Το βιολί στην Ελλάδα και η σχέση του με την κοινωνική διαστρωμάτωση

Σε άλλη συζήτηση, σχετικά με το βιολί στην Κρήτη, γράφτηκαν μερικά μηνύματα που πιάνουν το θέμα της ευρύτερης παρουσίας και χρήσης του βιολιού στην Ελλάδα. Τα μάζεψα όλα εδώ.

1.

2.

3.

4.

5.

6.

7.

8.

Για τη λαϊκότητα του βιολιού, ας βάλω κι εγώ δυο εικόνες.
Η μια μεταξύ 1607-1681:
http://musickshandmade.com/lute/paintings/view/289
Η άλλη μεταξύ 1581-1666:

Αλλού πάλι συναντάμε περισσότερο γκάιντες:
http://www.friendsofart.net/en/art/pieter-bruegel-the-younger/the-peasant-wedding

Άιντε και κανένα κιθαρόνι:

Νομίζω ότι πρέπει να πιάσουμε την ιστορία από τη στιγμή που έρχεται το βιολί στην Ελλάδα. Το πώς είχε εξελιχθεί πιο πριν δεν άπτεται του θέματος.

Ομολογώ ότι δεν ξέρω πότε πρωτοήρθε στην Ελλάδα. Δεν έχω υπόψη μου κάποια εργασία ανάλογη με αυτήν της Μαζαράκη για το λαϊκό κλαρίνο. Πάντως μιας και η Μαζαράκη γράφει ότι το κλαρίνο μπήκε στην Ελλάδα από διάφορες ανεξάρτητες εισόδους, είναι πιθανόν να συνέβη κάτι ανάλογο και με το βιολί. Σε γενικές γραμμές έχω την εντύπωση ότι το βιολί στην Ελλάδα είναι πολύ πιο παλιά ιστορία από το κλαρίνο.

Επίσης, πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένοι ως προς το τι εννοούμε «ανώτερες» και «κατώτερες» τάξεις. Άλλα χαρακτηριστικά και άλλες διαφορές έχουν στις πόλεις και άλλες στην ύπαιθρο.
Εδώ πρέπει να κάνω μία διόρθωση σε όσα έγραψα παλιότερα:
Η λογική «Ο λαϊκός άνθρωπος δεν αγόραζε, έφτιαχνε (το σπίτι του, το φαϊ του, τα ρούχα του)» (μνμ 1) ισχύει για τα χωριά. Οι παλιοί αγρότες δεν είχαν σχεδόν καμία επαφή με αυτό που σήμερα λέμε καταναλωτισμό. Δεν άκουγαν καν μουσική, γιατί κι αυτό είναι μια μορφή κατανάλωσης. Έκαναν οι ίδιοι τη μουσική τους, και όχι για ψυχαγωγία αλλά κυρίως για σκοπούς λειτουργικούς / τελετουργικούς. Η σχέση «εσύ προσφέρεις τις μουσικές σου υπηρεσίες - εγώ ακούω και (ενδεχομένως) αμείβω» υπήρχε στις οικονομικά ανώτερες τάξεις, που ήταν εξίσου καταναλωτικές και στις υπόλοιπες πτυχές της ζωής τους, όντας μακριά από την πρωτογενή παραγωγή. Ακόμη κι όταν οι άρχοντες ή οι αστοί έκαναν μουσικές σουαρέ μεταξύ τους, χωρίς να καλούν επαγγελματίες μουσικούς, κάποιος «έκανε πρόγραμμα» και οι άλλοι άκουγαν. Δε γινόταν συμμετοχική δημιουργία όπως σ’ ένα γλέντι.
Στις πόλεις όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Κέντρα όπου μαζευόταν η φτωχολογιά για να ακούσει («καταναλώσει») τη μουσική που κάποιοι έπαιζαν γι’ αυτούς υπήρχαν από αρκετά παλιά. Επομένως, όταν η Ελένη λέει «Δεν ήταν της αριστοκρατίας όργανο το βιολί, λαϊκό ήταν και αυτό. Τόσα ρεμπέτικα που ηχογραφήθηκαν με τη συνοδεία βιολιού, ήταν της αριστοκρατίας, τότε;» (μνμ 4), έχει δίκιο. Η απάντησή μου ότι εκεί υπήρχε διάκριση μουσικού - ακροατή, πράγμα που δεν είναι «λαϊκό», δεν είναι σωστή γιατί μεταφέρει τα δεδομένα του χωριού στην πόλη.

Κάθε όργανο είναι πιθανόν να το δανείστηκε κάποια κατηγορία πληθυσμού από κάποια άλλη. Υπάρχουν ένα σωρό παραδείγματα εκλαΐκευσης «αρχοντικών» ή λόγιων οργάνων, αλλά και άλλα τόσα παραδείγματα της αντίστροφης πορείας.

Τώρα, το θέμα είναι η κάθε πληροφορία που διαθέτουμε να μπει στη σωστή της σειρά ως προς τον χρόνο και τον γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο, ώστε να μπορέσουμε να διαγράψουμε την πορεία του βιολιού. Εκτός βέβαια αν βρούμε ότι κάποιος το έχει ήδη κάνει!

Η παρουσία του βιολιού στη χώρα μας, εκτός από τα δημοτικά μας τραγούδια, φαίνεται και από συγκεκριμένες, καταγραμμένες, και ακριβέστατα χρονολογημένες, πληροφορίες.

