Παλιά μαντολίνα (μουσείο Μπολόνιας)

Όπως έγραψα και στο νήμα για τους κεμανέδες, επισκέφτηκα το μουσείο Μουσικής της Μπολόνιας. Τράβηξα με δυσκολία μερικές φτγρ από όργανα που βρήκα ενδιαφέροντα, αλλά αφού ο @alk μου υπέδειξε το σάιτ του μουσείου μπορώ να ανεβάσω τις δικές τους, που είναι πολύ καλύτερες:

Pietro Antonio Gavelli, Mandolino del vecchio tipo, Perugia, 1702

Πιέτρο Αντόνιο Γκαβέλι, Μαντολίνο παλαιού τύπου, Περούτζα 1702. Λεπτομέρειες.

Ουσιαστικά ένα μικρό ούτι.

Antonio Preda, Mandolino del vecchio tipo, Venezia, giugno 1806

Αντόνιο Πρέντα, Μαντολίνο παλαιού τύπου, Βενετία, Ιούνιος 1806. Λεπτομέρειες.

Μέσα σε έναν αιώνα το μαντολίνο-ούτι εξελίχθηκε σε μίνι μεσαιωνικό λαούτο.

Vincenzo Vinaccia, Mandolino napoletano, Napoli, 1773

Βιντσέντζο Βινάτσα, ναπολιτάνικο μαντολίνο, Νάπολη 1773. Λεπτομέρειες.

Παράλληλα, μια γενιά πριν από το προηγούμενο, έχει αναπτυχθεί κι ένας τύπος πολύ παραπλήσιος προς τα σημερινά μαντολίνα. Η κεφαλή θυμίζει τη σημερινή, αλλά με στριφτάρια χωστά από πίσω, όχι -ακόμα- μηχανικά κλειδιά. Έτσι είναι διάφορα λατινοαμερικάνικα λαϊκά κιθαροειδή, και φαντάζομαι ότι θα ήταν ο προδρομικός τύπος της κεφαλής πιυ βλέπουμε σήμερα σε κιθάρες, μαντολίνα αλλά ακόμη και μπουζούκια κ.ά. Τέσσερα ζευγάρια χορδές, έναντι 5 στο πρώτο και 6 στο δεύτερο, μπερντέδες όπως στο δεύτερο, τσακιστό καπάκι, γέφυρα αντί κολλητού καβαλάρη τύπου λαούτου, αλλά όχι ακόμη ταστιέρα.

Ένα παρόμοιο με το πρώτο, δηλαδή σαν ουτάκι, με μπερντέδες όμως, βρίσκω στη Βικιπαίδεια:

Mandolino Lombardo” at Victoria and Albert Museum, London, England

Λομβαρδικό μαντολίνο, μουσείο Βικτόρια & Άλμπερτ, Λονδίνο.

Λομβαρδία είναι η περιοχή του Μιλάνου. Αχρονολόγητο στη Βίκη. Με την ίδια ονομασία κι ένα πολύ πιο σύγχρονο, που απλώς διατηρεί τον ίδιο αριθμό χορδών (έξι διπλές), ενώ κατά τα άλλα έχει κολλητό καβαλάρη, ταστιέρα με τάστα, κεφαλή με κλειδιά σύγχρονου τύπου και ίσως, αν βλέπω καλά και δεν αυθυποβάλλομαι, και τσακιστό καπάκι:

Giovanni Vailati, “Blind mandolinist of Cremona”, toured Europe in the 1850s with a six-string Lombard mandolin.

Ο Τζοβάνι Βαϊλάτι, ο «Τυφλός μαντολινιέρης της Κρεμόνας», περιόδευε ανά την Ευρώπη στα 1850 μ’ ένα 6χορδο λομβαρδικό μαντολίνο.

Ενώ παρόμοιο προς το δεύτερο του μουσείου, δηλ. σαν λαούτο, είναι ένα άλλο της Βίκης:

Γενοβέζικο μαντολίνο, αχρονολόγητο στη Βίκη. Πάλι έξι διπλές χορδές, αλλά κατά τα άλλα ίσιο καπάκι, μπερντέδες και καλαμάκια χωρίς ταστιέρα, ακουμπιστή γέφυρα, και κεφαλή σαν της παλιάς κιθάρας.

