“Προπολεμικός ήχος” σε μπουζούκι, τζουρά, μπαγλαμά

Ανοίγω λοιπόν εδώ καινούργιο θέμα, ώστε να συζητήσουμε για την παλαιά φιλοσοφία κατασκευής, αλλά και παιξίματος του οργάνου στο ρεμπέτικο τραγούδι. Έχω βαρεθεί, για να μην πώ έχω πολύ εκνευριστεί με την προσέγγιση πάρα πολλών σημερινών βιρτουόζων του οργάνου στα παλαιά, προπολεμικά κυρίως ρεμπέτικα. Αγνοούν τον “παρεΐστικο” τρόπο με τον οποίο έπαιζαν ο Μάρκος, ο Γιοβάν Τσαούς, ο Δελιάς και τόσοι άλλοι και ξέρουν μόνο τη “μοντέρνα” προσέγγιση, με κύριο στόχο την προσωπική τους προβολή και όχι το σεβασμό στο “δωρικό” ύφος της εποχής εκείνης και την αναπαραγωγή του. Το όργανο πρέπει να σκάει, ο σολίστας να επιβάλλεται με τον όγκο και τη διαπεραστικότητα του ήχου, να εντυπωσιάζει τον ακροατή με τις βιρτουόζικες ακροβασίες του. Το όργανο πρέπει να είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να καλύπτει αυτές τις απαιτήσεις, αλλοιώς δεν θα προτιμηθεί. Φυσικό είναι, οι οργανοποιοί σήμερα να βρίσκουν και να εφαρμόζουν τρόπους ώστε να κερδίσουν την προτίμηση του πελάτη - σολίστα.

Ας ακούσουμε λοιπόν από τους οργανοποιούς τις απόψεις τους, για τη δυνατότητα επαναφοράς του “προπολεμικού” ύφους και τα υπέρ ή τα κατά αυτής της προσπάθειας. Ας πουν και οι (επαγγελματίες ή απλά εραστές της μουσικής αυτής) μουσικοί τις δικές τους εμπειρείες και απόψεις.

1 Like

για οτι αφορα το προπολεμικο υφος πιστευω στο χαρακτηριστικα λιτο αλλα πολυ καλα τονισμενο παιξιμο,τωρα κατασκευαστικα δεν ειναι λιγες οι φορες για μενα σαν υποψηφιο αγοραστη οργανου που οταν ενα μπουζουκι ειναι λιγο πριμο παραπανω να πολειται σαν προπολεμικου η ρεμπετικου στυλ για να δικαιολογηθει ο ηχος του

Ανάλογη αλλαγή με αυτή που έγινε στους παλιότερους τύπους τρίχορδου μπουζουκιού, έγινε και στο μπαρόκ βιολί. Άλλαξε το μήκος και το είδος των χορδών,το μπράτσο, ο καβαλάρης , η ταστιέρα και εσωτερικά, η μπάρα των μπάσων. Όπως επίσης και ο τύπος και η μορφή του δοξαριού.Το όργανο απέκτησε πιό δυνατό και λαμπερό ήχο, ικανό να εξυπηρετήσει τις δεξιοτεχνικότερες απαιτήσεις των νεότερων βιολιστών.

Σήμερα υπάρχουν τόσο μουσικοί όσο και οργανοποιοί που χρησιμοποιούν και κατασκευάζουν κατάλληλα όργανα, αλλά και δοξάρια, για να αποδώσουν σωστότερα το ύφος, το ηχόχρωμα και τον χαρακτήρα της παλιάς μουσικής.

