Το γεγονός το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Όπως και το τραγούδι λέει: “Πήγαινε στο Φάληρο, να δεις τον καρχαρία”. Πράγματι, κάποια στιγμή, οι εφημερίδες ήταν γεμάτες από “ρεπορτάζ” για εμφάνιση καρχαρία στο πολυσύχναστο, το καλοκαίρι, Φάληρο. Υπήρχε ακόμα ένα αρκετά μεγάλο τμήμα μιάς εξέδρας, προπολεμικής κατασκευής, που ήταν προσβάσιμο από ξηράς στους περιπατητές (από το υπόλοιπο τμήμα φαίνονταν μόνο τα μισοσκουριασμένα σιδερένια υποστηρίγματα τα μπηγμένα στην άμμο της αβαθούς παραλίας) και θυμάμαι να με παίρνουν οι γονείς μου μαζί τους, να περπατήσουμε “πάνω απ’ τη θάλασσα”. Εκεί, λοιπόν, περιπατητές που χάζευαν απ’ την εξέδρα είδαν, φαίνεται, ένα καρχαριοειδές να περιδιαβάζει, κάτι που στη “δική μου” επίσκεψη (προς απογοήτευσή μου!)δεν συνέβη. Οι εφημερίδες, πάντως, δεν ήθελαν πολλά και στην “Εστία” που έπαιρνε ο πατέρας μου είχα διαβάσει κι εγώ για τον καρχαρία. Επιπλέον, θυμάμαι και νυχτερινούς περιπατητές στο δρόμο (Οδός Ηπείρου, περιοχή “Μουσείου”) να τραγουδάν το “Α - για - για Μαρία, Μαρία μου, Μαρία, πήγαινε στο Φάληρο κλπ.”. Το πιθανότερο είναι να πρωτοεμφανίστηκε το κομμάτι, με τους συγκεκριμένους στίχους, σε επιθεώρηση, ίσως και στον “Μανόλη Τραμπαρίφα”. Πρέπει να είναι αρχές δεκαετίας ΄50.
Tο θέμα των Ευρωπαϊκών-αγκαλιαστών χορών, στη Σίφνο έχει και μια άλλη διάσταση που δεν ξέρω αν συναντάται και σε άλλες περιοχές. Αγκαλιαστά χορεύονται και τα δεκάδες λαϊκά της δεκαετίας του 60 και μετά, ασχέτως αν οι ρυθμοί και τα μέτρα μπορεί να αντιστοιχούν σε άλλους χορούς (από χασαποσέρβικο μέχρι συρτοτσιφτετέλι). Τώρα, το μέσο αναπαραγωγής είναι τα ηχητικά συστήματα νέας τεχνολογίας (μαγνητόφωνα, πικάπ) και ελάχιστα ενσωματώνονται στο ρεπερτόριο των τοπικών οργανοπαικτών. Αυτή η συνήθεια φτάνει μέχρι και τις μέρες μας.
Αυτός που, αναλογικά, έχει τα περισσότερα τραγούδια που χορεύονται αγκαλιαστά στη Σίφνο είναι o Πέτρος Αναγνωστάκης. Και δεν είναι μονο τα βαλς (“πληροφορίες κακές”, “περπατώ και σφυρίζω θλιμμένα”, “δεν ανθίζουν λουλούδια”, “μαύρη κατάρα”) αλλά και τα άλλα (“δέκα συμβουλές”, “μέσα σε μια νύχτα”, “πληγωμένοι κι οι δυο”, “για να μη μας τυραννάνε”, “αναμνήσεις” κλπ) που είναι πολύ αγαπητά και γνωστά. Κυριολεκτικά, με μια κασέτα του Αναγνωστάκη, έβγαινε ένα πάρτυ εκείνα τα χρόνια. Εδώ ένα πρόσφατο παράδειγμα με το “Γιατί θες να φύγεις” (1961, Γιώτα Λύδια). Αυτό το ολιγόλεπτο βιντεάκι αντικατοπτρίζει πλήρως αυτό που γίνεται επί δεκαετίες τώρα στη Σίφνο στα γλέντια με μαγνητόφωνα (ο ντιτζέη μετά, βάζει το “όσο αξίζεις εσύ”, το οποίο και αυτό θα χορευτεί με τον ίδιο τρόπο).
