και να ζητήσει κι αυτός την Αστυνομία. Τότε οι μάγκες τον παράταγαν κι έφευγαν, γιατί οι μπάτσοι ήξεραν καλά το κόλπο και τους αναγνώριζαν. Βέβαια υπήρχε και το ρίσκο για το θύμα που επέλεγε να αποδείξει στην Αστυνομία ότι δεν ήταν κλέφτης, να υπάρχει εκεί κοντά μπάτσος “μιλημένος”, οπότε τότε την έβαφε σκούρα, γιατί θα έπρεπε να πληρώσει δυο φορές. Μία για το πορτοφόλι και μία για να λαδώσει τον μπάτσο! Η ονομασία δεν έχει σχέση με το “μάδημα” (τότε το κόλπο θα λεγόταν π.χ. “μαργαρίτα”), γιατί το μανιτάρι δε μαδιέται. Μάλλον, επειδή το πορτοφόλι ξεφύτρωνε ξαφνικά μπροστά στο θύμα σαν μανιτάρι, το κόλπο πήρε αυτή την ονομασία. Στην πορεία καθιερώθηκε να σημαίνει την οργανωμένη κομπίνα δύο ή περισσότερων σε βάρος ενός.

Στα χαρτιά, μανίτα σημαίνει ότι στο τραπέζι υπάρχει ομάδα παικτών συνεννοημένων σε βάρος κάποιου (με παίξανε μανίτα).

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο Αμερικάνος” (1935)

Στ., μουσ.: Ιακ. Μοντανάρης

Ερμηνεία: Στ. Βογιατζή

"…ρίξανε το μανιτάρι

μια βραδιά με το φεγγάρι,

πιάσαν ’ ναν Αμερικάνο

στη μανίτα σαν το χάνο…"

μαντάρα (η)

Άνω κάτω, χάλια, μαλλιά κουβάρια.

Ακούγεται στο τραγούδι «Μες τον τεκέ της Μαριγώς» (1935)

Στίχ, μουσ.: Περιστέρης

Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης

«Έγινε μεγάλη αντάρα

κι όλα στον τεκέ μαντάρα».

[ΕΤΥΜ. <μεσν. μαδάρα “ορεινή και άγονη περιοχή” < αρχ. μαδαρός “άδεντρος, βρεγμένος, φαλακρός” < μαδώ]

μάπα (η)

γενικά, το πρόσωπο.

Επίσης, ο ανόητος, ο βλάκας.

Σημαίνει, επίσης, πράγμα για πέταμα, λόγω κακής ποιότητας.

Ακόμα, η σφαλιάρα, η καρπαζιά, γενικά το ξύλο.

Με τη 2η έννοια ακούγεται στο τραγούδι: “Όλα πια τα κάνω εγώ” (1977)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Γ. Μουφλουζέλης

"…οι μάπες κάνουν τον νταή

και τσαντίζομαι…"

Με την 4η έννοια στους παρακάτω:

"…Την τρίτη και την τέταρτη

κυρά μου βράσε ρύζι

πάλι τις μάπες σου θα φας

κι ο κόσμος ας με βρίζει …"

[ΕΤΥΜ. < μεσαιων. μάππα < λατιν. mappa=μαντήλι, πετσέτα]

μάπας (ο)

ο αργιλές.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Στον τεκέ του Περδικάκη” (1935)

Στ. - μουσ. : Κ. Τζόβενος

Ερμηνεία: Αμπατζή

"…πέντε κάθονται τριγύρω

και το μάπα φέρνουν γύρω…"

μαργιόλος (και μαριόλος),(ο)

μαριόλα (και μαργιόλα), (η)

ο πονηρός/ή, απατεώνας/-ισσα, καταφερτζής/ού, παιχνιδιάρης/α.

μαρ(γ)ιολιά (η)

η πονηριά, το τέχνασμα.

Aρχικά, σήμαινε «μαγεία» και μαργιόλα «μάγισσα».

Συχνά βλέπουμε αυτή τη σημασία της λέξης σε στίχους ρεμπέτικων (και άλλων).

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Με τις μυρωδιές / μαργιολιές σου” (1937)

Στ., μουσ.: Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης, Παγιουμτζής

"…Με τις μυρωδιές σου, με τις μαριολιές σου,

μ’ έκανες και λιώνω κι έχω για σένα πόνο…"

[ΕΤΥΜ. < βενετ. mariol].

μαρμάγκα (η)

  1. Η φράση: "με τρώει ή θα με φάει η μαρμάγκα» σημαίνει: «θα πάθω κακό, συμφορά», «θα καταστραφώ».

Χρησιμοποιείται, δηλαδή, η φράση «θα σε φάει η μαρμάγκα» ως απειλή.

  1. Είναι, επίσης, η μαρμάγκα είδος δηλητηριώδους αράχνης.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η Κούλα” (1929)

Στ. - μουσ. : Κ. Μισαηλίδης

Ερμην.: Νταλγκάς

"…Τι ’ θελα και σε γνώρισα και μ’ εφαγ’ η μαρμάγκα

θα με σκοτώσεις άδικα σαν το σωφέρ τον Τσάγκα…"

[ΕΤΥΜ. < αλβ. Merimange (ή, ίσως, μαρμαγκάνα < μερμηγκάνα -όπως δαγκάνα- < μέρμηγκας)]

Μαρούδας Ιωάννης (ο)

Μεσολογγίτης, έγινε αστυνομικός διευθυντής στην Αθήνα, διαδεχόμενος τον Μπαϊρακτάρη, για να προστατεύσει την πρωτεύουσα από τα εγκληματικά στοιχεία.

Εφάρμοζε ένα δικό του σύστημα ανάκρισης (κατά μερικούς αποτελεσματικό), συνεργάστηκε με μερίδα του υποκόσμου τους οποίους χρησιμοποιούσε ως καταδότες, ενώ έμεινε γνωστός και από τα μέτρα που έλαβε το 1911 απέναντι στις απεργιακές κινητοποιήσεις της εποχής. Πέθανε το 1935, σε βαθιά γεράματα, ενώ δεν είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία γέννησής του.

Ακούγεται σε παραδοσιακά δίστιχα:

"…Η πουστιά μας του Μαρούδα

άσπρα μούρα μαύρα μούρα…"

μασάτι (το)

  1. Το στρoγγυλό ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων.

  2. Μακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο χασάπης” (1934)

Στ., μουσ., ερμην.: Μ. Βαμβακάρης.

"…αστράφτουν τα μαχαίρια σου

λάμπει και το μασάτι…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. masat].

μαστούρα (η)

Oργανική και ψυχολογική κατάσταση ανθρώπου που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών.

Ακούγεται σε πολλά λαϊκά τραγούδια.

Π,χ., «Σούρα και μαστούρα»(1936)

Στίχ., μουσικ., ερμην. Α. Δελιάς

«Ο μαστούρας» (1933)

Στίχ., μουσικ., ερμην. : Μ. Βαμβακάρης

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Mastor].

μαστραπάς (ο)

Mικρό φορητό δοχείο για τοποθέτηση υγρών, ιδίως πόσιμου νερού ή κρασιού.

Ακούγεται στο τραγούδι: «Προξενιά στο Γιώργο» (1932)

Στίχ, μουσ., ερμην.: Γρηγόρης Ασίκης

«…Που ‘ν’ η σκάφη κι ο κουβάς

πλάι του κι ο μαστραπάς…».

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. masrapa].

ματσαράγκα (η)

η απάτη, η κατεργαριά, η λοβιτούρα.

ματσαράγκας: ο απατεώνας.

Από το τραγούδι:

“Η Κούλα” (1932)

Στ., μουσ.: Καρίπης

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…για να εκτιμάς τους μάγκες

να μην κάνεις ματσαράγκες…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. Mazzeranga].

μαυραγορίτης (ο)

Aυτός που πουλά, διοχετεύει αγαθά στη μαύρη αγορά. Ειδικά στην Κατοχή, οι μαυραγορίτες εκμεταλλεύονταν την ανάγκη του πληθυσμού για τρόφιμα πουλώντας σε υπέρογκες τιμές και θησαυρίζοντας απ’ αυτή τους την απασχόληση.

μαύρο (το)

Tο κατεργασμένο χασίσι, που ονομάζεται με διάφορα ψευδώνυμα (ψημένο, σοκολάτα, λιβάνι κ.ά.).

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Παράπονο του ντερβίση” (1935)

Στ. - μουσ - ερμ. Στελ. Περπινιάδης

"…η πρέζα τρώει λεβεντιές

το μαύρο σε χτικιάζει…"

μαύρος (ο)

  1. Ο χωροφύλακας (ίσως από το σκούρο, σχεδόν μαύρο, χρώμα της στολής τους).

  2. Επίσης, «μαύρος», γενικά, σημαίνει «φουκαράς», «δυστυχισμένος».

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Χτες το βράδυ στο σκοτάδι” (1935)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…Χτες το βράδυ στο σκοτάδι

με στριμώξανε δυο μαύροι…"

μαχαραγιάς (ο)

Kυριολεκτικά, τίτλος Iνδών πριγκίπων ή ηγεμόνων.

