Συζήτηση για το λήμμα: Κοχλαράκιας - κοχλάρι

Βέβαια η Τεχνητή Νοημοσύνη, τίποτα δεν “νοήθηκε”, απλώς παρουσιάζει περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα ό,τι είναι γραμμένο στο διαδίκτυο. Αν γράψουμε 1000 φορές ότι “κοχλαράκιας” = πχ ο σαλίγγαρος από το κοχλίας κλπ, ενδεχομένως σύντομα θα το “πει” και η ΤΝ.

Επίσης, η απάντηση της ΤΝ εμμέσως κάνει έναν συσχετισμό του ουσιαστικού κοχλιάριον με το ρήμα κοχλάζω. Όμως απ’ ό,τι βλέπω εδώ η αρχική προέλευση του ρήματος είναι: καχλάζω, οπότε ο έμμεσος αυτός συσχετισμός είναι μάλλον εσφαλμένος.

1 «Μου αρέσει»

Ακριβώς, και επιπλέον αυτοσχεδιάζει και λίγο.

Αυτό που μαθαίνουμε εδώ είναι αυτό που ξέραμε ήδη: ότι ορισμένοι υποθέτουν (κι εγώ ο ίδιος!) πως η λέξη έχει να κάνει με το κουταλάκι που χρησιμοποιεί ο ενεσάκιας ηρωινομανής.’

Το αν η υπόθεση στέκει ή όχι, και αν υπάρχουν άλλες υποθέσεις και ποια τελικά είναι η σωστή, δε θα μπορούσε να το ξέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Και αυτό μπορούμε να το προβλέψουμε από πριν, οπότε καλύτερα να μην τη σπαταλάμε.

Προσωπικά τη χρησιμοποιώ για ερωτήματα που ξέρω ότι έχει δοθεί η απάντηση, αλλά δεν ξέρω πού να την αναζητήσω, π.χ. για κάποιον νόμο.

2 «Μου αρέσει»

Αν πάντως πρόκειται για την “τσάμπα” ΤΝ που εμφανίζεται απρόσκλητη στη μηχανή αναζήτησης, είναι ικανή να σε καταστρέψει με τις απαντήσεις που δίνει. Είναι εκ πείρας αρκετές οι περιπτώσεις (σε νομικά αλλά και σε άλλα επίσης θέματα) που “πετάγεται” και δίνει απαντήσεις σαν τον άσχετο της παρέας που παριστάνει τον πολύξερο.

Για καλύτερης ποιότητας Τ”Ν” δεν έχω εμπειρία και δεν μπορώ να πω, ωστόσο νομίζω ότι όσο ανεβαίνει το “επίπεδό” της τόσο θα ανεβαίνει κι η ανάγκη για ανώτερο επίπεδο ανθρώπινου ελέγχου των απαντήσεών της, δηλ. το επίπεδο του σφάλματος μάλλον θα βρίσκεται σε αναλογία με το επίπεδο της ΤΝ και τη σοβαρότητα των λόγων χρησιμοποίησής της.

2 «Μου αρέσει»

Εγώ, που δεν είμαι και πολύ ψαγμένος, ξηγιέμαι τσατ ΓΤΠ, το χωρίς εγγραφή. Είναι λίγο πρήχτικο, θες να κοιτάξω κι εδώ, θες να κοιτάξω κι εκεί (το “κοίτα παντού” δεν το καταλαβαίνει, ούτε και το ότι καμιά φορά μια αναζήτηση έχει ολοκληρωθεί, έστω και χωρίς αποτελέσματα), αλλά δε λέει τις χοντράδες που ‘λεγε πριν από κανένα χρόνο. Το να μπερδέψει ετυμολογικά το κοχλιάριον με το κοχλάζω τρώγεται. Στα πρώτα του βήματα πέταγε ουρανομήκεις μπούρδες.