  1. 17ος αιώνας, Μαρίνος Μπουνιαλής : “Βγιολιά να παίζουν, λαγούτα να λαλούσι…”.
  2. 1677, John Covel, από περιγραφή ενός γλεντιού στη Χίο, υπάρχει αναφορά και στο βιολί.
  3. Π. Σκουζές, στο χρονικό του , γύρω στο 1790, αναφορά σε έναν βιολιστή και καλό τραγουδιστή, Δημήτριο Καραουλάνη.
  4. Από το “Σεργιάνι στην Παλιά Σμύρνη” του Σμυρνιού Σωκράτη Προκοπίου η αναφορά στο βιολάτορα Μεμετάκι:

Μα το βιολί του παίζοντας γιʼ αυτούς το Μεμετάκι,
τους ήτανε να σπάζουνε ποτήρια απʼ το μεράκι…
Του Μεμετάκι οι δοξαριές, αλήθεια, πως το “λενε”,
κάνουν και πέτρινες καρδιές και τα θεριά να κλαίνε.

  1. Αρκετοί βιολάτορες (έχω τα ονόματα, για όποιον ενδιαφέρεται) αναφέρονται στη Σμύρνη και όλοι τους είναι γνωστοί και με τα παρατσούκλια τους, κάτι που φανερώνει τη λαϊκότητά τους.

  2. Το αρχείο των εφημερίδων είναι …θησαυρός για αλίευση πληροφοριών!
    Όσον αφορά τη Μεσσηνία, την Καλαμάτα.
    Εφημερίδα “Θάρρος”, 27-2-1899. Απόκριες. “Ο βιολιτζής Γιωργής Αναστασέας σφάζει καρδιές με το βιολί του στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου”.
    Από την ίδια εφημερίδα, 6/8/1899, αναφέρεται ο λαϊκός βιολιτζής Μήτσος, που επειδή το ακροατήριό του δεν χωρούσε στο καφενείο, του έστησαν μια έδρα στον ποταμό Νέδοντα που “με τους σπαρακτικούς ήχους του βιολιού του και μυς ορχούνται”…, με αποτέλεσμα όμως να βαρύνει η έδρα και να πέσουν όλοι τους στο ποτάμι…

  3. Σέμσης και Ογδοντάκης, οι λαϊκοί βιολιστές. Ο δεύτερος, όταν ήρθε στην Ελλάδα, έπαιζε σε ταβέρνες βιολί.

  4. Ίσως η σημαντικότερη πληροφορία που δείχνει τη λαϊκότητα του βιολιού είναι η παρουσία του στον Καραγκιόζη.
    Βιολάτορες έπαιζαν όχι μόνο πίσω από τον μπερντέ.
    Η εφημερίδα «Εστία», το 1901, αναφέρεται σε αυτοσχέδιες παραστάσεις θεάτρου σκιών που κατέληγαν σε ξενύχτι ως τις 2 το πρωί, με τραγούδια και χορούς, όταν μετά την παράσταση έβγαινε ο βιολιτζής στην πλατεία και γλένταγε με τον κόσμο μέχρι πρωίας.

Υ.Γ. Μπράβο στον Περικλή, για την πρωτοβουλία του να ανοίξει ξεχωριστό θέμα για το βιολί στη χώρα μας !!! :slight_smile:

Στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου το βιολί ήρθε σχετικά πρόσφατα. (Το ότι στη Χίο μαρτυρείται γλέντι με βιολί το 1677 ίσως εξηγείται επειδή η Χίος είναι σχεδόν Σμύρνη).
Αρχικά τα νησιά έπαιζαν τσαμπούνα, λύρα και σουραύλι. Το σουραύλι συνήθως δεν ήταν για γλέντια και χορούς αλλά για τη μοναχική διασκέδαση των βοσκών, σε μερικά νησιά όμως (Νάξο, Σέριφο) έπαιζε και σε χορούς. Συνοδεία είναι το τουμπάκι, εκτός από τα 12νησα όπου δεν υπήρχαν κρουστά. Πιθανόν να παίζονταν και ταμπουράδες (είναι π.χ. επιβεβαιωμένο για τη Σαμοθράκη), αλλά γι’ αυτό δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες.
Κάποια στιγμή εμφανίζονται τα «καινούργια» όργανα: βιολί, κλαρίνο, λαούτο και σαντούρι. Είτε όλα μαζί είτε ανά δύο ή ανά τρία αρχίζουν να διαδίδονται στα νησιά. (Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το κλαρίνο υπήρξε νησιώτικο όργανο σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι συνήθως πιστεύουμε: Πάρο, Νάξο, Σαντορίνη, Ανάφη, Χίο ακόμη και σήμερα, Κρήτη ένα διάστημα κλπ.).
Πολλοί οργανοπαίχτες πήγαιναν από τα νησιά τους στη Σμύρνη ή στην Πόλη να μάθουν τα καινούργια όγανα, κι έφερναν σκοπούς όπως ο Πολίτικος συρτός, ο Συληβριανός συρτός, διάφοροι μπάλοι κλπ. (Το παλιό ντόπιο ρεπερτόριο ήταν και πάλι συρτά και μπάλοι, αλλά πολύ διαφορετικά, με πιο τραχύ και “πρωτόγονο” ήχο.) Αφού το ρεπερτόριο των καινούργιων οργάνων ερχόταν από την ανατολή, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι και τα ίδια τα όργανα από κει ήρθαν. Δεν είναι όμως και βέβαιο.
Σταδιακά συνέβησαν δύο πράγματα: αφενός το βιολί εκτόπισε τη λύρα, αφού ήταν ένα παρόμοιο αλλά πιο εξελιγμένο όργανο. Αφετέρου το σύνολο των καινούργιων οργάνων άρχισε να εκτοπίζει τα παλιά, χωρίς να γίνεται άμεση αντικατάσταση. Αυτός είναι ο λόγος που η τσαμπούνα επιβιώνει, έστω και οριακά, πολύ μετά από τη λύρα.
Τα καινούργια όργανα διαδόθηκαν από τα πάνω προς τα κάτω: ξεκίνησαν ως όργανα για τους γάμους και τα γλέντια των πλουσίων, και σταδιακά εκλαϊκεύτηκαν. Αυτή η κοινωνική διάκριση αφορά τους ακροατές, όχι τους ίδιους τους οργανοπαίχτες. Μέχρι εποχές που μαρτυρούνται από ζωντανούς ακόμη ανθρώπους, στις τσαμπούνες μπορούσες να χορέψεις μ’ ένα πενηνταράκι, ενώ τα βιολιά είχαν πολύ πιο ψηλό κασέ. Συνεπώς το να πας στη μία ή την άλλη ζυγιά ήταν και μέσο κοινωνικού αυτοπροσδιορισμού: μπορεί να είμαι αγρότης, αλλά έχω κάνει ειδικές οικονομίες για να πάω να τα ρίξω ένα βράδυ στα βιολιά και να με ζηλέψουν όλοι!
Το πέρασμα από τη λύρα στο βιολί σε γενικές γραμμές ακολουθεί παντού το ίδιο μοτίβο: αρχικά υπάρχουν όλο λυράρηδες. Κάποιος πρωτοφέρνει το βιολί. Ορισμένοι λυράρηδες μαθαίνουν και βιολί. Η λύρα περιορίζεται σε όργανο προπαρασκευαστικό για όποιον θέλει να μάθει βιολί, καθώς και σε όργανο που παίζεται ερασιτεχνικά στις παρέες. Τελικά η λύρα χάνεται.
Παράδειγμα αυτής της πορείας: Στην Κίσαμο ο Ν. Χάρχαλης (γενν. 1884), θέλοντας από μικρός να μάθει βιολί, ξεκίνησε μ’ ένα λυράκι που έφτιαξε μόνος του. Στην πορεία ο πατέρας του του πήρε λύρα και τελικά έφτασε, όπως ήταν εξαρχής ο στόχος του, στο βιολί. Εκείνο τον καιρό υπήρχαν πολλές λύρες στα Χανιά και συγκεκριμένα στην Κίσαμο, αλλά έπαιζαν κυρίως ερασιτεχνικά, ενώ στις πιο επίσημες περιστάσεις κυριαρχούσε το βιολί. (Συνέντευξη Χάρχαλη). Στην άλλη άκρη της Κρήτης ο Κιρλίμπας (Γιάννης Σολιδάκης, γενν. 1896), ονομαστός λυράρης στο χωριό του τη Μαρωνιά Σητείας και σε γύρω χωριά, έμαθε και βιολί όταν πήγε να μείνει στη Γεράπετρο, επειδή εκεί με το βιολί γλεντούσαν (άρα άλλα γούστα η πόλη κι άλλα το χωριό). Η φήμη που έχει αφήσει είναι ως λυράρης, ωστόσο οι άνθρωποι που τον πρόλαβαν, αν μεν ήταν Γεραπετρίτες ξαφνιάζονταν μαθαίνοντας ότι έπαιζε και λύρα, αν δε ήταν από τα χωριά ξαφνιάζονταν αντίστροφα μαθαίνοντας ότι έπαιζε και βιολί. (Γιώργης Λαγκαδινός: Μουσικοί της Αυγής). Τη λύρα ως «εργαλείο» εκμάθησης του βιολιού την έχω ακούσει να αναφέρεται και για την Αίγινα (Μ. Δραγούμης, ένθετο φυλλ. του δίσκου Αίγινα, ΜΛΑ).
Σήμερα όσοι παίζουν τα παλιά όργανα -δηλαδή την τσαμπούνα ουσιαστικά, πλέον- παίζουν σχεδόν μόνο ερασιτεχνικά και παρεΐστικα, ενώ όλες οι επίσημες περιστάσεις κυριαρχούνται από τα βιολιά. Εξαίρεση αποτελούν οι Απόκριες, που παρουσιάζουν μεγαλύτερη αντίσταση στις εξελίξεις.
Η λύρα δε χάθηκε ποτέ από: την Κρήτη (όπου όμως μετασχηματίστηκε σε πολύ πιο “σύγχρονο” όργανο, κατά τα πρότυπα του βιολιού), την Κάρπαθο, την Κάσο και τη Χάλκη. Επιβιώνει, αλλά μάλλον οριακά, και στη Ρόδο, την Λέρο, την Ικαρία, τη Λήμνο, την Εύβοια. Από τις Κυκλάδες η τελευταία που τη διατήρησε μέχρι το '80 ήταν η Σαντορίνη.