Κατ’ επέκταση, άνθρωπος που ζει μέσα στην πολυτέλεια και τις ανέσεις.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ζαΐρα” (1955)

Στίχ.: Βίρβος. μουσ.: Τσιτσάνης,

ερμην.: Τσιτσάνης - Νίνου

"…κάστρα θα γκρεμίσω

και δεν θα σ’ αφήσω

σκλάβα του μαχαραγιά…"

[ΕΤΥΜ. < γαλλ. maharaja < σανσκρ. maha “μεγάλος” raja “βασιλιάς”].

μαχμουρλής (και μαχμούρης) (ο)

Αυτός που είναι νωθρός ή γενικά βαρύθυμος, συνήθως ύστερα από πολλές ώρες ύπνου.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Γύρνα μόνος μες τη νύχτα”(1946)

Στ., μουσ.: Τσιτσάνης

Ερμην.: Τσαουσάκης

"…Κι όταν την αυγή μαχμούρης απ΄τα πέριξ θα γυρνάς

γιοματάρι μαύρο και μαρκό

θα σου φέρει ζάλη στο μυαλό…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Mahmur = νυσταγμένος].

μέγκλα (η)

Φράση που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει κάτι κομψό, φίνο και πολυτελές, ένα προϊόν άριστης ποιότητας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Γεια σου Λόλα μερακλού” (1934)

στ. - μουσ.: Δ. Μπαρούσης

ερμην.: Ρούκουνας

“…είσαι μέγκλα και μεράκι…”

μεμέτης (ο)

Ο Μουσουλμάνος, ο Μωαμεθανός, κατά τους Έλληνες (ίσως σύντμηση του «Μωάμεθ»).

Από το τραγούδι:

“Το παπόρι απ’ την Περσία” (1977)

Στ. - μουσ.: Τσιτσάνης

Εκτέλεση: Τσιτσάνης, Λ. Νικολάου

"…δυο μεμέτια τα καημένα

μες στο κόλπο ήταν μπλεγμένα…"

μεντρεσές (ο)

το μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο.

Στην Αθήνα ο Μεντρεσές κτίστηκε το 1721 και λειτούργησε ως χώρος διδασκαλίας και έρευνας (και θρησκευτικής) για τους Τούρκους και τον καιρό του Όθωνα μετατράπηκε σε φυλακή, μισητή ιδιαίτερα λόγω της άδικης κράτησης και κακομεταχείρισης των τροφίμων της.

Κατεδαφίστηκε σχεδόν ολόκληρο το κτίσμα το 1914.

Αναφέρεται στο τραγούδι: “Ένας μάγκας στο Βοτανικό” (1933)

Στ., μουσ.: Περιστέρης

Ερμην.: Κασιμάτης

"…μπαφιάζει πάντα βερεσέ

γιατί πήρε σύνταξη

από το Μεντρεσέ…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. medrese ]

μερακλής (ο), μερακλού (η)

  1. Πρόσωπο που του αρέσουν τα ωραία και καλοφτιαγμένα με μεράκι πράγματα

  2. Αυτός/ή που έχει καλαισθησία, ο λάτρης, ο μανιώδης.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Φέρτε πρέζα να πρεζάρω” (1933)

Στ. - μουσ.: Τούντας

Ερμηνεία: Στ. Περπινιάδης

"…ο μερακλής ο άνθρωπος πονεί μα δεν το λέγει

κι αν τραγουδά, ψεύτη ντουνιά, μέσα η καρδιά του κλαίει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Merak = περιέργεια, ανησυχία].

μετζεσόλα (η)

  1. η σόλα, ο πάτος του παπουτσιού.

  2. το πρόσθετο κομμάτι σόλας προς επισκευή χαλασμένου τμήματος

Ακούγεται στο «Ο τσατσακούκας» (1931) με τον Π. Κυριακό

«…Ήσουνα ξυπόλυτη

με δίχως μετζεσόλες

και τώρα που σε πήρα εγώ

θέλεις να τρως μπριτζόλες…»

[ΕΤΥΜ.< ιταλ. mezze suole]

μετζαρόλια (τα)

φιαλίδιο με άμμο για τον κανονισμό των ωρών των δυτών, είδος κλεψύδρας.

Από παραδοσιακό τραγούδι

Ερμηνεύει ο Περδικόπουλος

"…μέτρα, κολαουζέρη μου, καλά τα μανταρόλια

γιατί βουτώ στη θάλασσα σαράντα πέντε χρόνια…"

[ΕΤΥΜ. < βεν. mezzaruola].

μετζίτι (το)

Παλιό τουρκικό χρυσό νόμισμα, που ισοδυναμεί με την τουρκική λίρα. Αργότερα έγινε αργυρό, ίσο με το πέμπτο της τουρκικής λίρας και πήρε το όνομά του από το σουλτάνο Αβδούλ Μετζίτ.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. mecidiye ή mecit].

μετρέσα (η)

Γυναίκα που συζεί με τον εραστή της ή συντηρείται από αυτόν.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η φάλτσα η Μαριγώ” (1988)

Στίχ.: Σ. Τσώτου, μουσ. Γ. Κριμιζάκης

ερμην.: Γ. Βλάσσης

“…μετρέσα ενός μέθυσου πιανίστα…”

[ΕΤΥΜ. < γαλλ. maitress(e)].

μηχανή, (η) ( ξέρω μηχανή)

Ξέρω τον τρόπο, την κατάλληλη τακτική, είμαι ικανός και πονηρός.

μηχανή

το κόλπο,η πονηριά,η μεθόδευση.

Ακούγεται στο τραγούδι*:“Πρέπει να ξέρεις μηχανή”* (1934)

Στίχ. - μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…πρέπει να ξέρεις μηχανή

να κόψεις μαύρα μάτια…"

Μισιρλού, Μουσουρλού (η)

H Αιγυπτιώτισσα.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μισιρλού” (1950)

Στ., μουσ. : Ρουμπάνης

Ερμην.: Δ. Στρατηγοπούλου.

“…Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά…”

[ΕΤΥΜ. < αραβ. Misri= Αίγυπτος].

μοβόρος (ο), μοβόρα (η), μοβόρικο (το)

ο πολύ σκληρός,ο απάνθρωπος, ο τύραννος, ο άκαρδος/η.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Άτιμη τύχη”

Στίχ.: Γ. Γιαννακόπουλος, μουσ.: Μ. Σουγιούλ

ερμην.: Τρίο Κιτάρα

"… άτιμη τύχη και μοβόρα,

τύχη μπαμπέσα και σκληρή…"

[ΕΤΥΜ. < αιμοβόρος]

μόκο (το)

η σιωπή.

Η φράση “κάνε μόκο” έχει τη σημασία «μη μιλάς», «μη φέρνεις αντίρρηση», «κάνε τουμπεκί».

Ακούγεται στο τραγούδι: “Βρε μάγκες δυο στη φυλακή” (1934)

Στίχ., μουσ. : Κ. Τζόβενος

ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"…μη μιλάς και κάνε μόκο

θα σου ξηγηθώ μπαγιόκο…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. moco = τίποτε].

Μοράβας (ο)

Βουνό που απέχει 15 χιλιόμετρα από τα Αλβανικά σύνορα.

Η κατάκτησή του από τον ελληνικό στρατό το 1940 σήμανε και την κατάκτηση της Κορυτσάς και την υποχώρηση των ιταλικών δυνάμεων.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το Μοράβα, το Πόγραδετς” (1947)

Στ., μουσ.: Κασιμάτης

Ερμην.: Μηττάκη.

μόρτης (ο), μόρτισσα (η)

Μάγκας, αλάνι, άνθρωπος με συμπεριφορά πέραν της κοινωνικής συμβατικότητας.

Κατ’ επέκταση, η λέξη πήρε τη σημασία αυτού που αψηφά το θάνατο, που ζει μια ιδιαίτερη ζωή, πέρα από τις κοινωνικές συμβατικότητες.

Η λέξη χρησιμοποιείται με θετική σημασία στο λαϊκό μας τραγούδι.

Από το τραγούδι: “Φτώχεια μαζί με την τιμή”(1933)

Στ., μουσ: Π. Τούντας

Ερμην.: Ρόζα Εσκενάζυ

"…βρε εγώ είμαι η μόρτισσα η Κική,

που ήμουν δυο μήνες φυλακή…"

[ΕΤΥΜ. < από το ιταλ. Morti =νεκροθάφτης, τυμβωρύχος , <λατιν. morto= νεκρός. Από το 14ο και 15ο αιώνα μάστιζαν την Ευρώπη μεγάλες επιδημίες και ο θάνατος θέριζε.

Όμως από το φόβο εξάπλωσης της επιδημίας, δεν πλησίαζε κανείς τους νεκρούς, έμεναν άταφοι, δημιουργώντας - ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα - ένα τεράστιο πρόβλημα, το οποίο η πολιτεία αντιμετώπισε με άνεργους περιπλανώμενους, στους οποίους ανάθεσε έναντι αδράς αμοιβής το έργο της ταφής. Έτσι προέκυψε ένα νέο «επάγγελμα», οι μόρτηδες, (νεκροθάφτες, κατά λέξη), οι απόλοιμοι, όπως λέγονταν, επειδή είχαν αποκτήσει ανοσία, άρα είχαν επιβιώσει επιδημιών.