Μπήκα, μόνον και μόνον, για να σας δώσω μία πληροφορία, απ’ το πολύ σκοτεινό παρελθόν (που με νύχια και με δόντια, το κράτος, το κρατά σκοτεινό) της Ελληνόφωνης Αττικής και κυρίως του ναχιγιέ της Αθήνας. Ο παππούς του παππού μου, «κοχλάρι» έλεγε το «κουτάλι», γιατί του ήταν πολύ δύσκολο να το πει κοχλιάρι, γιατί ήταν εντελώς ξένο προς το ιδίωμά του (Παλαιοαθηναϊκό). Όπως π.χ. έλεγε «εκκλησά» και όχι «εκκλησιά», «φοβιτσάρης» και όχι «φοβιτσιάρης». Εδώ αξίζει να αναφέρω πως στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούσε το έα. Π.χ.

Σουτσέα = Συκιά

Σιουκαμινέα = Μουριά

Κοχλαρέα = Κουταλιά

Αραποσουτσέα = Φραγκοσυκιά

Γκωνέα = Γωνιά

Ελλησποντέας (και Ελλησποντίας) = Γραίγος (άνεμος)

Θρατσέα = Βάραθρο

Πλατέα = Πλατεία

Φωλέα = Φωλιά

Σπηλέα = Σπηλιά

Και πλήθος άλλων τέτοιων.

Ή πιο σπάνια το «ία»

Τσουλία = Κοιλιά

Παιδία = Παιδιά

Και άλλα τέτοια.

Λέξεις σε «ια» δεν είχαν καταχρηστικό το «ια»

Κλού-βι-α = Κλού-βια

Τα-αρ-λά-τσι-α = Τα-λη-ρά-κια

Βί-λι-α = Βί-λια

Νή-λι-ος = Ή-λιος

Νι-ά-δες = Νιες (νέες)

Παρ’ όλα αυτά υπήρχαν σπανίως και λέξεις με καταχρηστικό «ιά», «ια», «ιω» και «ιε», όπως:

Αλησμονιά = Λησμονιά

Χωρισιά = Χωρισμός

Κατζουλιέρης = Γραμματέας

Αθηνιώτης (αν και πιο συχνά χρησιμοποιείτο ο όρος «Αθηναίος») = Αθηναίος

Και κάποια τοπωνύμια, κυρίως Αρβανίτικα, όπως:

Μπαρμπαλιάκι

Δομολιάκι

Σπηλιαζέζα

Λούλιε Κούκι

κ.α.

Ελπίζω να βοήθησα λίγο. Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.

Με ποιόν τρόπο κρατάει το κράτος το συγκεκριμένο αυτό παρελθόν της ελληνόφωνης Αττικής, τόσο σκοτεινό και, αν το ξέρεις, για ποιόν λόγο; Μήπως θα ήθελες να μας το εξηγήσεις αυτό κάπως, αγαπητέ Theodoros Kallimacheas;

υ.γ. και, δεν υπήρχε στην Αττική μόνο ο ναχιγές της Αθήνας όπου ομιλούνταν Ελληνικά και όχι Αρβανίτικα, και στα Μέγαρα, Ελληνικά μίλαγαν.

Δε λέει απλώς ελληνικά. Λέει αθηναϊκό ιδίωμα. Όπως ο Ακούκατος, ο ντελάλης σε κάποια ιστορία του Παπαδιαμάντη, που τον έβγαλαν έτσι γιατί τους φαινόταν πολύ αστείο που μίλαγε αθηνιώτικα και έλεγε «τ’ ακούκατε μπρε παιδιά;».

Δεν ξέρω αν υπάρχει καμιά συνωμοσία σιωπής, και μάλιστα κρατικής εμπνεύσεως, αλλά σίγουρα δεν είναι ευρέως γνωστό ότι η Αθήνα είχε παλιά δικό της ιδίωμα. Φυσικά, εξαφανίστηκε δυο-τρεις γενιές μετά την τεράστια κοσμοσυρροή που προκάλεσε ο ορισμός της Αθήνας ως πρωτεύουσας.