1 «Μου αρέσει»

Το μαντολίνο που ξέρουμε εμείς, με κούρδισμα βιολιού, είναι το Ναπολιτάνικο της νότιας Ιταλίας, νομίζω εμφανίζεται εκεί στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα με τη μουσική του Gervasio κλπ. Στη βόρεια Ιταλία έχουν δικό τους τύπο μαντολίνου που κατάγεται από τα μικρά αναγεννησιακά λαούτα, με έξι χορδές και κουρδισμα συγγενικό με το αναγεννησιακό λαούτο και την κιθάρα. Στις εικόνες φαίνονται ξεκάθαρα οι συγγένειες με το λαούτο.

Μπερντέδες, καλαμάκια στο καπάκι κλπ θα βρεις και στις λεγόμενες “μπαρόκ” κιθάρες, δηλαδή τις κιθάρες μέχρι και τον 18ο αιώνα. Το στυλ της κιθάρας, μαντολίνου κλπ που ξέρουμε σήμερα με τα τάστα και την ταστιέρα ψηλότερη από το καπάκι είναι χαρακτηριστικό της μετάβασης από το 18ο στο 19ο αιώνα. Και η “κλασική” φιλολογία των οργάνων αυτών είναι του 19ου αιώνα, με Καρούλι Τζουλιάνι και Σορ στην κιθάρα, Calace και Munier στο μαντολίνο.

Η ίδια αλλαγή που γίνεται από ταμπουράδες κλπ προς τα μπουζούκια γύρω στο 1900 είχε γίνει στα μαντολίνα στην Ιταλία ίσως 100 χρόνια πριν.

3 «Μου αρέσει»

Πολύ ενδιαφέρον οτι τελικά συνυπήρχαν οι δυο διαφορετικοί τύποι. Θεωρούσα οτι το νεότερο σχεδιο επικράτησε αλλα φαίνεται οτι επι αιώνες υπήρχαν τοπικές σχολές παιξίματος και κατασκευής. Το άλλο ενδιαφέρον είναι οτι το μαντολίνο κάνει την μετάβαση προς μεταλλική χορδή τον 18ο αιώνα ενώ το βιολί πρέπει να περιμένει μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα για να αποδεκτεί αυτή την αλλαγή. Αναρωτιέμαι γιατί μεσολάβησαν τόσα χρόνια μεταξύ των 2 οργάνων στην (μερική) απομάκρυνση τους απο το έντερο.

Για την κατασκευή δεν ξέρω. Για το παίξιμο όμως, που φυσικά ξεκινάει από το πόσες χορδές έχουμε και πώς τις κουρδίζουμε, φαίνεται ότι ήταν το κυρίαρχο κριτήριο προκειμένου να πούμε «Μαντολίνο τάδε περιοχής - μαντολίνο δείνα περιοχής». Είδαμε το παράδειγμα του λομβαρδέζικου: το ένα εντελώς παλιού τύπου, το άλλο σχεδόν σημερινού, αλλά με ίδιες χορδές, άρα όποιος παίζει το ένα παίζει αι το άλλο, άρα θεωρείται το ίδιο.

Το αν και πότε κάθε όργανο υιοθετούσε το τάδε στοιχείο νεωτεριότητας στην κατασκευή (π.χ. την υπερυψωμένη ταστιέρα, την κεφαλή έτσι ή τα κλειδιά αλλιώς) ή διατηρούσε το δείνα παλιότερο στοιχείο, μου φαίνεται ότι μπορεί και να ήταν και ανεξάρτητο από το αν πρόκειται για λομβαρδέζικο, κρεμονέζικο, γενοβέζικο κλπ.

Σημειωτέον άλλωστε ότι στα ιταλικά napoletano ή ό,τι ανάλογο δε σημαίνει κατ’ ανάγκην «ναπολιτάνικου τύπου», απλώς «από τη Νάπολη». Μια κιθάρα κατασκευασμένη σήμερα στην Αθήνα δεν είναι «αθηναϊκή κιθάρα», διαφορετική από τη σαλονικιώτικη, αλλά οι Ιταλοί αρέσκονται πολύ να προσδιορίζουν τέτοιες λεπτομέρειες με τρόπο λες και συνιστούν ξεχωριστές κατηγορίες. (Στις πινακίδες των οδών, εκεί που εμείς έχουμε «οδός» - «πλατεία» - «λεωφόρος», εκείνοι έχουν καμιά δεκαριά παραλλαγές: δρόμος, δρομάκι, στρατί, μονοπάτι, στενό, φαρδύ, δρομάρα… και το ίδιο σ’ όλο τους το λεξιλόγιο.)

Ίσως λόγω διαφορετικής έντασης; Το τοξωτό έγχορδο είναι εκ φύσεως πιο φωνακλάδικο από το νυκτό.