Πολλοί σύγχρονοι παίχτες του μπουζουκιού, κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να προσεγγίσουν το ύφος, τη δωρικότητα, το χρωματισμό, ακόμη και να χρησιμοποιήσουν τα κουρδίσματα του παλιού μπουζουκιού. Τα όργανα όμως που χρησιμοποιούν, είναι στην καλύτερη περίπτωση η εξέλιξη του οργάνου της δεκαετίας του `50. Άλλοτε χρησιμοποιούν τζουρά, που η πιό χαλαρή χορδή του θυμίζει κάτι από τον παλιό τύπο του οργάνου. Μόνο που ο τζουράς, ήταν ελάχιστα -έως καθόλου- τότε σε χρήση…

Νομίζω πως είναι πλέον ώρα, να αρχίσει η ανάλογη αναζήτηση και του κατάλληλου τύπου του οργάνου της εποχής. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ξαναφτιαχτούν και κάποια νέα όργανα, πάνω στα παλιότερα μοντέλα του Μούρτζινου, του Γκέλη, του Κοπελιάδη, του Σταθόπουλου κ.α. Το μόνο «κατά» μιας τέτοιας προσπάθειας θα ήταν η σύγκριση του παλιού με το νεότερο ήχο…Κάτι σα να συγκρίνουμε δηλαδή αχλάδια με πορτοκάλια::slight_smile:

Ενδιαφέρον επίσης θα ήταν να ακουστούν και οι απόψεις όσων τυχερών έχουν και χρησιμοποιούν τέτοια, παλιά όργανα.

Πολύ όμορφη και ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Είμαι στην διαδικασία παραγγελίας και κατασκευής ενός τέτοιου όργανο με χαρακτηριστικά των παλαιών μπουζουκιών τις δεκαετίας του 1920-1930, από κάποιο οργανοποιό.
Όλα τα τεχνικά στοιχεια κατασκευής θα ακολουθήσουν το τρόπο κατασκευής των οργανων επωνυμων οργανοποιών τις περιόδου εκείνης(Σταθοπουλου,Μουρτζίνου,Καραμπά).
Το μονο που μάλλον θα τροποποιηθεί θα είναι το καπάκι το οποιο δεν θα έχει το σπάσιμο(όπως τα ιταλικά μαντολίνα),αλλα θα είναι ίσιο.
Δεν ξέρω κατά ποσο αυτό θα επηρεάσει τον τελικό ήχο του οργανου, μιας και έχω δει εάν θυμάμαι καλά ένα Καραβάς και ένα Κοπελιάδης λίγο μεταγενέστερο,αλλα εκεινης περιπου της περιοδου, χωρίς το χαρακτηριστικό σπάσιμο στο καπάκι.
Όταν θα τελειώσει η κατασκευή,αλλα και κατά την διάρκεια αυτης, εάν θέλετε,θα επανέλθω με περισσότερες πληροφορίες και κάποιο φωτογραφικό υλικό.

Για το τσάκισμα στο καπάκι, ας μας ενημερώσουν οι οργανοποιοί. Μάλλον είναι γνωστοί οι πρακτικοί λόγοι για τους οποίους επελέγη αυτή η τεχνική, αλλά ενδιαφέρον θα ήταν να μάθουμε τι άλλαξε (προς το “καλύτερο”) με την εξέλιξη της τεχνολογίας, ώστε να τολμούν πλέον να μην χρειάζονται την τσάκιση. Υπάρχει “από χέρι” διαφοροποίηση στο ηχόχρωμα του οργάνου; Είναι κάτι που θα έπρεπε να επιδιώκουμε, αν θέλουμε να μιμηθούμε τον ήχο των παλαιών οργάνων;

Εγώ θα ήθελα να μάθω και την διαφορά στην αξιοπιστία και στην αντοχή του οργάνου τότε και τώρα.Νομίζω πως οι οργανοποιοί έχουν βελτιώσει πολλά μειονεκτήματα που αφορούν την αντοχή του οργάνου και γενικά όλων των οργάνων.Τι προβλήματα υπήρχαν τότε και τι προβλήματα υπάρχουν τώρα στα όργανα(μπουζούκια)?

Όταν αναπαράγουμε κάποια όργανα που αναφέρονται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο και κατασκευαστές, είναι αυτονόητο πως διατηρούμε και όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά τους (μοντέλο, τσάκιση, ροζέτα, πάχη, κόλλες, βερνίκι).

Και βέβαια υπάρχει διαφοροποίηση στο ηχόχρωμα, με την τσάκιση στο καπάκι.