Αυτοί αναλάμβαναν το μακάβριο έργο της ταφής των νεκρών και μετά του καθαρισμού της πόλης, επομένως επιδείκνυαν μια αξιοθαύμαστη παλικαριά και μια συμπεριφορά, πέρα από συμβατικότητες η οποία και υμνήθηκε - μ’ αυτή τη γενικότερη έννοια - στο λαϊκό τραγούδι].

μουρμούρης (ο)

  1. Ο σκληρός μάγκας.

  2. Στην κυριολεξία είναι αυτός που μιλά μέσα από τα δόντια του, εξ’ ου και τα πρώτα τραγούδια των φυλακών, ονομάζονται αδέσποτα ή μουρμούρικα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο Συνάχης” (1934)

Στ., μουσ., ερμην. : Βαμβακάρης

“…Συναχωμένος μου΄ρχεσαι, μουρμούρη μου, μάγκα μου, από πέρα…”

[ΕΤΥΜ. <μτγν. μορμυρίζω <αρχ. μορμύρω= γκρινιάζω].

μουρντάρης (ο)

Ο μπερμπάντης, αυτός που κάνει απάτες και ακολασίες.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο κόκορας” (1953)

Στίχ., μουσ.: Τσιτσάνης

ερμην.: Μ. Νίνου - Σπ. Ευσταθίου - Τσιτσάνης

"… Είσαι κόκορας μουρντάρης

και ζητάς να με τουμπάρεις…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. murdar = βρώμικος].

μούσμουλα (τα)

στην αργκό, είναι οι σφαίρες.

Ακούγεται στο τραγούδι:

"Στην Υπόγα" (1930)

Στ., μουσ… ερμην.: Α. Κωστής

" ένας μπάτσος με το κούφιο

ρίχνει μούσμουλα στο ρούφο…"

μουστερής (ο)

Ο αγοραστής ή πελάτης, γενικά αυτός που ενδιαφέρεται για κάτι με σκοπό να το αποκτήσει.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. musteri].

μπαγαποντιά (η)

η πονηριά, η απάτη, η κατεργαριά, η πανουργία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μας φέρθηκες μπαμπέσικα” (1941)

Στ.: Δημ. Σέμσης - μουσ.: Γ. Παπασιδέρης.

Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης.

"…Δυo χρόνια μας βασάνισες

με την μπαγαποντιά σου…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. vagabondo = αυτός που περιπλανιέται, που δε δουλεύει, ο άχρηστος]

μπαγάσας (ο)

ο κατεργάρης, ο επιτήδειος, ο πονηρός.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τα παιδιά της γειτονιάς σου” (1929)

Παραδοσιακό

Ερμηνεία: Νταλγκάς

"…Τα παιδιά της γειτονιάς σου, τα μπαγάσικα

θα τα πιάσω, να τα δείρω, να ’ναι χάσικα…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. Bagascia].

μπαγιαντέρα (τα μαλλιά σου)

  1. Είδος κουρέματος των αρχών του αιώνα, σε στυλ αντρικό, κοντοκουρεμένο, που προήλθε από μίμηση της ομώνυμης πρωταγωνίστριας της όπερας «Μπαγιαντέρα».

2.“Μπαγιαντέρας” ήταν και το παρατσούκλι του Δ. Γκόγκου, λόγω της προτίμησής του στην όπερα αυτή.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τα μαλλιά σου τα κομμένα” (1927)

Παραδοσιακό

Ερμηνεία: Παπαγκίκα

"…πάλι στα΄κοψε η μαμά σου

μπαγιαντέρα τα μαλλιά σου…"

[ΕΤΥΜ. <γαλλ. Bayadere < πορτογ. Bailadeira = χορεύτρια < λατιν. ballare < αρχ. βαλλίζω = χορεύω].

μπαγιόκος (ο)

  1. Το κομπόδεμα, τα πολλά λεφτά και όχι μόνο, σχεδόν ολόκληρη η περιουσία.

  2. Τα χαμηλής αξίας νομίσματα, γενικά τα μικρά ποσά, όπως είναι και η αρχική σημασία της λέξης.

Με την 1η έννοια ακούγεται στα τραγούδια: “Βρε μάγκες δυο στη φυλακή” (1934)

Στίχ., μουσ.: Κ. Τζόβενος

ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"… Μη μιλάς και κάνε μόκο,

θα σου ξηγηθώ μπαγιόκο…"

και: “Είσαι φάντης” (1936)

Στίχ., μουσ.: Γρ. Ασίκης

ερμην.: Ρ. Αμπατζή

"… και το μπαγιόκο μού ΄φαγες,

βρε ψευτοαρπαγάνα…"

Με τη 2η σημασία, ακούγεται στο τραγούδι: “Το λεξικό του μάγκα” (1932) με τον Π. Κυριακό.

"…τα ψιλά τα λέω μπαγιόκο…»

μπαγιοκλής (ο)

ο παραλής

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. baiocco=χάλκινο νόμισμα ευτελούς αξίας]

μπαϊράκι (το)

η σημαία, η παντιέρα, το λάβαρο.

Μια λέξη που συχνά αναφέρεται σε δημοτικά και κυρίως κλέφτικα τραγούδια.

Η φράση: “σηκώνω μπαϊράκι” σημαίνει " διεκδικώ δυναμικά τα δικαιώματά μου", “εξεγείρομαι”, “στασιάζω”, “επαναστατώ”.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. bayrak].

Μπαϊρακτάρης Δημήτρης (ο)

Διευθυντής Αστυνομίας.

Η δράση του αρχίζει το 1892, όταν η κυβέρνηση Τρικούπη αποφασίζει να δώσει ένα γερό πλήγμα στους κουτσαβάκηδες του Ψυρή και γενικά της Αθήνας.

Ο Μπαϊρακτάρης, επικεφαλής μιας κουστωδίας επίλεκτων ευζώνων, εισέβαλε στις ταβέρνες και τα καφενεία, συνελάμβανε τους κουτσαβάκηδες και στη συνέχεια τους εξευτέλιζε.

Τους συγκέντρωνε στο προαύλιο της αστυνομίας, δίπλα στην πλατεία Κλαυθμώνος, και με την απειλή του βούρδουλα τους ανάγκαζε να σπάσουν τα όπλα τους με σφυρί κι αμόνι.

Όλα τα σπασμένα (μαχαίρια, γιαταγάνια, κάμες, πιστόλια, ρεβόλβερ) πουλιούνταν στο δημοπρατήριο για παλιοσίδερα. Μετά από τα όπλα, εξευτελίζονταν οι άνθρωποι.

Ένας αρχάριος κουρέας τους έκοβε το δεξί μανίκι του σακακιού (μια και αυτό “δεν το χρειάζονταν”, αφού φορούσαν μόνο το αριστερό μανίκι, καθώς έριχναν επάνω τους ανάριχτο το σακάκι), το ζωνάρι και τη μύτη των παπουτσιών τους, τα μουστάκια, και τις αφέλειες. Μετά απ’ αυτό, οι πιο ζόρικοι στέλνονταν στις φυλακές και σε περίπτωση υποτροπής, τιμωρούνταν με το βαρύ βούρδουλα του σκληρού Μπαϊρακτάρη.

Το μαστίγωμα αυτό θεωρούνταν ο έσχατος εξευτελισμός…

Ένα σχετικό δίστιχο:

"Μια ξυλιά με το καμτσίκι,

είν’’ αιώνιο ρεζιλίκι"

Αλλά και μετά το θάνατό του, οι κουτσαβάκηδες, ίσως λιγότεροι αριθμητικά και με ηπιότερη συμπεριφορά, εξακολούθησαν να υπάρχουν.

Τη δράση του “φωτογραφίζει” το παρακάτω τραγούδι:

“Στην εποχή του Πάγκαλου” (1969)

Στ. - Μουσική: Γ. Μητσάκης

Ερμην.: Γ. Νταλάρας

"Κι ο Μπαϊρακτάρης ο σκληρός δε σήκωνε ζορλίκι

έκοβε απ’ τους μάγκες το ένα το μανίκι…"

μπακαράς (ο)

στην αργκό, είναι είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με τραπουλόχαρτα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Με ζουρνάδες και νταούλια” (1934)

Στ,., μουσ.: Τούντας

Ερμηνεία: Αμπατζή

"πήρα δεκαοχτώ χιλιάδες από τον μπακαρά

να γλεντήσω με ζουρνάδες θέλω μια φορά…"

[ΕΤΥΜ. < γαλλ. baccara].

μπακίρι (το)

  1. Ο χαλκός

  2. Σκεύη, ιδίως μαγειρικά, κατασκευασμένα από χαλκό (συνήθ. πληθ.)

Η λέξη αναφέρεται συχνά σε δημοτικά τραγούδια.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. bakιr].

μπαλαμούτι (το)

  1. Κόλπο, τέχνασμα, απάτη - γενικά - και πιο ειδικά στη χαρτοπαιξία.

  2. Ερωτικά χάδια και χειρονομίες

Με την πρώτη έννοια, ακούγεται στο τραγούδι: “Μπαρμπούτι” (1932)

Στίχ.,μουσ.: Τούντας

ερμην.: Ρούκουνας

"… χθες το βράδυ στο μπαρμούτι

μου τη σκάσαν μπαλαμούτι…»

[ΕΤΥΜ. < παλιό σλαβ. Balamut, ρωσσικ. Balamut].

μπαμπέσης (ο), μπαμπέσα (η), μπαμπέσικος (ο), μπαμπέσικα (επίρρ.)