Παρά ταύτα, άλλο γλωσσικό φαινόμενο είναι να τρως το -ι- στα κορίτσα και στα κεράσα, που προηγείται συριστικό, και άλλο στο κοχλιάρι.

Ακριβώς ειπείν:

Δὲν ἦτο ἡ ὥρα τώρα δι᾿ ὁμιλίαν. […] Ἄλλως θὰ μοῦ διηγεῖτο πολλὰς ἱστορίας· πῶς ὁ γερο-Ἀκούκατος, τὸν παλαιὸν καιρόν, εἶχε λάβει τὸ ἐπώνυμον τοῦτο, καθότι ὅταν ἔκαμνε τὸν διαλαλητήν, εἰς τὰς δημοπρασίας, ἐπανελάμβανε συχνὰ ἐρωτηματικῶς πρὸς τὸ κοινὸν «τ᾿ ἀκούκατε, βρὲ παιδιά;», ἐπειδὴ κατήγετο ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ὅπου ἐπροφέρετο οὕτω, ἀντὶ ἀκούσατε·

(Τα ρόδιν’ ακρογιάλια)

To παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα φέρεται να επιβίωσε οριακά μέχρι την αρχή του 20ού αιώνα. Θα με εξέπληττε να έχει περάσει κάποιος ιδιωματισμός του στην κοινή ελληνική. Ρίχνω μια ματιά στα κύρια χαρακτηριστικά του ιδιώματος (φωνολογικά, γραμματικά κλπ.) εδώ (άρθρο Ν. Παντελίδη στον ιστότοπο του Ν. Σαραντάκου).

@Theodoros_Kallimache, να υποθέσω ότι κάποιος ενδιάμεσος πρόγονός σου, που πρόλαβε εκείνο τον μακρινό παππού, είχε κρατήσει σημειώσεις από την εμιλιά του παππού;

Όπως και να ‘χει, ευχαριστούμε για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα (για μένα τουλάχιστον) παρέμβαση.

Φοβερό αυτό με τα ξενόφερτα φυτά, που ο καθένας τούς αποδίδει καταγωγή από όπου θέλει! Εκείνοι το λέγανε «συκιά από την Αραπιά/Αραβία», εμείς «συκιά από τη Φραγκιά». Είναι από την Αμερική και ο καρπός της δεν έχει την παραμικρή ομοιότητα με σύκο.

1 «Μου αρέσει»

Δικό της ιδίωμα είχε και η Αίγινα, και φαντάζομαι πως πρέπει να ήταν πάρα πολύ κοντά σε εκείνο της Αθήνας. Την αιγινίτικη εκφορά την είχα προλάβει ως παιδί: και στην Αίγινα ήταν έντονος ο τσιτακισμός, βεβαίως και η διατήρηση των καταλήξεων ασινίζητων, π.χ. «πάμε για δουλεία». Πάντως, στη «Χώρα» κανείς δεν είχε διατηρήσει κάτι απ’ αυτά, τα είχαν συνειδητά αποβάλλει. Θα τα άκουγες μόνο στα απομακρυσμένα χωριά, όπως π.χ. από την «Παχειοραχήτισσα», μια μεγάλη γυναίκα από την Παχειά Ράχη, χωριό στα ορεινά του εσωτερικού του νησιού.

Ναι, συγγενικά. Και της Νότιας Εύβοιας και των Μεγάρων.

1 «Μου αρέσει»

Ούτε το φυτό έχει ουδεμία ομοιότητα με την συκιά!

Αν και το «κάπως» ακούγεται ειρωνικό (και δεν καταλαβαίνω τον λόγο, αφού εσύ είσαι ο νικητής). Θα σου το εξηγήσω όσο γίνεται πιο συνοπτικώς, γιατί είναι τεράστιο θέμα, όπου διήρκεσε ακριβώς 67 χρόνια μαχών με πολλούς νεκρούς και απ’ τις 2 πλευρές.