Ένα καλοφτιαγμένο όργανο, με οποιαδήποτε τεχνική, δεν παρουσιάζει προβλήματα και έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής.
Τα όργανα της περιόδου που αναφερόμαστε, είχαν πολύ λιγότερες τάσεις, λόγω μικρότερης κλίμακας, και αρκετά μεγαλύτερα πάχη, στα περισσότερα μέρη τους. άρα είχαν και μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο. Δεν είχαν όμως τόσο μεγάλο και λαμπερό ήχο, Είχαν λιγότερα μπάσα και περισσότερη διάρκεια στη νότα. Με την πάροδο των χρόνων, ο ήχος τους εξελίχτηκε σημαντικά, ενώ σε άλλες, μεταγενέστερες, λεπτότερες κατασκευές, πολλές φορές, εκτός από δομικά προβλήματα, και ο ήχος έχασε τον αρμονικό πλούτο του.

Τα μπράτσα ήταν συνήθως χωρίς κόντρες και πολύ παχύτερα και πλατύτερα. Λόγω της μικρότερης τάσης, δεν σκεύρωναν ευκολότερα από τα σημερινά, ήταν όμως πολύ πιό δύσχρηστα. Το καράολο, ήταν επίσης προσαρμοσμένο στο μπράτσο με διαφορετικό τρόπο ( V joint ), χωρίς και αυτό να παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα.

Τέλος, να πω ότι σε γενικές γραμμές, οι οργανοποιοί όντως έχουν βελτιώσει πολλά μειονεκτήματα στην αντοχή των οργάνων της δεκαετίας του `50, που όμως δεν ήταν τόσο έντονα στον παλιότερο τρόπο κατασκευής του οργάνου, γιά τον οποίον συζητάμε.

Εδω δυο σχεδια αρχες 1900 με το καπακι χωρις το σπασιμο.Ξερουμε αραγε εαν τα πρωτα προπολεμικα μπουζουκια , φτιαχτηκαν με το χαρακτηριστικο σπασιμο, ¨η ηταν μεταγενεστερη κατασκευη καπακιου, 'η εστω υοθετιθηκε απο καποιους οργανοποιουσ της εποχηε εκεινης?

Λέγοντας “προπολεμικός ήχος” συγκρίνουμε με τη δική μας, σημερινή εποχή άρα εννοούμε τον τελευταίο (τον δεύτερο παγκόσμιο) πόλεμο. Έτσι, “πρώτα προπολεμικά μπουζούκια” δεν μπορούν να οριστούν με ικανοποιητική σαφήνεια ως προς το χρόνο κατασκευής τους.

Το τσάκισμα του καπακιού, απ’ ό τι ξέρω, υπήρχε στα ναπολιτάνικα μαντολίνα 19ου αιώνα και απ’ εκεί το παρέλαβαν οι νεώτεροι οργανοποιοί.

Πολλά δεν μπορούν να καθοριστούν με ακρίβεια στην κατασκευή και αυτό είναι το βασικό πρόβλημα.Πέρα απο την τσάκιση, ας δούμε μήκος χορδής: Σταθόπουλος γύρω στο 64, Καραμπάς πάνω απο 70 . Γκρέτσης γύρω στο 69…Ολα προπολεμικά όργανα που υπάρχουν σήμερα. Μπορούμε να μιλάμε για τον ίδιο ήχο;
Το βιολί είχε ήδη βρει τον δρόμο του στην Μπαρόκ εποχή, απλά οι διαφορετικές συνθήκες επέβαλαν κάποιες μετατροπές αργότερα. Το μπουζούκι απο την άλλη χρειάστηκε αρκετές δεκαετίες για να κατασταλάξει. Μπορούμε λοιπόν να αντιγράψουμε χαρακτηριστικά απο ορισμένα όργανα αλλα δεν νομίζω οτι μπορούμε να μιλάμε πολύ συγκεκριμένα για προπολεμικό ήχο γιατί δεν θα βρούμε ούτε 2 όργανα που να είναι ίδια μεταξύ τους.
Το άλλο ερώτημα είναι βέβαια: ο ήχος θα ήταν ποιό πιστός με τα παλιά όργανα ή με αντίγραφα; Εφόσον τότε δεν παίζαν με όργανα 100 χρονων αλλα με καινούργια, δεν θα ήταν καλύτερα να προσπαθήσουμε να αποδωσουμε τον ήχο της εποχής με νέα όργανα, προπολεμικού τύπου;