ο πονηρός, ούπουλος.

Το επίρρημα “μπαμπέσικα”, όπου χρησιμοποιείται, σημαίνει “άτιμα”, “ύπουλα”, ό,τι δηλαδή και η ετυμολογία της λέξης, που είναι το αντίθετο της μπέσας= τιμή.

Ακούγονται στα τραγούδια:

“Φτώχεια μαζί με την τιμή” (1932)

Στ. - μουσ. : Τούντας

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…ξέρω και ρίχνω μπιστολιές

σ΄όποιον μου κάνει μπαμπεσιές…"

και: “Μπαμπέσικα μου τα’ φερες” (1940)

στίχ., μουσ.: Α. Βαμβακάρης

ερμην.: Στ. Κερομύτης - Ι. Γεωργακοπούλου

[ΕΤΥΜ. < από το αλβ. pabese ( εξ ου και το ιταλ. Babbuasso)].

μπανίζω (ρ.)

κοιτάζω με προσοχή και με σημασία, παρατηρώ, προσέχω ιδιαίτερα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το παιχνίδι του Αμερικάνου” (1936)

Στ., μουσ.: Σκαρβέλης

Ερμηνεία: Αμπατζή

"…Μα το κορόιδο μπάνισε,

τον τύλιξα στα ζάρια,

εκεί του τα καθάρισα,

αμάν, όλα του τα δολλάρια…"

[ΕΤΥΜ. < από το μπάνιο. Η συνήθεια μερικών αντρών στο παρελθόν να παρακολουθούν τις γυναίκες που έκαναν μπάνιο με μαγιό, οδήγησε στη σημερινή σημασία.]

μπαξίσι (το)

το φιλοδώρημα που δίνει κάποιος για εξυπηρέτηση.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Στης Πόλης το Μεβλά - Χανέ”

Άγνωστου δημιουργού

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…μαζί τους μπήκα στον τεκέ και φούμαρα χασίσι

κι ένα χρυσό πεντόλιρο τους άφησα μπαξίσι…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. bahsis ].

Μπαρμπαριά (η)

Η Αλγερία.

[ΕΤΥΜ. Βέρβεροι ή Μπέρμπεροι οι κάτοικοί της, εξ’ ου και το όνομά της]

μπαρμπουτζής (και μπαρμπουτατζής) (ο)

Αυτός που παίζει μπαρμπούτι, ένα τυχερό παιχνίδι με ζάρια.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπαρμπουτατζής” (1934)

Στίχ.: Ν. Μάθεσης, μουσ.: Μ. Χρυσαφάκης, ερμην.: Στ. Περπινιάδης

"…δε θέλω να σε δω

γιατί είσαι μάγκας, χασικλής

και τζογαδόρος μπαρμπουτζής…"

[ΕΤΥΜ.<τουρκ. barbutι].

μπασκίνας (ο)

Κλασικός υβριστικός χαρακτηρισμός για αστυνομικό.

Λέξη που υπήρχε στα ιδιώματα της Ηπείρου και της Θεσσαλίας αλλά έγινε γνωστή πιο πολύ στην αργκό των αστικών κέντρων, τα χρόνια του μεσοπολέμου.

Στο τραγούδι του Μάρκου, απαντά στο θηλυκό γένος μάλιστα, «τις μπασκίνες» …

Ακούγεται στο τραγούδι: “Πρέπει να χτίσω ένα τζαμί” (1935)

Στ. - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης

“…κι η Λίλιαν η Χάρβεϋ θα διώχνει τις μπασκίνες…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. λέξη, baskιn = ξαφνική επιδρομή της αστυνομίας]

μπατίρης (ο)

Αυτός που δεν έχει χρήματα, ο αδέκαρος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Για σένα έγινα μπατίρης” (1950)

Στ., μουσ.: Κ. Καπλάνης

Ερμηνεία: Μητσάκης, Μπίνης, Κυριακόπουλος

"…στην αγάπη ήμουν πάντα νοικοκύρης

μα τα έχασα μια μέρα ο κακομοίρης

για τα σένανε έμεινα μπατίρης…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ: batirmak= βουλιάζω].

μπατιρίζω (ρ.)

Πτωχεύω, ξεπέφτω.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Δέκα φορές μπατίρισα” (1967)

Στ., μουσ., ερμην.: Γ. Λαύκας

"…δέκα φορές μπατίρισα

τη μια πάνω στην άλλη

και το κορόιδο, φίλε μου,

μυαλό δεν έχω βάλει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. batirmak = βουλιάζω].

μπαφιάζω

  1. Μπουχτίζω. Εξ’ ου και, στην μάγκικη αργκό, η έννοια του «απολαμβάνω ικανοποιητική ποσότητα χασισιού».

  2. Αισθάνομαι άσχημα, δυσανασχετώ για ορισμένη κατάσταση ή ενέργεια που συνεχίζεται.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Δροσούλα” (1946)

Στ. - μουσ.: Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Παγιουμτζής

"…μπήκα μόνος μέσα στον τεκέ

να φουμάρω έναν αργιλέ

να φουμάρω, να μπαφιάσω

και τις πίκρες να ξεχάσω…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. baf(a) = βαριά ατμόσφαιρα, δύσπνοια].

Μπαχτσέ Τσιφλίκι,Μπαχτσέ ή Μπαξέ Τσιφλίκ (το)

Περιοχή κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου παραθέριζαν τα καλοκαίρια. Διέθετε πολλές παραθαλάσσιες ταβέρνες.

Από το ομώνυμο τραγούδι: “Μπαχτσέ τσιφλίκι” (1946)

Στ.- μουσ. : Τσιτσάνης.

Ερμην: Τσιτσάνης, Παγιουμτζής.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. bahce < περσικ. bagca = κήπος].

μπεγλέρι (το)

το κομπολόι.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Μανώλης χασικλής” (1929)

Στ., μουσ. Γ. Δραγάτσης

Ερμηνεία: Κ. Νούρος

"…αν είσαι φίνος μάγκας

πού ν’ τα μπεγλέρια σου…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Begleri].

Μπεζεντάκος Μιχάλης (ο)

Τον Αύγουστο του 1931 σε μια σύγκρουση μεταξύ απεργών και αστυνομίας στη Δραπετσώνα , ο αστυφύλακας Γυφτοδημόπουλος τράβηξε το πιστόλι του σκοπεύοντας έναν εργάτη απεργό.

Ο Μπεζεντάκος, μέλος του ΚΚΕ, μαζί με άλλους διαδηλωτές συνεπλάκη με τον αστυνομικό, ο οποίος τελικά σκοτώθηκε. Αν και αρκετοί είχαν εμπλακεί στο επεισόδιο, τελικά ο Μπεζεντάκος συνελήφθη, φυλακίστηκε και ενώ θα περνούσε από δίκη τον Απρίλη του 1932, όπου πιθανότατα θα του επιβαλλόταν η θανατική καταδίκη, δραπέτευσε από τη φυλακή στις 5 Μάρτη, γεγονός που έκανε αίσθηση.

Ακούγεται στο παλιό λαϊκό τραγούδι:“Ο Μπεζεντάκος”

με ερμηνευτή τον Πάνο Τζαβέλλα.

“…Ο Μπεζεντάκος μάς άφησε γεια…”

μπεζεστένι (το)

Αρχικά, μπεζεστένι ήταν η αγορά υφασμάτων.

Επειδή όμως στο μπεζεστένι πωλούνταν εκτός από υφάσματα και άλλα πολύτιμα εισαγόμενα ή και ντόπια εμπορεύματα, όπως κοσμήματα και πολύτιμες πέτρες, μπεζεστένι ήταν και ο χώρος φύλαξης και αποθήκευσης πολύτιμων λίθων και ειδών από κεχριμπάρι ή άλλων σημαντικών εμπορευμάτων.

Έτσι, “μπεζεστένι” σήμαινε και “σκεπασμένη αγορά για προϊόντα αξίας”.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Στου μπεζεστένη την αυλή” (1932)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Σ. Γαβαλάς

[ΕΤΥΜ. < περσ. «bez» = βαμβακερό ή λινό ύφασμα και «bezzaz» = έμπορος υφασμάτων. Η λέξη απαντά και στα τουρκικά]

Μπέϊ, Μπέη (ο)

Ο Βισκαϊκός κόλπος [Biskaya Bay] στον Ατλαντικό ωκεανό που σχηματίζεται ανάμεσα στις γαλλικές ακτές της Βρετάνης και στις βόρειες ακτές της Ισπανίας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Θερμαστής”, 1934

Στ., μουσ., ερμην: Γ. Μπάτης.

"…Κάργα ρασκέτα ωχ! και λοστό

τον Μπέη να περάσω

και μες στου Κάρντιφ τα νερά

εκεί να πα ν’ αράξω…"

μπεκιάρης (ο)

Ο εργένης, ο άγαμος άντρας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο μπεκιάρης”, 1949

Στ.: Κ. Κοφινιώτης

Μουσ.: Τζουανάκος

Ερμην:Τζουανάκος.

"… αν μπεκιάρης όποιος ζήσει

τον καημό μου θα γνωρίσει…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. bekar]

μπελαλής (ο)

  1. Αυτός που γίνεται αφορμή για φασαρίες, καυγάδες, αντεγκλήσεις.