Σε αυτά που θα σας παραθέσω υπάρχουν 2 αντιμαχόμενα μέρη. Οι Αθηνιώτες και οι Φερτοί. Οι μεν Αθηνιώτες χωρίζονταν σε 4 ομάδες:

1. Καστρινοί. Όπου αυτοί χωρίζονταν σε: α) Ελληνόφωνοι Αθηνιώτες με ποσοστό πάνω απ’ το 75% (των καστρινών), β) ελληνόφωνοι Αρβανίτες (κυρίως οι Γκάγκαροι*) και γ) αλβανόφωνοι Αρβανίτες (κυρίως στην Πλάκα).

2. Ξωτάρηδες. Όπου αυτοί χωρίζονταν σε: α) ελληνόφωνοι Αθηνιώτες (σχεδόν σε όλα τα χωριά περιξ της Αθήνας (Δράκος (Περέας), Σεπέτη, Ραβείσι, Ράμνες, Μπύθουλας, Ζωφρέα (Νοζέα), Πανακοτά, Αμπελόκηποι, Κακουρι(!)άνοι κ.α.), β) ελληνόφωνοι αρβανίτες (Καρα Μεμέτ, Δράκος (Περέας), Κερατζίνι και γενικά χωριά του Αγριμείου), γ) Αλβανόφωνοι αρβανίτες (Καρά Μεμέτ, Καμάρισα Αθήνας κ.α.) και δ) αλβανόφωνοι Αθηνιώτες (Δραγουμάνου κ.α.)

3. Λοιποί Αττικιώτες. Όπου αυτοί χωρίζονταν σε: α) αλβανόφωνοι Αττικιώτες (κυρίως σε Μαρούσι, Μενίδι, Κουκουβάουνες, Κηβισέα κ.α.) σε πολύ μεγάλο ποσοστό, β) αλβανόφωνοι αρβανίτες (κυρίως σε Μπερχάμι, Σπάτα, Λιόσια, Λιόπεσι, Κερατέα, Κορωπί, Κουβαράς κ.α.), γ) ελληνόφωνοι Αττικιώτες (Πικέρμι, Λεωντάρι, Κηβισέα, Βαρυμπόμπη κ.α.) και δ) ελληνόφωνοι αρβανίτες (Μπέη Σεφέρ, Βαρυμπόμπη κ.α.).

4. Άλλοι. Όπου αυτοί χωρίζονταν σε: α) προεπαναστατικοί Βλάχοι και Σαρακατσαναίοι (Τρελ(ι)ώτες) που είχαν τα χειμάδια τους εντός του ναχιγέ της Αθήνας, β) προεπαναστατικοί Κιουλέδες (κυρίως Νέγροι), γ) προεπαναστατικοί Μουσταμίνηδες (ελάχιστοι).

Το κοροϊδευτικό όνομα όλων αυτών ήταν «Γκάγκαροι».

Οι δε Φερτοί χωρίζονταν σε:

1. Έλληνες του εξωτερικού, νησιώτες ή μη, κυρίως από Θράκη (οι περισσότεροι όλων), Ήπειρο και Μακεδονία. Αυτοί ήταν κυρίως πλούσιοι με μεγάλη δύναμη. Η ομάδα αυτή είναι πληθυσμιακά μεγαλύτερη απ’ την επόμενη τουλάχιστον έως το 1850. Το κοροϊδευτικό όνομα αυτών ήταν «Μπουρτζοβλάχοι».

2. Ηπειρωτικοί Έλληνες του εσωτερικού, από Μωρέα και λοιπή Λιβαδειά (Στερεά Ελλάδα), οι οποίοι είναι κυρίως φτωχοί. Το κοροϊδευτικό όνομα αυτών ήταν «Καράβλαχοι».

3. Νησιώτες Έλληνες του εσωτερικοί. Το κοροϊδευτικό όνομα αυτών ήταν «Τρατάρηδες».