Να το δούμε και λίγο χρονολογικά:

Στη Νάξο τα βιολιά πρωτοεμφανίζονται το 1880, κατά τον Σταύρο Σπηλιάκο (Παιχνίδια και παιχνιδιατόροι του χορού στη Νάξο).
Στη Νίσυρο, την Κάλυμνο και πιθανώς και σε άλλα 12νησα η παράδοση του βιολιού ξεκινάει από τον Γιώργο Μακρυγιάννη ή “Νισύριο”, από τη Νίσυρο φυσικά, πολυτάξιδο μουσικό για τον οποίο θα μάθουμε περισσότερα από μια έκδοση που την περιμένω πώς και πώς τώρα όπου να 'ναι, ένα σιντί με επιμέλεια Ν. Διονυσόπουλου. Προς το παρόν τον έχω σε μια ηχογράφηση του 1918.
Στην Κάρπαθο το βιολί το πρωτοέφερε ο Γιάννης Παπουτσάκης το 1926. Ήταν καταγωγής από διάφορα νησιά, γεννήθηκε στη Ρόδο και σπούδασε δάσκαλος. Εκεί έμαθε και το βιολί, όχι ως λαϊκό όργανο αλλά ως του αστικού πολιτισμού. Το '26 εγκαταστάθηκε στην κάρπαθο, όπου άρχισε να βγάζει στο βιολί και τους καρπάθικους σκοπούς. Η γλύκα του παιξίματός του είναι σήμερα θρύλος στο νησί. Έβγαλε μερικούς μαθητές, και έκτοτε το βιολί έχει μια κάποια παρουσία στην κάτω Κάρπαθο, αλλά με τη λύρα να παραμένει πάντα κυρίαρχο όργανο.
Στη Σύρα η ακμάζουσα μεγαλοαστική τάξη (Χιώτες και άλλοι εφοπλιστές και έμποροι) είχε ορχήστρες, όπερα και γενικά όλη την κουλτούρα της διεθνούς μεγαλοαστικής τάξης από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης της Ερμούπολης, μέσα στην Επανάσταση (Αγγελική Κάιλ, εισαγωγή στην Αυτοβιογραφία του Μ. Βαμβακάρη).

Με συγκεκριμένα στοιχεία αυτά μόνο ξέρω.

Θεωρώ λογικό να υποθέσουμε ότι και στη στεριανή Ελλάδα η εξέλιξη πρέπει να ήταν παρόμοια, ίσως όμως να συνέβη νωρίτερα. Δηλαδή το βιολί να πρωτοβγήκε στις ανώτερες τάξεις και στις πόλεις, κι από κει να διαδόθηκε στις λαϊκές τάξεις και στην ύπαιθρο, και μάλιστα πρώτα στις λαϊκές τάξεις των πόλεων και μετά της υπαίθρου.

Δεν ξέρω πράγματι, να υπάρχει εργασία που να καταπιάνεται με το πότε και πώς ήρθε το βιολί στην Ελλάδα. Όποιος βρει, κερδίζει το γνωστόν. Προσοχή πάντως, με την εργασία της Μαζαράκη: Μπάζει, κυρίως γιατί οι πηγές της είναι, σχεδόν αποκλειστικά, οι συνεντεύξεις της με οργανοπαίκτες. Χωρίς αμφιβολία όμως, η έλευση του βιολιού είναι πολύ προγενέστερη από εκείνην του κλαρίνου.

Εκτός από τις γραπτές πηγές που αναφέρει η Ελένη, υπάρχουν και οι τοιχογραφίες σε εκκλησίες. Δεν έχω μπροστά μου τον Ανωγειανάκη, εδώ στο εξοχικό, αλλά ρίξτε κάποιος μια ματιά. Μέχρι και συμπαθητικές χορδές έχουν κάποια βιολιά. Να δούμε επίσης, που δεν το θυμάμαι, αν τα βιολιά οι άγγελοι τα στηρίζουν στον ώμο ή στο γόνατο: νομίζω ότι είναι ήδη μαρτυρημένο ότι αρχικά, το βιολί στηρίχθηκε και αυτό στο γόνατο, όπως η λύρα.

Η πληροφορία του “Θάρρους” έχει περισσότερη σημασία για την αναφορά στο ζεϊμπέκικο, χορό άγνωστο τότε στην μωραΐτικη ύπαιθρο, παρά για το βιολί, που σίγουρα υπήρχε στην Πελοπόννησο στο γύρισμα του αιώνα.

Η Λίσμπετ Τόρπ αναφέρει ότι και ο παπούς του Σέμση έπαιζε βιολί, και επίσης ότι τα κατασκεύαζε ο ίδιος. Και μην ξεχνάμε και τον Γιοβανίκα στη Σμύρνη.

Βεβαίως, μπράβο στον Περικλή!

Και κάτι ακόμα: Στο Δαδί του Παρνασσού (Αμφίκλεια) υπήρχε τον 19ο αιώνα ανθούσα βιοτεχνία κατασκευής λυρών. Όποιος έχει πληροφορίες, κυρίως χρονολογικές, ας τις αναφέρει αφού δεν μπορώ να βρώ εδώ το σχετικό άρθρο.

Η δισκογραφία του Μακρυγιάννη ξεκινάει το 1917 (Νέα Υόρκη) κι όχι το 1918. Περικλή, προφανώς αναφέρεσαι στην γνωστή εκτέλεση του Αϊβαλιώτικου ζεϊμπέκικου (;).