Δεν πρόκειται για σχέδια, αλλά για φωτογραφίες από το βιβλίο της Γκέιλ Χόλστ.
Είναι όργανα της συλλογής Ιan Miller που γνωρίζω πολύ καλά, από πρώτο χέρι.
Τα μεν δύο πρώτα, δεν είναι μπουζούκια, αλλά πολύ μικρότερα, σκαφτά αυτοσχέδια όργανα.
Το τελευταίο έχει σαφώς όλα τα χαρακτηριστικά του ταμπουρά, και όχι του μπουζουκιού.
Το πολύ ενδιαφέρον είναι το τρίτο. Πρόκειται για όργανο της πρώτης περιόδου του μπουζουκιού, πρίν πάρει το όργανο κατασκευαστικά στοιχεία από την κατασκευή του μαντολίνου. Εδώ , είναι εμφανής στο μοντέλο και την κατασκευή του σκάφους η επιρροή από την τεχνική της κατασκευής κατασκευής του λαούτου.

Ο Αλέξανδρος έχει δίκιο. Σίγουρα δεν υπάρχει ένα πράγμα, που μπορεί να χαρακτηριστεί «προπολεμικός ήχος».
Ακόμη πιό σίγουρο είναι όμως , πως ο παλιός ήχος καμμία σχέση δεν έχει με τον σημερινό.
Και βέβαια ένα όργανο φτιαγμένο με όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός παλιότερου, θα έχει τον ανάλογο ήχο, ανεξάρτητα από την εξέλιξή του στο χρόνο.

Αλέξανδρε, μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ ανατολικής και δυτικής κουλτούρας είναι ότι η πρώτη παρέμεινε στην προφορική καταγραφή μέχρι πολύ πρόσφατα, ενώ στη δύση πέρασαν στη γραπτή καταγραφή πολύ νωρίτερα. Αυτό φαίνεται φυσικά και στη μουσική, αλλά και στα όργανα. Η πολυμορφία των οργάνων π.χ. της οικογένειας του ταμπουρά / μπουζουκιού, τόσο στις ονομασίες όσο και στα ειδικά χαρακτηριστικά των οργάνων είναι χαρακτηριστική και μάλιστα, μπορεί να ιδωθεί ως “πλούτος”. Επιπλέον, το χαρακτηριστικό αυτό επιβιώνει ακόμα και σήμερα, διότι και στα σημερινής κατασκευής όργανα, σχεδόν δεν θα βρείς ούτε δύο ίδια, με εξαίρεση κάποιες (λίγες) “δίδυμες” κατασκευές και φυσικά τη “βιομηχανική” παραγωγή, που ακόμα βρίσκεται στα πρώτα της βήματα. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι και με πληθώρα διαφορετικών τύπων και χαρακτηριστικών, μπορούμε να ορίσουμε ένα συγκεκριμένο ηχόχρωμα για τα παλαιά όργανα, που βεβαίως δεν μπορεί να έχει παραχθεί από ένα και μοναδικό όργανο.

Όταν ο Ν. Φρονιμόπουλος “αναστήλωσε” τον Σταθόπουλο του παππού μου, τον ρώτησα αν θα είχε ενδιαφέρον η κατασκευή τέτοιων μπουζουκιών. Η απάντησή και οι επιφυλάξεις του ήταν αντίστοιχες με αυτές που προηγήθηκαν στην συζήτηση. Έχουν περάσει δυό χρόνια από τότε και το ερώτημά μου παραμένει. Χάρηκα που είδα ότι δύο ακόμη κάτοχοι τέτοιων οργάνων (Ο Ν. Πολίτης και ο Σταύρος Κ.) συμμερίζονται το ερώτημα.

Θα προσπαθήσω να μεταφέρω όσο μπορώ την προσωπική μου εμπειρία.