4. Βαυβαροί. Κυρίως Βαυβαροί, αλλά όχι μόνον. Το κοροϊδευτικό όνομα αυτών ήταν «Κουτόφραγκοι», αλλά επειδή τους φοβόντουσαν όλοι, τους αποκαλούσαν συνήθως «Μπαυαρέζους».

*: Οι Γκάγκαροι ήταν οι ικανότεροι και πιο ανυπότακτοι Αλβανοί στραντιώτι των Βενετών. Αυτοί, μετά τον Γ΄ Βενετοτουρκικό (1540) πόλεμο, απολύθηκαν απ’ τους Βενετούς και έμειναν Βαγκάριοι (=στραντιώτι χωρίς στρατιωτική μίσθωση). Έτσι ξώμειναν στο Ναύπλιο, όπου μία γενεά μετά έπαναστάτησαν. Έτσι οι Τούρκοι, αποφάσισαν να τους εξορίσουν όπου με ένα ειρηνικό τέχνασμα μεταξύ των ετών 1571~1579 τους έστειλαν σε ολόκληρο το λεκανοπέδιο της Αττικής (κυρίως Αθήνα, Μαρούσι κ.α., αλλά και εκτός (κυρίως στα Σπάτα κ.α.). Αυτοί σκληροί όπως ήταν αποτέλεσαν μία τάξη μόνοι τους, μπορώ να πω ότι πλασαρίστηκαν μεταξύ των Αθηνιωτών αρχόντων και των Νοικοκυραίων. Με τον καιρό άλλαξαν γλώσσα, αλλά τους πρόδιδαν τα επίθετά τους (π.χ. Λιάπης).

Σας δίνω λοιπόν συνοπτικώς το χρονολόγιο:

05/1832: Η Αντιβασιλεία δίνει εντολή στους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερτ να εκπονήσουν ένα νέο σχέδιο της πόλεως των Αθηνών βασισμένο στην ως τώρα οικειοθελή εργασία τους.

12/1832: Οι Αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Εδουάρδος Σάουμπερτ καταθέτουν το νέον σχέδιο της πόλεως των Αθηνών. Το σχέδιο αυτό καταπατά τις περιουσίες των ντόπιων, Ελληνόφωνων και Αλβανόφωνων, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι η Αττικιώτες σήκωσαν ένα απ’ τα μεγαλύτερα βάρη του πολέμου έχοντας πάνω από το 25% του πληθυσμού τους νεκρούς (γι’ αυτό σπανίως συναντάτε όχι μόνον γνήσιους Αθηναίους, αλλά και Αττικιώτες εν γένει)

25/01/1833: Ο Όθωνας φτάνει στο Ναύπλιο.

03/06/1833: Οι Αθηναίοι, γνωρίζοντας τις σκέψεις της Αντιβασιλείας και των πλουσίων Ελλήνων (κυρίως του εξωτερικού (Μπουρτζόβλαχοι)), ότι θέλουν να μεταφέρουν την πρωτεύουσα της Ελλάδος στην Αθήνα, αλλά και τα απαράδεκτα σχέδια των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, και στέλνουν επιστολή όπου παρακαλούν (γλείφουν θα έλεγα εγώ) την Αντιβασιλεία να δεχτεί να γίνουν Πρωτεύουσα (λες και αυτή είχε άλλα σχέδια), απαιτώντας όμως και τις δίκαιες αποζημιώσεις. Υπάρχουν 7 σχετικά άρθρα που δεν είναι ανάγκη να αναφέρω. Οι Αθηναίοι συνοπτικώς σκέφτηκαν ως εξής: Αν είναι να γίνουμε πρωτεύουσα, κάτι που δεν επιθυμούμε, αν μας αποζημιώσουν στο ακέραιο, ίσως και να αξίζει να γίνουμε, διότι έτσι θα μας φτιάξουν τα σπίτια και τα μαγαζιά μας. Έτσι ψευδώς τα δηλώνουν όλα ερείπια, αφού η επιτροπή 4 μήνες σχεδόν μετά θα βρει πολλά όρθια (≈600), ή έστω επιδιορθωμένα (αρχαιολογικό δελτίον 1929).