  2. Ο ζόρικος, ο δύστροπος.

Ακούγεται στο τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας : “Νέοι χασικλήδες” που πρωτοηχογραφήθηκε το 1928, με τον Πωλ (Λεοπ. Γαδ)

"…έμαθα πως είσαι μάγκας

είσαι και μπελαλής

έρχεσαι και στους τεκέδες…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. Belali].

μπελεντέρι, μπιλεντέρι, μπιραντέρι, μπελαδέρι, μπελαντέρι (το)

ο αδελφός.

Πρόκειται για την τουρκική λέξη “birader”.

[με αντικατάσταση του συμφώνου “ρο” από το “λάμδα”,

φαινόμενο γνωστό όχι μόνο από την υιοθέτηση ξένων γλωσσικών δανείων, αλλά και από ανάλογα φαινόμενα παράλληλης χρήσης των συμφώνων αυτών και σε ελληνικές λέξεις, π.χ.: αδελφός, αλλά και αδερφός].

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Μπελεντέρια” (1934)

Στ. , μουσ.: Περιστέρης

Ερμηνεία: Ζ. Κασιμάτης

"…ίσα, ρε σεις, μπελεντέρια,

το λουλά πιάστε στα χέρια…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. birader = αδελφός]

μπέμπελη (η)

Η ιλαρά.

Βγάζω την μπέμπελη σημαίνει «ζεσταίνομαι υπερβολικά», «σκάω από τη ζέστη».

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα” (1951)

Στ.: Σακελλάριου

Μουσ.: Γιαννακόπουλου

Ερμην.: Μπέλλου, Μπίνης, Τατασσόπουλος

"…απόψε που την έβγαλα την μπέμπελη

γουστάρω νύχτα δροσερή…"

[ΕΤΥΜ. < σλαβ. pepel = στάχτη].

μπέμπης (ο)

στην αργκό, ο αργιλές.

Από το ανέκδοτο τραγούδι του Β. Παπάζογλου

“Ο μάγκας και η Μαριώ” (1933)

"…πάρε, Μαριώ, τον μπέμπη μας,

πάρε και το μονοπάτι

κι έλα μια μέρα να με βρεις

στου τάφου μου τα βάθη…"

μπενετάδες (οι)

Το αποχαιρετιστήριο γεύμα ή ποτό που παραθέτει, λίγο πριν από την αναχώρησή του, αυτός που πρόκειται να ξενιτευτεί.

Μπενετάδες ονομάστηκαν όμως και τα γλέντια που γίνονταν κατά την αίσια επιστροφή, όπως στο τραγούδι “Νησιώτισσα” (1952)

Στίχ, μουσ.: Φώτη Πούλου

Ερμην.: Ι. Γεωργακοπούλου - Γ. Τατασόπουλος - Ν. Βούλγαρης.

"…ο Νικολός εγύρισε μες στο μικρό νησί

αχ, μικρή νησιώτισσα, θα δώσει μπενετάδες…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. “benedetto” “ευλογημένος”]

Μπενίτο (ο)

Ο Μουσολίνι, πρωθυπουργός της Ιταλίας, ιδρυτής του φασισμού.

Το 1919 ίδρυσε τον Ιταλικό Σύνδεσμο Μάχης, Fascio Italiano di Combattimento, (όπου το fascio προέρχεται από τις λατινικές fasces, δέσμες ράβδων με έναν πέλεκυ στη μέση, τις οποίες έφεραν ραβδούχοι προπορευόμενοι των αξιωματούχων της αρχαίας Ρώμης ως σύμβολα εξουσίας και δύναμης). Από αυτή τη λέξη προέρχεται ο όρος φασισμός.

Το 1921 εξελέγη βουλευτής και ονόμασε τις ομάδες των φασιστών του Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Οι οπαδοί του, οι λεγόμενοι «μελανοχίτωνες», από τα μαύρα πουκάμισά τους, είχαν εξαπολύσει κύμα τρομοκρατίας σε ολόκληρη τη χώρα κατά των πολιτικών αντιπάλων τους. Το 1922 σχημάτισε κυβέρνηση και αμέσως έθεσε σε ενέργεια το μηχανισμό της πλήρους φασιστικοποίησης του πολιτικού καθεστώτος της χώρας. Στυγνός δικτάτορας πλέον, δεν άργησε να καταλύσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και να φιμώσει με βίαια μέσα κάθε αντιπολιτευτική φωνή. Έγινε ο Ντούτσε, ο Ηγέτης. Το 1936 επιτέθηκε αναίτια εναντίον της Αιθιοπίας, συγκρότησε συμμαχία με τη χιτλερική Γερμανία, τον Άξονα, και έσπευσαν από κοινού να προσφέρουν άφθονη στρατιωτική βοήθεια στον επίσης φασίστα στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο που είχε στασιάσει κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας προκαλώντας τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (1936-39).

Το 1940 κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το όνειρο του Μπενίτο” (1940)

Στ., μουσ.: Σπ. Περιστέρης

Ερμην.: Βαμβακάρης, Χατζηχρήστος

Μπεξινάρι, Μπεχ Τσινάρ (το)

Ονομαζόταν παλιότερα η περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου σήμερα βρίσκονται τα Σφαγεία, μέσα στο λιμάνι της πόλης. Κατά λέξη, «πλατανόκηπος».

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μπαξέ τσιφλίκι” (1946)

Στίχ. μουσ.: Τσιτσάνης,

ερμην.: Τσιτσάνης, Παγιουμτζής

"…κι από 'κει στο Μπεξινάρι

σε φίνο ακρογιάλι…"

[ΕΤΥΜ. < τούρκ. Bes = πέντε, cinar = πλατάνι].

μπερεκέτι (το), μπερεκέτια (πληθ.)

Αφθονία αγαθών, πλούτος.

Επίσης, «γονιμότητα» και μεταφορικά «ευλογία».

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το λεξικό του μάγκα” (1932)

στίχ,. μουσ., ερμην.,: Π. Κυριακός

“…λέω τον πλούτο μπερεκέτι…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. λ. bereket = αφθονία, ευλογία]

μπερμπάντης (ο)

ο γλεντζές, ο άστατος, ο γυναικάς.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Κάντονε, Σταύρο, κάντονε” (1935)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…τζούρα δώσε του Μπάτη μας

του μόρτη του μπερμπάντη μας…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. birbante = απατεώνας].

μπέσα (η)

Λόγος τιμής, εμπιστοσύνη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Η μπαμπέσα”

Στίχ., μουσ.: Β. Παπάζογλου,

ερμην.: Ρ. Εσκενάζυ

"…Σ΄αγάπαγα και έλεγα πως είχες λίγη μπέσα

μα συ μου την κοπάναγες γιατ΄ήσουνα μπαμπέσα…"

[ΕΤΥΜ. < αλβαν. Bese].

μπεσαλής (ο), μπεσαλίδικος (ο)

Αυτός που κρατά το λόγο του, ο ντόμπρος, ο έμπιστος, ο τίμιος.

μπέτης (ο)

το στήθος, το στέρνο.

Κατ’ επέκταση, καρδιά, ψυχή.

Ακούγεται σε αρκετά παραδοσιακά τραγούδια.

Στην παρακάτω κρητική μαντινάδα π.χ. που ερμηνεύει ο Ψαραντώνης.

"…Έγιν’ ο μπέτης σου γυαλί

και φάνηκε η καρδιά σου

και δείχνει αγάπη ψεύτικη

κρίμα την ομορφιά σου…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. petto= στήθος, καρδιά]

Μπιρ Αλλάχ

Ένας ο Αλλάχ.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μπιρ Αλλάχ ή Σαν βγαίνει ο χότζας στο τζαμί”

“…όταν ακούω μπιρ Αλλάχ…”

[ΕΤΥΜ. < τουρκική bir= ένας]

μπιτιρίνι (το)

Το στήσιμο τυχερών παιχνιδιών, η μπαρμπουτιέρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Το μπαρμπούτι” (1933)

Στ., μουσ.: Τούντας

Ερμηνεία: Ρούκουνας

"…χθες το βράδυ στο μπαρμπούτι

άιντε μου τη σκάσαν μπαλαμούτι…

άιντε στ’ Αργυρού το μπιτιρίνι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ.: bitirim yatagi: στέκι, καταγώγιο, χαμαιτυπείο

bitirimci: μπαρμπουτιέρης

bitirim: μάγκας, αλητάκι, τσακάλι, καταπληκτικός, περίφημος]

μπλόκο (το)

  1. Αποκλεισμός ενός χώρου με την τοποθέτηση εμποδίων, έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα διαφυγής από αυτόν ή επικοινωνίας με αυτόν

  2. Κλείσιμο δρόμου από στρατιωτικές ή αστυνομικές δυνάμεις, για τον έλεγχο όσων περνούν και τη σύλληψη καταζητουμένων.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Το μπλόκο της Καισαριανής” (1977)

στίχ.: Ν. Περγιάλης, μουσ.: Μ. Θεοδωράκης

ερμην.: Χ. Αλεξίου

"…ποιόν να τραγουδήσω πρώτονε

στο μπλόκο στην Καισαριανή…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. blocco].