Ξεκινώντας στα τέλη της 10ετίας του 70 με αρχές 80 να ασχολούμαι με το μπουζούκι, έχοντας λαϊκά ακούσματα ως επί το πλείστον, είχε σαν επακόλουθο την ενασχόληση με το τετράχορδο. Πέρασαν από τα χέρια μου τέσσερα. Δύο Κλεφτογιάννηδες (υπάρχουν ακόμα στην οικογένεια) και άλλα δύο πιο “δεύτερα” που τα έχω πουλήσει. Ευκολότερα από το τρίχορδο όργανα στις συγχορδίες, αλλά και σε κάποιες λαϊκές κατέτζες που απαιτούσαν οι παρέες για να σου αποδώσουν εύσημα δεξιοτεχνίας. Γιατί - όπως και σήμερα - η δεξιοτεχνία μετριόταν με τις νότες. Ποτέ όμως δεν ικανοποιήθηκα πραγματικά από τον ήχο! Ίσως γιατί έβγαινε από τα χέρια μου αυτό το “λαϊκό” ηχόχρωμα που δεν με “ξεσήκωνε” αν και αποτελούσε την μουσική συνέχεια (καλή ή κακή δεν έχει σημασία) εκείνου του καθαρού κρυστάλινου (πιό πολύ διαισθητικά κρυστάλλινου λόγω των άθλιων δίσκων που τ’ ακούγαμε) από τον παλιό Τσιτσάνη, τον Μάρκο και άλλους. Μόνον ο Ζαμπέτας κατάφερνε να πλησιάσει με το τετράχορδο τον ήχο αυτό, αλλά όσο και να προσπαθούσα να τον μιμηθώ ήταν αδύνατο να πλησιάσω. Μου έμπαιναν βέβαια κάτι “υποψίες” όταν άκουγα τον Κ. Παπαδόπουλο να παίζει αλλά δεν είχα συνείδηση ότι εκτός της δεξιοτενίας, θα μπορούσε και το τρίχορδο να έχει επίδραση. Άλλωστε δεν έβλεπα και κάποιον άλλον να παίζει… Και ο ηλεκτρικός Τσιτσάνης (έτσι τον πρόλαβα) ήταν χάλια! Μάλιστα όποτε δοκίμασα κάποιο, δεν μου φαινόταν τόσο διαφορετικό από τα τετράχορδα τα οποία ήδη είχαν επιβάλει ήχο, κατασκευαστικά αλλά και δεξιοτεχνικά.

Στο τέλος κουράστηκα και το παράτησα στην κυριολεξία. Μπορεί να θαύμαζα την μουσική πολυπλοκότητα της σκέψης διάφορων βιρτουόζων αλλά ο ήχος δεν με τράβαγε. Έπαψα να παίζω. Άκουγα αλλά μέχρις εκεί. Μάλιστα απορούσα με τον ενθουσιασμό που έδειχναν οι γύρω μου στον ηλεκτρικό ήχο -άμα αρκουδογύφτιζε ακόμα καλύτερα- αλλά γούστα είναι αυτά.

Το τρίχορδο όμως αυτό των αρχών του αιώνα ήταν αποκάλυψη για μένα. Όχι μόνον ηχητικά -γιατί βγήκε επί τέλους από τα χέρια μου ένας ήχος πιο ρεμπέτικος - αλλά και από πλευράς επιλογών ύφους στο οποίο με εξανάγκασε.

Κάτι το κοντύτερο και χοντρό μπράτσο, κάτι η διάρκεια και η οξύτητα της νότας, κάτι αυτό το ρε γκραααν, μου άλλαξε ολοκληρωτικά το στύλ παιξίματος και με οδήγησε το ίδιο το όργανο κοντύτερα σ’ αυτό που άκουγα και δεν μπορούσα να πετύχω με τα καινούργια όργανα.

Προφανώς λοιπόν η “αγορά” για τέτοια όργανα μπορεί να είναι μικρή αλλά υπάρχει. Πιστεύω μάλιστα ότι θα αυξηθεί.