Οι περισσότερες πληροφορίες που έχω δει συγκεντρωμένες για τον Σέμση είναι σ’ αυτή την εργασία, που την ξαναέχουμε αναφέρει.

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 20:49 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 20:23 —

Όχι, σκέτο ζεϊμπέκικο. Αρκετά γνωστή μελωδία, αλλά δεν ξέρω αν έχει κάποιον άλλο τίτλο. Σ’ ένα σιντί-αρπαχτή της εταιρίας “Ελληνικός δίσκος” (μετάλλαξη της ΦΜ ρέκορντς).
Δεν ήξερα ότι είχε γράψει στην Αμερική.
Εσύ Πάνο λες αυτό (2:23 και μετά). Πρώτη φορά το ακούω. Καταπληκτικό βιολί, αλλά πρέπει να πω ότι δε θυμίζει καθόλου το νησιώτικο και μάλιστα το καλύμνικο παίξιμο.

Προφανώς σχεδόν όλα τα μουσικά όργανα,
[με εξαίρεση κάποια πνευστά, ιδιαίτερα εύκολα και στην κατασκευή και στο παίξιμό τους]
πρέπει να ξεκίνησαν από τα ανώτερα - σχετικά - κοινωνικά στρώματα που τα γνώρισαν ταξιδεύοντας σε άλλες χώρες και τα οποία είχαν την πολυτέλεια του χρόνου και κυρίως την οικονομική δυνατότητα εκμάθησής τους και φυσικά απόκτησής τους.
Αυτοί τα πρωτογνώρισαν και στους υπόλοιπους, στον τόπο εγκατάστασής τους, και από εκεί και πέρα το καθένα από αυτά ακολουθεί την πορεία του, κάτω από συγκυρίες διαφορετικές.

Από αυτό τον κανόνα δεν γινόταν να εξαιρεθεί το βιολί, όπως και τόσα άλλα, η λύρα, ο ταμπουράς, το λαούτο κ.λπ.

Για την πορεία κάθε οργάνου από αυτό το στάδιο και μετά ευτυχώς σήμερα υπάρχουν πηγές, στις οποίες μπορούμε να ανατρέξουμε και να διαφωτιστούμε.

Νίκο, πραγματικά ο Ανωγειανάκης αναφέρεται στα βιολιά με συμπαθητικές χορδές και στους λαϊκούς βιολιτζήδες και στον ιδιαίτερο τρόπο παιξίματός τους.
Άψογη και η εργασία για το Σέμση!

Τα όργανα που μπορεί κανείς να φτιάξει μόνος του ήταν αρκετά για να καλύψουν ολοκληρωμένα την κάθε τοπική παράδοση. Τέτοια όργανα ήταν και οι λύρες. Επίσης ήταν και οι ταμπουράδες, για τους οποίους όμως ξέρουμε ότι επίσης υπήρχαν και στη λιγότερο λαϊκή (τουλάχιστον λιγότερο αγροτική) εκδοχή που έφτιαχναν οι επαγγελματίες οργανοποιοί. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι η φορά της εξέλιξης: ο αγροτικός ταμπουράς τελειοποήθηκε στις πόλεις, ή ο αστικός απλοποιήθηκε στα χωριά;
Πάντως το βιολί ήρθε στην Ελλάδα εξαρχής στην τελειοποιημένη εκδοχή του. Έχω δει και βιολί από λαϊκό πρακτικό μάστορη, που μάλιστα υπερηφανευόταν ότι είναι σκαφτό και δεν κατέφυγε στην εύκολη λύση να το κάνει κομμάτι κομμάτι (!!), αλλά αυτές είναι εξαιρέσεις.

Ο γέρο Βασιλάκης Κοντάκης και ο γέρο Σωτάκης ήταν αρματωλοί, ακτήμονες και στο τέλος της επανάστασης άνεργοι. Κατέβηκαν λοιπόν από το Βουργαρέλη, το χωριό τους, πήραν ένα βιολί κι ένα λαούτο και με κόπους ψευτομάθανε δύο τραγούδια. Το ένα ήταν το “Λαγιαρνί”, (Κλέφτες βγήκαν στα βουνά), το άλλο ήταν αλέγρο σαν χώρα, πού το ‘λεγαν “Το Γιομάτο”. Μ’ αυτά τα δύο λοιπόν για ρεπερτόριο πήγαιναν στους γάμους: “ήρθαμε να παίξουμε”. “Δε θέλουμε” απαντούσαν και έκαναν να τους διώξουν. Τότε εκείνοι έδειχναν τα καριοφίλια τους: “θα παίξουμε”. Κι έπαιζαν. Όπως έλεγαν τότε, έπαιζαν “στανικώς”, δηλαδή με το στανιό. Με την απειλή των όπλων έπαιζαν συνέχεια το “Λαγιαρνί” και “Το Γιομάτο” κι έπειτα μάζευαν τα χρήματα, την αμοιβή τους. Ποιός τολμούσε να μιλήσει. Η λαική παροιμία, το “Λαγιαρνί και το Γιομάτο και τα λεφτά στο πιάτο” είναι η απάντηση των οργανοπαιχτών εκείνων, στις εύλογες διαμαρτυρίες των ακροατών, για το ότι δεν ήξεραν τίποτ’ άλλο να παίξουν.