μποέμης (ο), μποέμισσα (η)

Αυτός/ή που ζει ανέμελα, χωρίς να νοιάζεται για τις κοινωνικές συμβατικότητες ή που δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω του/της. Συναντιέται σε 15 τίτλους και σε αρκετούς στίχους λαϊκών τραγουδιών.

Π.χ., στο τραγούδι: “Αθηναίισσα” (1946)

Στ., μουσ.: Τσιτσάνης

Ερμηνεία: Τσιτσάνης, Στ. Περπινιάδης

"στη ματιά σου κάτι έχεις,

καλέ μποέμισσα…"

[ΕΤΥΜ. < γαλλ. boheme].

μπουγιουρντί (το)

Επίσημο έγγραφο, αλλά και διαταγή με δυσάρεστο, συνήθως, περιεχόμενο.

Η αρχική σημασία της λέξης είναι «έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας».

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Μικρός αρραβωνιάστηκα” (1937)

Στ., μουσ, ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…επήρα τη γυναίκα μου,

παίρνω το μπουγιουρντί μου…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. buyrultu = διαταγή < buyurmak = διατάζω]

μπουζουριάζω (ρ.)

συλλαμβάνω και φυλακίζω.

Επίσης: τρώγω, καταβροχθίζω, εξαφανίζω, σκοτώνω, αρπάζω, καθηλώνω, σκοτώνω.

Από το τραγούδι:

“Ο Ισοβίτης” (1935)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"…με τη ραδιουργία σου

μπουζούριασα το χύτη…"

μπουζουριέρα (η)

Ό,τι χρησιμεύει ως προκάλυψη, προπέτασμα, «ασπίδα» (π.χ. μια εφημερίδα, ένα μαντίλι, μια καμπαρντίνα, ένα σεντόνι κλπ), προκειμένου να καλυφθεί κάποια επιλήψιμη ενέργεια.

Ακούγεται στο τραγούδι του Μπάτη «Βάρκα μου μπογιατισμένη» (1934)

«Κι ένας μάγκας βρε παραπέρα

μα κρατάει μπουζουριέρα»

μπουκάρω (ρ.)

Μπαίνω σε ένα χώρο.

Μερικές φορές έχει την έννοια: μπαίνω ξαφνικά ή ορμητικά κάπου, συνήθως προκαλώντας κάποια ανωμαλία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Σούρα και μαστούρα” (1936)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Α. Δελιάς

"…όταν μπουκάρω στον τεκέ

το ναργιλέ τσακώνω…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. boccare < bocca = στόμα, είσοδος λιμανιού]

μπουλασιλίκι (το)

ο θυμός, η οργή.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Ο Συνάχης" (1934)

Στ - μουσ. - ερμην. : Βαμβακάρης

"…ασ’ το μπουλασιλίκι σου, αμάν αμάν,

και πάψε το συνάχι…"

[ΕΤΥΜ. < bulaskan = καυγατζής, εριστικός]

μπουλμπούλ (το)

το αηδόνι.

Ακούγεται σε παραδοσιακά τραγούδια και αμανέδες.

Αποτέλεσε επίσης προσφώνηση του Αγάπιου Τομπούλη.

[ΕΤΥΜ. <τουρκική λέξη: Bόlbόl = αηδόνι].

Μπουρδούσενα (η)

Η λέξη παραπέμπει σε γυναίκες των πορνείων και των χασισοποτείων του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου.

Στην εφημερίδα “Ακρόπολις” 4/12/1889, υπάρχει η λαϊκή έκφραση “Ζω ως μπουρδούσης”, ζω δηλαδή σαν άσωτος.

Σύμφωνα με τον Πετρόπουλο, η Μπουρδούσενα ζούσε το 1925 σε μια παράγκα στα Βούρλα. Μάλλον ο άντρας της είχε τεκέ εκεί.

Ακούγεται στο τραγούδι: "Όπου δεις δυο κυπαρίσσια",

τραγούδι το οποίο περιέχει 6 δίστιχα νοηματικά άσχετα μεταξύ τους και ηχογραφήθηκε το 1922 στις ΗΠΑ με τη Μ. Παπαγκίκα.

"…Μπουρδούσενα ψήσε καφέ

βάλε φωτιά στον αργιλέ…"

Μπουρνάμπασι (το)

Περιοχή έντεκα χιλιόμετρα Β.Α. της Σμύρνης.

Από τους χίλιους κατοίκους της πριν το μικρασιατικό ξεριζωμό, οι οκτακόσιοι ήταν Έλληνες.

Πρέπει να υπήρχαν πηγές, τρεχούμενα νερά στην περιοχή, από εκεί και η ονομασία της.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Σμύρνη με τα περίχωρα” (1930)

Στ., μουσ. : Παντελίδης

Ερμην. : Γ. Μυττάκη

“…Μπουνάρμπασι με τις δροσιές…”

Μπουρνόβας (ο)

Η Πρινόβαλις των Βυζαντινών, προάστιο της Σμύρνης, στα Β.Α.

Στο προάστιο αυτό έμεναν οι εύπορες οικογένειες της Σμύρνης αλλά ήταν και η συνοικία των ξένων ιδίως των Άγγλων κατοίκων της πόλης.

Ακούγεται στα τραγούδια: "Παποράκι του Μπουρνόβα", παραδοσιακό, και

“Μπουρνοβαλιά”, των Γκάτσου - Ξαρχάκου (1983)

[ΕΤΥΜ. Η ονομασία του προέρχεται από τις Τουρκικές λέξεις “burun” και “ova” πού σημαίνουν το “άκρο, (μύτη), της πεδιάδας”].

Μπουτζάς (ο)

Πλούσιο προάστιο και δημοφιλής τόπος διακοπών, 9 χλμ Ν.Α. της Σμύρνης .

Σε ανάμνηση αυτής της περιοχής δημιουργήθηκε ο Ν. Βουτζάς, ανάμεσα στη Ραφήνα και τη Νέα Μάκρη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Σμύρνη με τα περίχωρα” (1930)

Στ., μουσ. : Παντελίδης

Ερμην. : Γ. Μυττάκη

"…Μπουτζά, Μπουρνόβα, Κορδελιό,

με τ’ άνθη στολισμένα…"

Μποχώρης (ο)

Ο Μποχώρης (παραφθορά του εβραϊκού ονόματος Μποχώρ) παρουσιάζεται σαν ένας αγαθός άνθρωπος που έπεσε θύμα μικροαπατεώνων λόγω της αφέλειάς του.

Συγκεκριμένα, σε περιστατικό που συνέβη περίπου το 1880, σε πλοίο της γραμμής Σμύρνης - Μπουρνόβα [είτε, κατ’ άλλη εκδοχή, Κωνσταντινούπολης - Πειραιά] μια ομάδα μικροαπατεώνων από αυτές που συστηματικά λυμαίνονται τις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα, «στήνουν μηχανή» στον αφελή Εβραίο συνταξιδιώτη τους Μποχώρη και του παίρνουν στα ζάρια [ή με άλλο τρόπο] τα λεφτά του, το ζουνάρι, ακόμα και τη γυναίκα του.

[Σύμφωνα με άλλη εκδοχή (λεξικό Ελευθερουδάκη) το γεγονός αυτό συνέβη στην Καβάλα, με θύμα έναν Εβραίο νταβατζή].

Και στις δυο περιπτώσεις, όμως, ο Μποχώρης παρουσιάζεται σαν ένας αφελής άνθρωπος που πέφτει θύμα, λόγω ακριβώς αυτής της αφέλειάς του.

Ακούγεται στο παραδοσιακό μικρασιάτικο “Το Μποχώρι” (1926),

με ερμηνευτή το Γ. Βιδάλη.

"…του καημένου του Μποχώρη

του τη σκάσαν στο βαπόρι…"

[ΕΤΥΜ. < bohor = πρωτότοκος, εβραϊκή λέξη. Το όνομα αυτούσιο ή παραλλαγμένο (π.χ. Μπεραχά) συναντάται στις εβραϊκές κοινότητες στην Ελλάδα].

μυτιά (η)

η εισπνοή ναρκωτικής ουσίας σε σκόνη, καθώς και η αντίστοιχη ποσότητα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο πόνος του Πρεζάκια” (1936)

στ., μουσ., ερμην.: Δελιάς

"απ΄τη μυτιά που τράβαγα άρχισα και βελόνι

και το κορμί μου άρχισε σιγά σιγά να λιώνει…"

Ν

ναργιλές (ή αργιλές) (ο)

Είδος ανατολίτικης συσκευής καπνίσματος, που αποτελείται από μακρύ κι ευλύγιστο σωλήνα (το μαρκούτσι), ο οποίος συνδέεται με φιάλη νερού από μικρό πήλινο δοχείο (το λουλά), στον οποίο καίγεται ένα είδος καπνού (τουμπεκί), που διέρχεται πρώτα από τη φιάλη του νερού, για να ψυχθεί και να φιλτραριστεί και κατόπιν διοχετεύεται δια μέσου του σωλήνα στο στόμα του καπνιστή.

«Ο αργιλές να τρίζει» ο αργιλές που έχει πολύ και εκλεκτό χασίσι.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Παραπονιούνται οι μάγκες μας” (1936)

Στίχ., μουσ.: Γ. Τσαούς

Ερμην.: Καλυβόπουλος

"…έλα, βρε μάγκα μου, να πιεις

από τον αργιλέ μας

που έχουμε Πολίτικο

μαυράκι στον τεκέ μας…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Nargile < περσικ. Nargila < nargil = ινδική καρύδα από την οποία παρασκευάζονταν δοχεία].