Είχα πάει προ ημερών στο “ταξίμι” που εμφανίζονται ο Στέλιος Βαμβακάρης και Νίκος Τατασόπουλος. Εξαίρετοι και οι δύο, είναι από τους αυθεντικότερους εκφραστές του Δωρικού και του Κορινθιακού (πολύπλοκου :)) ρυθμού στο παίξιμο. Εκεί λοιπόν βλέπεις την ανάγκη κατασκευής είτε ενός τρίχορδου μπουζουκιού που θα παντρέψει τα δύο στύλ και θα ικανοποιήσει όλες τις ανάγκες, είτε την ανάγκη παραγωγής δύο διαφορετικών οργάνων με διακριτά χαραχτηριστικά. Γιατί ο ήχος του σύγχρονου μπουζουκιού μόνο, δεν καλύπτει αισθητικά τα πάντα.

Εν τούτοις, αξιοτιμε κύριε Νίκο, δεν μπορούμε να πούμε πλεον με σιγουριά , πως το μπουζούκι είναι εξέλιξη του ταμπουρά και όχι του λαούτο (δεν ανηκει δηλαδη στην οικογένεια των λαουτοειδή)?
Ο κυριος Νικος Πολιτης επισης θα εχει προσωπικη γνωμη επι του θεματος, μιας και εχει κανει μεγαλη ερευνα κα αναλυση πανω στο προγοννο του τριχορδου,την πανδουρα.

Φυσικα υπηρχαν και μπουζουκια χωρις σπαστο καπακι.Εχω δει μπουζουκι του Αγκοπ/Παπαζιαν που ηταν μικρο μπουζουκακι και δεν ειχε σπασιμο.
Το ιδιο ισχυει για Καραμπα αλλα και παλιοτερα οργανα κυριως του 19 ου αιωνα που φερναν κοντυτερα στο ταμπουρα.
Τα περισσοτερα οργανα ομως μεχρι και το 1950 ειχαν εντονη την κλιση .
Ολη η τετρας επαιζε με τετοια οργανα ,Οι Παναγηδες,ο Λαζαριδης,Ο Γκελης ,οι παλιοτεροι Γομπακης κλπ ολοι φτιαχνανε σχεδον αποκλειστικα με σπαστο καπακι,θυμηθειτε τον Πινακα του Κουμελη απο το 1899 νομιζω ,που ο εικονιζομενος κρατα οργανο με σπαστο καπακι ,επομενως αυτο θα αποριπτει και την θεωρια οτι ο Σταθοπουλος ηταν ο πρωτος που εκανε σπαστα καπακια στα οργανα οπως εχει αναφερθει.
Οι οργανοποιοι μεχρι περιπου το 1927 περιπου δεν ειχαν σταθεροποιησει το στανταρ μοντελο του οργανου προς τον ηχο του,για αυτο υπαρχουν παντα διαφορετικοι ηχοι και στις ηχογραφησεις το ιδιο βλεπουμε ,αλλιωτικο το μπουζουκι του Μαρκου,του Ζουριδακη,Του Καραπιπερη,του Χαλκια,του Περιστερη και του Κοσμαδοπουλου,ολοιεπαιζαν διαφορετικα οργανα μεταξυ τους
.Η σταθεροποιηση ξεκιναει κατα την γνωμη μου απο τους Παναγηδες και τον Λαζαριδη κυριως και σιγουρα εδραιωνεται με τον Ζοζεφ ,ο οποιος καθιερωσε τον ηχο που ολοι οι μεταγενστεροι του και καποιοι παλιοτεροι τρεξαν να μιμηθουν.
Ισως καποιος για να μελετησει ενα στυλ σωστα θα πρεπει να εχει και τα αναλογα οργανα ,προσωπικα δεν εχω δει μαστορα να θελει σημερα να φτιαξει ενα μπουζουκι σαν αυτα της τετρας με την δικαιολογια οτι ειναι αλλος ηχος παλιομοδιτικος και οτι δεν θα πουλησει και οσι το κανουν δεν υιοθετησαν την τεχνικη του σπαστου καπακιου δηλαδη του κυριου χαρακτηριστικοι αυτων των οργανων με διαφορες δικαιλογογιες,μεγα λαθος ,εχει την αξια του και θα πρεπει καποια στιγμη καποιος να το κανει και να επιστεψει στις παλιες αυτες φορμες.Το τι ειναι καλυτερο θα το ανακαλυψει και θα το κρινει ο μουσικος και οχι ο οργανοποιος
Προσωπικα το πιο κοντινο οργανο που επαιξα ποτε σε ηχο του Μαρκου και της Τετρας ηταν φτιαγμενο το 1927 απο τον Ι.Μουρατιδη σε σκαφος μαντολας και καπακι αρκετα σπαστο,μεγαλο μπρατσο ,ηχος ιδιος βραχνος και λαμπερος,δεν θυμιζε σε τιποτα ομως παλιοτερα μπουζουκια που ειχα παιξει οπως του Σταθοπουλου,Καραμπα κ.α