…Ήταν μια επαναστατική περίοδος στη μουσική…

Ιάκωβος Ηλίας (Βιολί)

Γεννήθηκα 2 Νοεμβρίου εις στα Μέγαρα Αττικής το 1906. Όλη η γενιά η δική μου πάππου προς πάππου ήταν βιολιτζήδες.

Από το βιβλίο λαϊκοί πρακτικοί οργανοπαίχτες, του Γιώργου Παπαδάκη, 1983.

Εγώ είδα ότι ο Χάρχαλης μόνο για δύο – τρεις λυράρηδες κάνει λόγο. Ο ένας από αυτούς λέει ότι συνεργαζόταν και με κλαρίνο, αναφέρει επίσης και το άλλο, «εμείς δηλαδή πάντα παίζαμε βιολιά. Και η δική μου γενιά και του πατέρα μου και του παππού μου και ολωνών. Παλιά άμα με ρωτήσεις δεν κατέω ήντα όργανα είχανε……μπορεί να είχανε τα θιαμπόλια πώς τα λένε κι άλλα και μαντολίνα ναι».

Έχω δει κι εγώ κάτι τέτοιο από λαϊκό πρακτικό μάστορα αλλά και διάφορα άλλα ιδιοκατασκευάσματα - πατέντες. Συνηθίζονταν αρκετά από κάποιους αυτό παλιότερα μέχρι να αποκτήσουν ένα κανονικό βιολί.

Λέει και: «Τώραʼδά, ανε παίζανε κι άλλοι, αλλά όχι στα γλέντια, ναι, ήτανε μερικοί, κατέω μερικούς μα δε ζούνε εδά…». Τώρα δε θα τα χαλάσουμε για το πόσοι ήταν οι μερικοί. Το θέμα είναι ότι το επίσημο όργανο ήταν το βιολί, και η λύρα ήταν κυρίως των ερασιτεχνών. Κι επίσης ότι το ρεπερτόριο ήταν διαμορφωμένο πάνω στο βιολί - ή, με άλλη οπτική, ότι το ρεπερτόριο που είχε διαμορφωθεί πάνω στο βιολί είχε ήδη επικρατήσει.

Όσο το σκέφτομαι…
Ίσως τελικά δεν είναι τόσο θέμα λαϊκής / αριστοκρατικής χρήσης, όσο θέμα κύρους και γοήτρου. Δεν ξέρω τι λογής μέρος είναι η Κίσαμος, αλλά έχω σχηματίσει από μακριά την εντύπωση ότι δεν πρέπει να πάσχει, ιδίως τότε, από σύνδρομα απαξιωμένου επαρχιώτη που για να ανέβει το κύρος του πρέπει να υιοθετήσει πρότυπα από άλλες τάξεις, αλλά μάλλον να είναι ένα μέρος που τιμά την τσοπανοσύνη κλπ. Οπότε το βιολί γι’ αυτούς μοιάζει να είναι μεν το σοβαρό, καλό όργανο, το όργανο αξιώσεων (ενώ η λύρα όχι), αλλά όλα αυτά για λόγους όχι ταξικούς.

Από την άλλη πάλι, τι σας λέει το γεγονός ότι σ’ όλη την Ελλάδα τα βιολιά είναι ίδια; Παντού παίζεται το κρεμονέζικο, δηλαδή το διεθνές βιολί. Δε δημιουργήθηκαν τοπικές παραλλαγές. Οι τοπικές παραλλαγές της τσαμπούνας είναι σχεδόν όσες και τα νησιά όπου παίζεται. Οι γκάιντες έχουν τουλάχιστον 6-7 παραλλαγές, οι λύρες πάλι κάτι ανάλογο. Για τους ταμπουράδες πολλά μεν δεν ξέρουμε, αλλά αμφιβάλλω αν έχουν βρεθεί δυο ίδιοι. Τα σάζια στην Τουρκία; Ωκεανός. (Τονίζω ότι αναφέρομαι σε τοπικές παραλλαγές, όχι σε ατομικές από μάστορα σε μάστορα).
Μήπως τελικά το βιολί κρατάει κάποια απόσταση, που δεν επιτρέπει στον άλλον να το κάνει τόσο δικό του ώστε να το αλλάξει και να το φέρει στα μέτρα του;

Συνεχίστε, νομίζω ότι σιγά σιγά κάτι θα βγάλουμε.

Έπεσε στην αντίληψή μου [b]μια κριτική για τη συζήτησή μας.[/b]

Από την πλευρά μου, τονίζω και πάλι:

Το θεωρώ φυσικό να ξεκίνησε από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα και το βιολί.
Η λαϊκότητά του όμως είναι δεδομένη, δεν έχω καμιά επιφύλαξη γι’ αυτό.

Πω πω, δεν τους μπορώ! Έφτασα μέχρι το σημείο «το να μπούμε στην διαδικασία και ψάξουμε για ακόμα μια φορά, ποιό όργανο είναι το παλαιότερο στην Κρήτη, η λύρα ή το βιολί, δεν νομίζω να μας κάνει να αισθανθούμε δικαιωμένοι» και είχα ήδη κουραστεί.

