Επισκέφθηκα το Μουσείο της Μουσικής της Μπολόνιας, και είδα μερικά ενδιαφέροντα όργανα. Επιτρέπεται η φωτογράφηση (νομίζω ότι πλέον έχουν καταργηθεί γενικώς οι απαγορεύσεις φωτογράφησης οπουδήποτε, επειδή δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν!), αλλά δεν είναι εύκολο να βγάλεις ικανοποιητικές φωτογραφίες πίσω από τη βιτρίνα και σε σχετικό ημίφως.
Pochette, «βιολί της τσέπης» που, όπως ειπώθηκε από την αρχή του νήματος, το χρησιμοποιούσαν οι χοροδιδάσκαλοι. Δυστυχώς δεν έχω φτγρ της λεζάντας και δε συγκράτησα εποχή κλπ πληροφορίες. Επίσης από τη φτγρ δεν προκύπτει το μέγεθος, που είναι πολύ μικρό. Σκεφτείτε ότι το πνευστό δίπλα είναι φλογεράκι για ένα χέρι, σχεδόν μισό μπόι από μια συνηθισμένη φλογέρα.
Για να υπάρχει κάποιο μέτρο του μεγέθους, ο δίπλα ίσκιος είναι μια βιέλα με τροχό (hurdy-gurdy).
Το επόμενο όργανο μού έκανε ιδιαίτερη εντύπωση:
Όπως βλέπει ο καθένας, είναι μια τετράχορδη λύρα του «αχλαδόσχημου» τύπου, έστω κι αν εδώ δεν υπάρχει ομοιότητα με αχλάδι αλλά με δελφίνι, γιατί το σκάφος είναι συνάμα και γλυπτό. Δεν πολυδιακρίνεται στη φτγρ, αλλά πράγματι παριστάνει ένα δελφίνι.
Η λεζάντα το ονομάζει κι αυτό ποσέτ, χωρίς κανένα άλλο σχόλιο παρεκτός για το ξυλόγλυπτο: «Battista Bressano [ο κατασκευαστής], ποσέτ σε μορφή δελφινιού, τέλος 16ου-αρχές 17ου αιώνα». Μπορεί κι αυτό να ονομαζόταν ποσέτ, αλλά οργανολογικά είναι τελείως άλλο πράγμα. Τέτοιου τύπου λύρες, στην Ιταλία -στη δυτική Ευρώπη γενικότερα-, τέτοια εποχή, θα περίμενα μάλλον να ονομάζονται ρεμπέκ. Η λέξη rebec, που μ’ έναν κάπως μυστηριώδη τρόπο προέρχεται από το αραβικό rebab, δηλώνει έναν μεσαιωνικό τύπο αχλαδόσχημης λύρας που παιζόταν σ’ όλη λίγο-πολύ τη δυτική Ευρώπη, χωρίς ούτε εθνικά ούτε γλωσσικά σύνορα, και που σύντομα προσαρμόστηκε στο πρότυπο όλων των υπόλοιπων ευρωπαϊκών τοξωτών κι έτσι άρχισε να παίζεται με πατητές χορδές κι όχι από το πλάι με το νύχι όπως οι ανατολικές λύρες, και ακόμη, συχνά, στον ώμο αντί όρθια.
Αυτή εδώ όμως παίζεται με το νύχι όπως η κρητιή και οι υπόλοιπες γνωστές μας λύρες. Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το ύψος των χορδών οδηγεί αναπόφευκτα σ’ αυτή την τεχνική, και επίσης φαίνεται και η λεζάντα:
Αν και δεν πολυφαίνεται, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι το σύστημα κουρδίσματος με την κεφαλή και τα κλειδιά είναι όπως στην πολίτικη, τη θρακιώτικη, τις παλιότερες κρητικές και όλες γενικώς τις αχλαδόσχημες λύρες, οι χορδές εντέρινες, και από το πάχος φαίνονται να είναι η μία ψηλότερη από την άλλη κατά τη σειρά που είναι τοποθετημένες, δηλαδή όχι παλίνδρομο (re-entrant) κούρδισμα.