Το 1980, εκτός από τη ρεμπέτικη αναβίωση, έχουμε κα την αναβίωση των λαϊκών του '60. Εδώ είναι ένα χαρακτηριστικό βίντεο με την “Οπισθοδρομική Κομπανία” και το “Και σιδερένια να είχα καρδιά” (Μπακάλης-Βίρβος) του Καζαντζίδη. Η νεολαία της δεκαετίας του 80 στην Αθήνα το χορεύει τσιφτετελότροπα. Ένα άλλο τραγούδι που αναβίωσε η “Οπισθοδρομική Κομπανία” το 80, και ακόμη χορεύεται ως χασαποσέρβικο στη δικιά της εκτέλεση, είναι το “Καραπιπερίμ” στην εκδοχή με τα μπουζούκια (Παπαιωάννου, Ντάλια). Στη Σίφνο, και τα δυο χορεύονται αγκαλιαστά από το 60.
Αυτού του είδους η διασκέδαση αφορά και τη δική μου γενιά. Προσωπικά, έχασα το νήμα γιατί, στην κρίσιμη ηλικία των 15, έφυγα από τη Σίφνο. Μουσικώς, δε, το 'ριξα στο ροκ, στο ρεμπέτικο και, αργότερα, στο σκληροπυρηνικό παραδοσιακό και σνόμπαρα τις “λαϊκούρες”. Τα τελευταία, μόλις, χρόνια μού δόθηκε η ευκαιρία να χορέψω “αγκαλιαστό” με λαϊκά του '60 τις παλαιές μου συμμαθήτριες, αρκετές εκ των οποίων είναι γιαγιάδες πια.
Το αναβιώνω για να παραθέσω μια ηχογράφηση από το αρχείο του ΡΙΚ (ημερομηνία μετάδοσης 3 Ιουλίου του 1963) που τελειώνει με πόλκα (τα σχόλια για τρόπο ρυθμό κλπ πρέπει να είναι του Γιώργου Καλογήρου, εξωτερικού συνεργάτη για τεκμηρίωση μουσικού υλικού κατα τη ψηφιοποίηση)
“Πόλκα” (Χορός πιθανότατα Βαλκανικής προέλευσης σε τρόπο ραστ και ρυθμό 2/4).
Ερμηνεύουν: Κώστας Παπαδόπουλος (Βιολί) και Βάσσος Πισσούριος (Λαούτο), μέλη του μουσικού σχήματος Πηλαβάκη.
“Πόλκα”: 01:07:12 - 01:09:15
Στα γαλλικά είναι ξεκάθαρα θηλυκό, το αρσενικό (αν υπάρχει θα) είναι ντιζέρ. Αλλά στα ελληνικά νομίζω ότι έχει περάσει μόνο το ντιζέζ και για τα δύο φύλα και γένη.
“Η ανάδειξη του «ντιζέρ» στην Ελλάδα έγινε κατά τη δεκαετία του 1920 και ουσιαστικά αφορούσε τον ειδικό συντελεστή της επιθεώρησης που εκτελούσε τα τραγούδια όταν αυτά σε κάποιες περιπτώσεις αυτονομούνταν, χωρίς να χρειάζεται να πλαισιωθούν από οποιονδήποτε διάλογο.462 Σε πολλές περιπτώσεις οι εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες του «ντιζέρ» ή της «ντιζέζ» γίνονταν το θέλγητρο μέσω του οποίου προσέγγιζαν τον κόσμο στις επιθεωρήσεις. Ο όρος «ντιζέρ» αφορά τους άντρες, ωστόσο για τις γυναίκες εντοπίζουμε και τους όρους «ντιζέρ» αλλά και «ντιζέζ». Η διαφήμιση της επιθεώρησης του Θεάτρου «Λυρικόν» θα έχει με κεφαλαία γράμματα το όνομα της Μπέλλας Φιλή, με την υποσημείωση πως θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση «η γλυκυτέρα ντιζέρ της Κύπρου».463”
462 Σειραγάκης, Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα. Τα γεγονότα και τα ζητήματα, σ. 484–485.
463 Εφ. Ανεξάρτητος, 5 Ιουνίου 1943
[Ελένη Αναστασίου, Το Θέατρο της Επιθεώρησης στην Κύπρο (1938-1960) Διδακτορική Διατριβή, ΑΠΘ 2023]
Λοιπόν, επειδή από παλιά εγώ άκουγα «ντιζέζ» στην ηχογράφηση της Νίνου, που όμως λέει το σωστό και λογικό «ντιζέρ», μάλλον γι’ αυτό έπλασα με τον νου μου ότι γενικότερα στα ελληνικά η λέξη είχε περάσει -έστω για κάποιους ομιλητές- στη θηλυκή μορφή και για τα δύο γένη.