νεφέσι (το)

  1. Κυριολεκτικά, η αναπνοή, το χνώτο.

  2. Επίσης, η εισπνοή, η ρουφηξιά.

  3. Κατ’ επέκταση, η ευχαρίστηση που δημιουργεί η ρουφηξιά τσιγάρου με χασίς.

[Σύμφωνα με «Το λεξικό της Ντάγκλας» του Λεωνίδα Χρηστάκη και του Μάρκου Επάρατου, εκδόσεις Όπερα 1995]

Ακούγεται στο τραγούδι της ανώνυμης δημιουργίας

“Στους απάνω μαχαλάδες” (1921)

Ερμηνεία: Γ. Βιδάλης

"…Ο λουλάς και το νεφέσι

μ’ έφεραν σ’ αυτή τη θέση…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. nefes < αραβικό nafas ]

νίλα (η)

η καταστροφή, η ζημιά, η αποτυχία σε διαγωνισμό ή συναγωνισμό, η συμφορά, η πανωλεθρία.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Μας φέρθηκες μπαμπέσικα” (1941)

Στ.: Δημ. Σέμσης,μουσ.: Γιώργος Παπασιδέρης.

Ερμην.: Γ. Παπασιδέρης.

"…τι στραπάτσο και τι νίλα

σου κατάφερε η αρβύλα…"

[ΕΤΥΜ. Άγνωστης ετυμολογίας η λέξη.

(Πιθανολογείται πως προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη: νίλα < λατ. nilum =τίποτε, ασήμαντο, χωρίς αξία)].

νισάφι (επιφών.)

αρκετά, φτάνει, αμάν.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Τα βάσανα της πλύστρας” (1936)

Στ., μουσ.: Δ. Σέμσης

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…δεν αντέχω πια, νισάφι,

θα με φάει αυτή η σκάφη…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. insaf, με διαχωρισμό του συμφωνικού συμπλέγματος].

ΝRA “Εν-αρ-ε”, [National Industriavery Act (NIRA, για την ακρίβεια)]

Πρόκειται για μια σειρά μέτρων κοινωνικής πρόνοιας που υιοθετήθηκαν μετά το κραχ του 1929, πιο συγκεκριμένα για ένα κουπόνι παροχής οικιακού εξοπλισμού, στο πρόγραμμα ανάκαμψης της οικονομίας μετά την κρίση του 1928-1932.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Εργάτης τιμημένος” (1935)

Στίχ., μουσ.: Τούντας

ερμην.: Δούσας

"…τώρα με το εν-αρ-ε,

θα σου πάρω καναπέ…"

νταβατζής (ο)

ο εκμεταλλευτής κοινών γυναικών, ο «προστάτης».

Από το τραγούδι:

“Η Κούλα” (1932)

Στ., μουσ.: Καρίπης

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…χτες σε είδα μεθυσμένη

μ΄έναν νταβατζή μπλεγμένη…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. davacι = συνήγορος < dava = δίκη].

νταγερές" ή “νταϊρές”

το ντέφι.

Ακούγεται στο τραγούδι “Βάρα νταγερέ” (1973)

των Λ. Παπαδόπουλου - Απ. Καλδάρα, με τη Χ. Αλεξίου

[< daire, λέξη αραβικής αρχικά προέλευσης και τουρκικής μετά.]

νταγιαντίζω (και νταγιαντώ) (ρ.)

Υπομένω, αντέχω.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Έχω μεράκι, έχω νταλγκά” (1928)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Αντ. Διαμαντίδης - Νταλγκάς

"…έχω μεράκι, έχω νταλγκά,

κανένας δεν τον νταγιαντά…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Dayand, από το ρ. dayan= στηρίζομαι, αντιστέκομαι].

νταής (ο)

ο γενναίος, το παληκάρι, ο τολμηρός, ο προκλητικός.

νταηλίκι (το)

η παλληκαριά, το ζοριλίκι.

Λέγεται και ειρωνικά, με την έννοια του ψευτοπαλληκαρά, του κουτσαβάκη.

νταηλίζω (ρ.)

κάνω τον νταή.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Κορόιδο” (1935)

Στ., μουσ., ερμηνεία: Βαμβακάρης

"… Πόσες κλωτσιές έχεις να φας

που πάντα νταηλίζεις…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. dayi].

νταλκάς (και νταλγκάς) (ο)

νταλκαδάκι (και νταλγκαδάκι) (το)

ο πόθος, η επιθυμία, ο σεβντάς, ο πόνος.

Ακούγεται σε αρκετά τραγούδια, όπως στο: “Έχω μεράκι, έχω νταλγκά” (1928)

Στίχ., μουσ., ερμην.: Αντ. Διαμαντίδης - Νταλγκάς

"…έχω μεράκι, έχω νταλγκά,

κανένας δεν τον νταγιαντά…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. dalga = κύμα].

νταμίρα (η)

είναι μια ακόμα ονομασία για το χασίς

Ακούγεται στο τραγούδι: “Κουβέντα με το Χάρο” (1935)

Στ. - Μουσ. Τούντας

Ερμην.: Ρούκουνας

"…πες μας, βρε Χάρε, να χαρείς: Τι κάνουνε τ’ αλάνια;

Βρίσκουν νταμίρα , έχουν λουλά, ή κάθουνται χαρμάνια;…"

νταραβέρι (το)

Οποιαδήποτε συναλλαγή, εμπορική σχέση, δοσοληψία., κοινωνική σχέση ή σχέση οικειότητας.

Επίσης, ο θόρυβος, η αναστάτωση, ο διαπληκτισμός.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Απονιά θα πει γυναίκα” (1954)

Στίχ.: Χρ. Γιαννακόπουλος, μουσ.: Μ. Σουγιούλ

ερμην.: Τρίο Κιτάρα

“…το νταραβέρι της πάντα να γίνεται…”

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. dare – avere = δούναι – λαβείν].

νταρντάνα (η)

η ψηλή, η εύσωμη και ωραία γυναίκα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Είσαι φάντης” (1936)

Στ., μουσ.: Γρ. Ασίκης

Ερμηνεία: Αμπατζή

"…και πώς με εκατήντησες

κοπέλα σαν νταρντάνα…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. tartana = πλατύ φορτηγό καράβι, μεγαλόσωμη γυναίκα].

Ντεπώ ή Ντεπό (το)

Περιοχή στην ανατολική Θεσσαλονίκη.

Παλιότερα, είχε τους μεγαλύτερους μύλους των Βαλκανίων και ονομαστές ταβέρνες, όπως τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα», γνωστή και από το «Μπαξέ τσιφλίκι» του Τσιτσάνη.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ο Ασυρματιστής” (1938).

Στ., μουσ. : Τσιτσάνης.

Ερμην :Τσιτσάνης, Περδικόπουλος.

"… μα πήρα τον ασύρματο και έγινα προφήτης.

στον ώμο τον φορτώνομαι και στο Ντεπώ πηγαίνω…"

[ΕΤΥΜ. < γαλλικ. dépôt η αποθήκη].

ντερμπεντέρης (ο) ντερμπεντέρισσα (η)

ο λεβέντης, ο ανοικτόκαρδος, άνθρωπος που διασκεδάζει χωρίς να νοιάζεται για το μέλλον, ο κουβαρδάς.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Ταταυλιανή τσαχπίνα” (1929)

Άγνωστων δημιουργών, που ερμήνευσε ο Αν. Νταλγκάς.

"…ντερμπεντέρισσα μελαχρινή

μου΄χεις κάψει την καρδιά μου

και δεν βρίσκω τη γιατρειά μου…"

[ΕΤΥΜ. < από την τούρκικη λέξη “derbeder” που σημαίνει αλήτης, τυχοδιώκτης].

ντερτιλής (ο)

Αυτός που έχει ντέρτι, πόνο, καημό.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Παραμυθάκι μου”

Στίχ.: Λ. Παπαδόπουλος

Μουσ.: Μάνος Λοΐζος

Ερμην.: : Γιάννης Καλατζής

"…σου 'παν πως είμαι μπελαλής

άντρας βαρύς και ντερτιλής…"

[τουρκ. dertili < derti = βασανισμένος].

ντερτσάκι, τερτσάκι (το)

Η τρίτη φωνή.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Μια συννεφιασμένη νύχτα”

Στ., μουσ.: Ροβερτάκης

Ερμηνεία: Παγιουμτζής

"…ήτανε και ο Στελάκης

το ντερτσάκι το γλυκό

ήτανε και ο Μητσάκης…"

[ΕΤΥΜ. < ιταλ. τerzo = τρίτος].

ντιντής (ο)

  1. Ο καλοαναθρεμμένος νέος της καλής κοινωνίας, με το προσεγμένο ντύσιμο, σε αντιδιαστολή με το μάγκα ή το εργατόπαιδο, ο κομψευόμενος μεγαλοαστός.

Αλλά, και ο άνδρας ο μαλθακός, ο χωρίς έκδηλο ανδρισμό.