Μπράβο στον Νίκο Πολίτη που άνοιξε μια τόσο ωραία συζήτηση!!!
Θαθελα και γω να γράψω πολύ λίγα πράγματα σχετικά με το ύφος του παιξίματος αυτής της περιόδου. Σε ότι αφορά τα κατασκευαστικά, προσωπικά θεωρώ ότι η μελέτη του κ. Φρονιμόπουλου είναι η πλέον έγκυρη και τεκμηριωμένη.
Πράγματι, πριν πάει κανείς στο παίξιμο καθεαυτό θα πρέπει να γνωρίζει τα εξής:

  1. το μπουζούκι σαν κατασκευή στο οποίο γίνεται πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση από τους προηγούμενους φίλους κατασκευαστές και όχι μόνο
  2. ο άνθρωπος και το όργανο δηλ. θέση του μπουζουκιού στο σώμα μας και τρόπος που πιάνουμε την πένα
  3. το παίξιμο επί της ουσίας

από προσωπική μελέτη πολλών χρόνων στο παίξιμο του Τσιτσάνη (κυρίως προπολεμικής περιόδου) μπορώ να πω λίγα λόγια για το Τσιτσάνικο ύφος αυτής της περιόδου. Στις εισαγωγές η πένα δουλεύει πολύ κοντά στον μεγάλο καβαλάρη πχ Γιαυτά τα μαύρα μάτια σου (νότες καθαρές και τονισμένες) ενώ σε τρέμολα και συγχορδίες αριστερά της τρύπας, σε περιπτώσεις μάλιστα και πάνω στην ταστιέρα, ιδίως αν το τραγούδι έχει κανταδόρικο ύφος π.χ Ότι κι αν πω δεν σε ξεχνώ. Γενικά, ακολουθεί ο Τσιτσάνης μελωδικό ύφος συνοδείας παίζοντας τη μελωδία του τραγουδιού και τις απόλυτα απαραίτητες απαντήσεις. Αρμονικό ύφος συνοδείας αποκτούν τα τραγούδια του στη β φάση της δημιουργίας του δηλαδή 1946 – 1952 όπου παίζονται διφωνίες ή συγχορδίες κλπ. Τώρα στα είδη της πενιας που χρησιμοποιεί τα δουλεύει όλα μονοπενια, διπλοπενιά, τρέμολο, παρεστιγμένα, τρίηχα, ριχτές , γκρουπέττα, επερείσεις, τρίλλους κλπ αλλά και στους δαχτυλισμους χρησιμοποιεί γκλισάντο, τρεμολογκλισάντο, αρμονικές, συνδέσεις κλπ ενώ οι δαχτυλοθεσιες του πιστεύω ότι αξιοποιούν τις δυνατότητες του τρίχορδου στο μέγιστο.Οι αξίες είναι ανισόμερα μοιρασμένες στο χρόνο έτσι που ένας μετρονόμος θα μας έβγαζε εκτός χρόνου ( όλοι πιστεύω έχουμε παρατηρήσει ότι οι ηχογραφήσεις αυτής της περιόδου ξεκινούν αργά και στο τέλος τρέχουν πχ Παλάτια χρυσοστόλιστα και τόσα άλλα). Τέλος, η δεξιοτεχνία φαίνεται εκεί όπου χρειάζεται, δηλαδή σε αυτοσχεδιασμούς και ορχηστρικά πχ Σόλο σέρβικο μινόρε, Τρικαλινό ζεϊμπέκικο κλπ κατά τα άλλα τόσες νότες όσες χρειάζονται, βασισμένος στην αισθητική του άποψη αλλά και στην αίσθηση του μέτρου εν γένει…

Ουσιαστικά δεν την άνοιξα εγώ, ο Νίκος Φρονιμόπουλος την “άνοιξε”.