Δεν το κάνουμε για να αισθανθούμε δικαιωμένοι!!! Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κι άλλες σκοτούρες από το ποιος την έχει μακρύτερη, με συμπαθάτε κιόλας. Ψάχνουμε να βρούμε πράγματα για την ιστορία του πολιτισμού μας, προσπαθώντας να τον κατανοήσουμε καλύτερα. Τόσο απίστευτο είναι;

Κατανοώ το θέμα: Το βιολί στην Ελλάδα.
Αλλά μπορεί να απομονωθεί παντελώς από τον υπόλοιπο χώρο; Λχ ειδικά ως προς τη λαϊκότητα του βιολιού δεν παίζει ρόλο ο χαρακτήρας του σε άλλες χώρες;
Γι’ αυτό και ακόμα ένα ζωγραφικό έργο του 17ου αιώνα εδώ:
http://www.mystudios.com/artgallery/A/Adriaen-Jansz.-Van-Ostade/Interior-of-a-Tavern-with-Violin-Player.html
Να θυμήσω επίσης ότι δεν ταξίδευαν μόνο οι ανώτερες τάξεις αλλά κι οι ναυτικοί, οι τσοπάνηδες και άλλα κοινωνικά στρώματα, των οποίων η μουσική ήταν επίσης μέρος της ζωής τους.

O Σπηλιάκος αναφέρει επίσης

  1. Ονοματεπώνυμα πρωτοπόρων Αξιωτών βιολιτζήδων.
  2. Προέλευση. Εισαγωγή από τη Μικρά Ασία. Κυρίως από την περιοχή της Σμύρνης (Βουρλά) μέσω της πολυπληθούς Αξιώτικης εκεί παροικίας.
  3. Το βιολί στη Νάξο άκμασε και αναπτύχθηκε στα ορεινά αγροτοκτηνοτροφικά χωριά (Κινίδαρος) και όχι στην (ας πούμε) αστικού χαρακτήρα Χώρα.

Περισσότερα ας πούνε οι Αξιώτες που είναι ειδικότεροι.

Μήπως πρέπει να ορίσουμε και τι εννοούμε λαϊκότητα;

Όταν η Ελένη λέει «θεωρώ τη λαϊκότητά του δεδομένη», αν εννοεί (όπως υποθέτω) ότι ο λαϊκός άνθρωπος εκφράστηκε και εκφράζεται μέσα από το βιολί, τότε προφανώς έχει δίκιο.
Από την άλλη, όταν εγώ βλέπω ότι σε κάποια σημεία διαφέρει έντονα από άλλα λαϊκά όργανα (δεν είναι ιδιοκατασκευή, δε δημιούργησε παραλλαγές), μου φαίνεται ότι δεν έχει «βγει από τα σπλάχνα του λαού» όπως άλλα όργανα. (Ανεξάρτητα, φυσικά, από το ότι η αρχική του επινόηση ανήκει σε άλλους λαούς -αυτό συμβαίνει και με τα παλιά λαϊκά όργανά μας).
Η αναφορά πάλι του Άγη στην Ευρώπη μού θυμίζει ότι σε κάποια μέρη συμβαίνει κάτι που για τα δικά μας δεδομένα είναι αδιανόητο: η όπερα, ακόμη και η κλασική μουσική, είναι λαϊκή διασκέδαση. Και ο λαϊκός κόσμος έχει, διά της εμπειρίας, την παιδεία να την εκτιμήσει (καλύτερα ίσως από το ψηλομύτικο κοινό των δικών μας συναυλιών και παραστάσεων). Παλιότερα δε αυτό ήταν ακόμη εμφανέστερο, αφού και το κοινό αντιδρούσε πιο εξωστρεφώς. Αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για λόγϊα μουσική.

Οπότε μήπως εννοούμε αλλιώς ο καθένας το “λαϊκό”;

Άγη, έχεις δίκιο για τους ναυτικούς. Τουλάχιστον στα νησιά αυτοί αποτελούσαν την πύλη εισόδου για κάθε νεωτερισμό. Για τους τσοπάνηδες δεν ξέρω αν ίσχυε το ίδιο: γενικά θεωρούνται φορείς διατήρησης παρά νεωτερισμού. Δες για παράδειγμα τους Σαρακατσάνους, που ενώ οι διαδρομές τους κάλυπταν τεράστιες περιοχές ξεπερνώντας τα σημερινά εθνικά σύνορα, εντούτοις είναι από τις κοινότητες με τις λιγότερες πολιτισμικές επιμιξίες στην Ελλάδα.

Αλλά από την άλλη έχουμε και το αντιπαράδειγμα που φένει το Κουτρούφι για τα βιολιά στην ορεινή Νάξο. Μου είχε διαφύγει, και ομολογώ ότι αλλάζει αυτά που πίστευα. Αλλά ακόμη και σ’ ένα τσομπανοχώρι υπάρχει κοινωνική διαστρωμάτωση: μήπως, όταν αυτοί που είχαν τους πύργους και τις μεγάλες ιδιοκτησίες στη Νάξο έκαναν τους γάμους τους με βιολιά, οι φτωχοί εξακολουθούσαν να τις κάνουν με τσαμπούνες; Και εν πάση περιπτώσει είναι βέβαιο ότι ποτέ οι ραχούλες δεν αντιλάλησαν από βιολιά των βοσκών, όπως αντιλάλησαν από σουβλιάρια και τσαμπούνες.

Ας συνεχίσουμε και βλέπουμε. Προσωπικά το βρίσκω μεγάλο κέρδος ότι έχω την ευκαιρία να αμφισβητήσω τις βεβαιότητές μου.