  1. Σύμφωνα με το "Λεξικό της Πιάτσας’ του Ζάχου (εκδόσεις Κάκτος)

ντιντής, ( κοροϊδευτικά) είναι άτομο λεπτεπίλεπτο και αναθρεμμένο κατά το δυτικοαστικό τρόπο.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Θέλω άντρα ν’ αγαπάει” (1949)

Στίχ.: Ρούτσος, μουσ. Μ. Χιώτης

ερμην.: Χασκήλ - Μπίνης - Χιώτης

"…να μου λείπουν οι ντιντήδες οι μοντέρνοι,

θέλω άντρα ν’ αγαπάει και να δέρνει…"

[ΕΤΥΜ.: Ο Ζάχος Ε. πιστεύει ότι προήλθε ο όρος από το Ντίντης ή Ντιντής, χαϊδευτικό του Δημήτρη, στην επτανησιακή διάλεκτο, κι από το κύμα Επτανησίων που είχε έρθει τον περασμένο αιώνα να ενισχύσει την αθηναϊκή αριστοκρατία και να την επηρεάσει σοβαρά με την ιταλοευρωπαϊκή, ψευτοαστική, συμπεριφορά και γλώσσα του.

Άλλοι, πάλι, θεωρούν ότι είναι υποκοριστικό του Κων/νου, ίσως ενός κομψευόμενου μεγαλοαστού που με την εμφάνιση και τους τρόπους του έγινε πρότυπο μίμησης και για άλλους της τάξης του και συνετέλεσε στην ονοματοδοσία αυτής της κατηγορίας ανδρών].

ντιστεγκές (ο)

Ο διακεκριμένος,ο εκλεκτός, ο κομψευόμενος, ο έχων επιτηδευμένα λεπτούς τρόπους.

Ακούγεται στο τραγούδι «Ο Υμνούμενος» (1929) με τον Π. Κυριακό:

«…Ναυπλιώτης ντιστεγκές…"

επίσης, στις “Μπιτζιάμες” (1934) με τον Κατσαρό:

"…γιατί βγαίνουν κάτι νέοι που κάνουνε τον ντιστινγκέ

και δεν έχουνε δεκάρα για να πιουν έναν καφέ…"

[ΕΤΥΜ.<γαλλ. Distingue< λατ. Distinguo=διακρίνω]

ντορβάς (και τορβάς) (ο)

  1. ταγάρι από καραβόπανο, στο οποίο έβαζαν τροφή και το κρέμαγαν στα άλογα, μέσα από τη μουσούδα τους.

  2. Σακκίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο για τη μεταφορά τροφίμων στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της πεζοπορία, ταγάρι.

βάζω το κεφάλι μου στον τορβά

βάζω σε κίνδυνο τη ζωή μου, παίζω τη ζωή μου κορώνα - γράμματα, διακινδυνεύω.

Ακούγεται στο τραγούδι “Ο Λαθρέμπορας” (1934)

Στίχ., μουσ.: Β. Παπάζογλου

Ερμην.: Περπινιάδης

«…και το κακό κεφάλι σου

μες στον τορβά να βάζεις…»

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. torba < περσ. Tobra]

ντόρτια (τα)

Φέρνουμε “ντόρτια”, όταν δείχνουν και τα δυο ζάρια τον αριθμό τέσσερα στο τάβλι.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Ο Κουμαρτζής” (1939)

Ερμην.: Πιπεράκης (Χαριλ. Κρητικός)

"…ντόρτια και ντούσες έρχονται

τρομάρα μου και χάνω τα λεφτά μου…"

[ΕΤΥΜ. <τουρκ. dort = τέσσερα (από τα περσ.) ]

ντουζένι (το), ντουζένια (τα)

  1. Τάξη, αρμονία.

  2. Σαν φράση, “είμαι στα ντουζένια” σημαίνει “έχω κέφια”.

  3. Για το μπουζούκι π.χ. η φράση “είναι στο ντουζένι”, έχει την έννοια “είναι καλά κουρδισμένο”.

(Ντουζένι έλεγε ο Μάρκος το κούρδισμα ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ, το έλεγε και “ευρωπαϊκό” και μ΄αυτό το κούρδισμα παίζονται όλοι οι δρόμοι, ενώ “Καραντουζένι” έλεγε το ΣΟΛ-ΛΑ-ΡΕ).

  1. Με την έννοια ντουζένι αναφερόμαστε σε όλα τα πιθανά κουρδίσματα των χορδόφωνων με τρείς χορδές (δηλαδή το κανονάκι π.χ. δεν έχει κούρδισμα σε ντουζένι). Έτσι, το καραντουζένι είναι ένας από πολλούς τρόπους κουρδίσματος σαζοειδών οργάνων.

Συνήθως οι δύο πρίμες νότες είναι σε απόσταση τέταρτης και η τρίτη (η μπουργκάνα) μπορεί να είναι οποιοσδήποτε σχεδόν φθόγγος της οκτάβας. Ήταν συνηθισμένο κατά τη διάρκεια του παιξίματος και ανάλογα με το κομμάτι που θα ακολουθούσε, να αλλάζει συχνά το κούρδισμα της μπουργκάνας, άρα και το ντουζένι.

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. λέξη " düzen" που σημαίνει ''κανόνας", “αρμονία”, “οργάνωση”. “κανονικότητα”, 'ακόρντο", “συμφωνία”].

ντουμάνι (το)

ο πυκνός καπνός που δημιουργεί αποπνικτική ατμόσφαιρα.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Εφουμέρναμε ένα βράδυ” (1932)

Στ. - μουσ. - ερμ.: Βαμβακάρης

"…κι έρχουνται δυο πολιτσμάνοι

και δεν βρίσκουνε ντουμάνι…"

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. Duman = καπνός, γεμάτο καπνό].

ντουμπλάρω (ρ.)

  1. Καλύπτω την επιφάνεια ενός μετάλλου με άλλο πολυτιμότερο ή ανθεκτικότερο ή εσωτερικά ένα συνήθως λεπτό ή διαφανές ύφασμα με άλλο χοντρότερο (φοδράρω).

  2. Διπλασιάζω

  3. Αντικαθιστώ.

ντουμπλέ (το)

η κάλυψη, η επένδυση.

Ακούγεται στο τραγούδι: “Εγώ θέλω πριγκηπέσα” (1936)

Στ., μουσ.: Γ. Τσαούς

Ερμην.: Καλυβόπουλος

"…κάθε είδους αργιλέ

με διαμάντια όλο ντουμπλέ…"

[ΕΤΥΜ. <γαλ. doubler = διπλασιάζω < λατιν. duplus = διπλός, διπλάσιος].

ντουμπλέδες (οι)

οι διπλοί λουλάδες, ίσως για άμεση αντικατάσταση μετά τη χρήση.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Σ’ ένα τεκέ σκαρώσανε” (1936)

Στ., μουσ.: Τσιτσάνης, Περδικόπουλος

Ερμηνεία: Γ. Μηττάκη

"…τον τεκετζή εδιάταζαν

τις λουλαδιές ντουμπλέδες…"

[ΕΤΥΜ. <γαλ. doubler = διπλασιάζω < dublus, λατιν. = διπλός, διπλάσιος.]

ντούρος, -α, -ο

ο σκληρός, ο αλύγιστος, ο στητός, ο άκαμπτος.

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Η Λιλή η σκανταλιάρα” (1932)

Στ., μουσ.: Τούντας

Ερμηνεία: Εσκενάζυ

"…Δεν με μέλλει εμένα αν εισ΄αλάνης απ΄τον Κοπανά

και τον ντούρο, βρε μάγκα, μη μου κάνεις…"

[ΕΤΥΜ. <ιταλ. Duro < λατιν. Durus].

ντούσες (οι)

διπλά, δυάρες.

Ακούγεται στο παραδοσιακό τραγούδι: “Ο Κουμαρτζής” (1939)

Ερμην.: Πιπεράκης (Χαριλ. Κρητικός)

"…ντόρτια και ντούσες έρχονται

τρομάρα μου και χάνω τα λεφτά μου…"

[ΕΤΥΜ. <από το deuce]

Ξ

Ξαβέρι (το)

Η ακτή του Αλκίμου προς τον Κωφό λιμένα του Πειραιά.

Από το τραγούδι : “Ξαβεριώτισσα” (1938)

Στ., μουσ. : Δ. Γκόγκος (Μπαγιαντέρας)

Ερμην. : Παγιουμτζής, Περπινιάδης.

[ΕΤΥΜ. <Από το όνομα του Ιταλού ναυπηγού Ξαβερίου Στέλλα που είχε στην περιοχή αυτή ναυπηγείο καϊκιών]

ξέμαγκας (ο)

Αυτός που αποφασίζει να αφήσει την ανέμελη ζωή και να ζήσει προγραμματισμένα.

Ακούγεται στο ομώνυμο τραγούδι: “Ο ξέμαγκας” (1935)

στίχ., μουσ.: Β. Παπάζογλου

ερμην.: Ρ. Αμπατζή

ξεφτέρια (τα)

τα εξαπτέρυγα

Ακούγεται στο τραγούδι:

“Ο Μάρκος ο πολυτεχνίτης” (1937)

Στ., μουσ.: Βαμβακάρης

Ερμηνεία: Βαμβακάρης, Καρίβαλη

"…μόνο που δεν κουβάλησα

του Αγιωργιού ξεφτέρια…"

[ΕΤΥΜ. < εξ + πτέρυξ]

1 Like