Θα συμφωνήσω και πάλι, με τη σωστότατη ανάλυση του Σταύρου. Εδω και αρκετό καιρό, είναι και μένα στο μυαλό μου να κάνω κάποια όργανα σε παλιότερα μοντέλα, των οποίων έχω αποδελτιώσει όλα τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Περισσότερο προσανατολίζομαι προς το μοντέλο του Κ. Γκέλη, από το μοναδικό όργανό του που σώζεται, που είχα την τύχη να εξετάσω καταλεπτώς. Μεγάλο ενδιαφέρον έχει και το επίσης μοναδικό μοντέλο του Δ.Μούρτζινου, που όμως έχει σχετικά μικρή τσάκιση, και αρκετά ακόμη στοιχεία από την κατασκευή του λαούτου.

Βεβαίως και το μπουζούκι αποτελεί εξέλιξη του ταμπουρά , στην ίδια όμως οικογένεια οργάνων ανήκει και το λαούτο. « Σημειώνουμε επίσης ότι σε περιοχές ορεινές η απομακρυσμένες από τα μεγάλα αστικά κέντρα… λένε ταμπουρά και το λαούτο.» ( Φ. Ανωγειανάκης, Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα ).
Η ευρύτερη όμως οικογένεια λέγεται «λαουτοειδή» και όχι «ταμπουροειδή».

Η χρήση και η κατασκευή του ταμπουρά και του λαούτου ήταν ευρύτατη, πρίν την εμφάνιση του νεότερου, μπουζουκιού. ήταν φυσικό λοιπόν, από αυτά τα δύο όργανα να δανειστούν κατασκευαστικά στοιχεία και τεχνικές οι πρώτοι μάστορες, που διαμόρφωσαν το μπουζούκι. Είναι αυτό που ονομάζω πρώτη περίοδο του σύγχρονου μπουζουκιού, από την οποία σώζονται ελάχιστα όργανα. Πρέπει να υπήρχε εξ`άλλου και πολύ μικρή παραγωγή.
Αντίθετα, από την επόμενη περίοδο που μπαίνουν στην κατασκευή πολλά από τα στοιχεία του ναπολιτάνικου μαντολίνου, αυξάνει αρκετά και η παραγωγή των οργάνων και έτσι έχουμε πολύ περισσότερα δείγματα που σώζονται μέχρι σήμερα.

Αξιοτιμε κύριε Φρονιμοπουλε,

ποια λοιπόν ειναι τα στοιχεια ενός οργανου που θα το χαρακτηριζαν ως μπουζούκι? Το σχήμα του, οι διαστάσεις του, η κλίμακα του, ο ήχος του,ο αριθμός χορδών του?
Με τα από 500 χρονια εάν κάποιος εξετάσει το άηχο μπουζούκι που κάποιοι οργανοποιοί κατασκεύασαν,και δεν ειχαμε γραπτα κειμενα, ιντερνετ, sound clips, θα το αποκαλουσε μπουζούκι?
Εάν ένα μπουζούκι κατασκευαστεί σήμερα με ηχείο μαντολίνου, ταμπουρά, λαούτου, κιθάρας, banjo κτλ, θα το ονομάζαμε μπουζούκι?
Ένα όργανο με την ίδια μορφή όπως το μπουζούκι αλλα με 10 χορδές? Ένα όργανο με την ίδια μορφή του μπουζουκιού αλλα με κινητούς μπερντέδες?

και συμπληρώνω: το οχτάχορδο είναι μπουζούκι; Ή μήπως είναι ένα μπουζουκόμορφο κιθαροειδές;