Άγη, δεν μπορώ να σου πω για άλλες χώρες, αλλά στη Σουηδία το βιολί ήταν/είναι το κατεξοχήν όργανο της δημοτικής μουσικής. Όταν έλεγαν spelman (οργανοπαίχτης) εννοούσαν συνήθως “βιολιστής”. Κάθε μέρος είχε το δικό του spelman, που έπαιζε σε γάμους, γιορτές κ.τ.λ., όπως στην Ελλάδα. Δεν ξέρω άν το Wikipedia είναι αυθεντία, αλλά εκεί γράφει πως το βιολί εισήχτηκε τον 17 αιώνα στη Σκανδιναβία. Στη Νορβηγία υπάρχει ένα όργανο που μοιάζει με βιολί, που λέγεται Hardangerfele:

Υπάρχει και μία ολόκληρη μυθολογία γύρω από το βιολί, που το συνδέει με το Näcken (περίπου “ο Γυμνός”), που ζούσε μέσα στο νερό. Λέγεται ότι οι μεγαλύτεροι βιολιτζήδες τελειωποίησαν το παίξιμό τους με τη βοήθεια του Näcken. Στις εικόνες εμφανίζεται συνήθως παίζοντας βιολί, όπως στον πολύ γνωστό πίνακα του Ernst Josephson:

Δεν ξέρω αν αυτά τα λίγα προσφέρει τίποτα στη συζήτηση…πάντως φαίνεται πως τουλάχιστο στη βόρεια Ευρώπη το βιολί ήταν λαϊκό άργανο από σχετικά νωρίς.

Εύα

Το ότι το βιολί ήταν από την αρχή ένα άρτιο τεχνικά όργανο, επομένως δεν χρειάστηκε καμιά τεχνική επέμβαση να γίνει σʼ αυτό και σε καμιά χώρα όπου χρησιμοποιείται έως σήμερα, ούτε παρουσίασε παραλλαγές (και δεν είναι το μόνο),
[απλά, στη χώρα μας τουλάχιστον, διαφέρει ο τρόπος κρατήματός του και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται οι παίκτες το δοξάρι]
δεν του αφαιρεί κάτι σε λαϊκότητα.

Μηδαμινή σημασία έχει ποιος το πρωτοεισήγαγε στα διάφορα μέρη της χώρας μας, είτε αυτός ήταν αστός έμπορος είτε ναυτικός (όπως πολύ σωστά λέει ο Άγης) είτε απλός ταξιδευτής.

Το ότι βεβαιωμένα , και από πολύ νωρίς, συναντάται και σε ορεινές περιοχές και σε αστικές, και στην κυρίως Ελλάδα και στα νησιά μας, από κάθε κοινωνικής προέλευσης πληθυσμιακό στρώμα, αγροτικό, αστικό, νησιωτικό, το ότι αποτέλεσε μέσο διασκέδασης όλων, ακόμα και στα πανηγύρια, ακόμα και στις παραστάσεις του Καραγκιόζη, το ότι μπήκε και στη δισκογραφία σε ηχογραφήσεις δημοτικών, παραδοσιακών, ρεμπέτικων τραγουδιών…

Νομίζω πως όλα αυτά αρκούν να καταλήξουμε πως το βιολί δεν ήταν του σαλονιού, δεν απευθύνθηκε μόνο στην αστική τάξη, ότι παρέμεινε ένα ιδιαίτερα αγαπητό λαϊκό όργανο, με άξιους εκπροσώπους που το τίμησαν .

Νομίζω πως αυτή είναι η βάση από την οποία μπορεί να ξεκινήσει η συζήτησή μας.

Αρκετα περιπλοκο θεμα…Καταρχας θα καταθεσω την αποψη μου με επιφυλακτικοτητα καθως δεν γνωριζω ιδιαιτερα για την ιστορια κ την καταγωγη του βιολιου.Σε σχεση ομως με την λαϊκοτητα του,σιγουρα μπορουμε να πουμε οτι αποτελει αναποσπαστο μερος της παραδοσης,της λαϊκης μας παραδοσης.Απο ο,τι φαινεται το βιολι αφομοιωθηκε στον λαϊκο πολιτισμο μας ερχομενο απο αλλους λαϊκους πολιτισμους κ μαλιστα μαλλον συγκιριακα.Αυτο δεν αφαιρει ομως το ποσο καθοριστικο ρολο επαιξε στη λαϊκη μουσικη,το ποσο βοηθησε στην προοδο της,στο ποσο μαλλον την μεταλλαξε θετικα,κ τελικα πως αγαπηθηκε απο τον λαο.Σε ο,τι εχει να κανει με την δικια μας,την ελληνικη(τελος παντων,στον ελλαδικο χωρο καλυτερα)μουσικη θεωρω οτι το βιολι δεν χρησιμοποιηθηκε σε καμια περιπτωση απο την αστικη ταξη,παντα μιλαμε για κανονα κ οχι για εξαιρεση.Σε σχεση με την γενικοτερη-παγκοσμια σχεση λαϊκου πολιτισμου κ βιολιου η αληθεια ειναι οτι δυσκολευομαι να απαντησω.Δεν μπορω ομως σε καμια περιπτωση να δεχτω οτι ενα οργανο απο μονο του μπορει να καταγραφει αποκλειστικα ως οργανο της αστικης ταξης.