29/06/1833: Εγκρίνεται το σχέδιο της νέας πόλεως των Αθηνών των αρχιτεκτόνων Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερτ, με ελαφρές μόνον τροποποιήσεις.

07/1833: Αρχίζει η εφαρμογή, χωρίς καμία κωλυσιεργία, του σχεδίου της νέας πόλεως των Αθηνών των αρχιτεκτόνων Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερτ. Έτσι ξεκινά αρχικώς η χάραξη των προβλεπόμενων οδών και πλατειών και οι επισημάνσεις και εκτιμήσεις των ρυμοτομούμενων οικιών και οικοπέδων. Τότε και μόνον τότε οι κάτοικοι καταλαβαίνουν, τι ζημιά θα υποστούν και μάλιστα με τον Χειμώνα να έρχεται. Ξεσπάνε ταραχές στην Αθήνα. (Τραυλός).

08/1833: Παύουν οι ταραχές και ξεκινάνε οι διαβουλεύσεις μεταξύ της κυβερνήσεως και της Αθηναϊκής γερουσίας.

30/08/1833: Υπογράφεται και από τα 2 μέρη (Επιτροπή και Αθηναϊκή Γερουσία) συμφωνητικό, όπου καταγράφονται σε κάθε οικόπεδο, το εμβαδόν, τα πηγάδια, οι λάκκοι, οι φούρνους κ.λπ. καθώς και όλα τα γερά κτήρια εντός του οικοπέδου (σπίτια κ.λπ.). Εξαιρούνται τα ημιγκρεμισμένα κτήρια (δεν θα λογιστούν ως κτήρια) καθώς και η άκτιστη οικοδομική ύλη τα οποία θα δοθούν στους ιδιοκτήτες τους (ως οικοδομική ύλη). Τέλος δηλώνεται ότι ερωτήθηκαν οι πλείστοι των νοικοκυριών (με το όπλο στην κεφαλή) και άπαντες απάντησαν ότι: «Ευχαρίστως παραχωρούμεν εις τον Βασιλέα μας τας οικίας μας, …»

15/10/1833: Η κυβερνητική Επιτροπή μαζί με την Αθηναϊκή επιτροπή επικυρώνουν την καταμέτρηση και τις αποζημιώσεις ανά θιγόμενο κάτοικο (Αρχαιολογικό δελτίον 1929).

16/10/1833: Η Αθηναϊκή γερουσία επικυρώνει την καταμέτρηση και τις αποζημιώσεις ανά θιγόμενο κάτοικο (Αρχαιολογικό δελτίον).

11/1833: Απορρίπτεται η υλοποίηση του σχεδίου της νέας πόλεως των Αθηνών των αρχιτεκτόνων Σταμάτη Κλεάνθη και Εδουάρδου Σάουμπερ.

10/01/1834: Η κυβέρνηση προετοιμάζεται να χτυπηθεί με τους Αθηνιώτες σε έναν ακήρυχτο πόλεμο και έτσι ως πρώτο βήμα καταργεί τον θεσμό της Δημογεροντίας (Φ.Ε.Κ.), ώστε να μειώσει την συνοχή των Αθηνιωτών.

18/09/1834: Η αντιβασιλεία υπογράφει το Διάταγμα της μεταφοράς της Πρωτεύουσας απ’ το Ναύπλιο στην Αθήνα (Φ.Ε.Κ.). Ακόμη την ίδια ημέρα εγκρίνεται και το νέο σχέδιο της νέας πόλεως των Αθηνών του Σάξονα, Λέο Φον Κλέντζε, το οποίο είναι αρκετά πιο μετριοπαθές απ’ το προηγούμενο. Αυτή είναι και η τελευταία κυβερνητική υποχώρηση.

10/1834: Καταφθάνουν τα στρατιωτικά σώματα και οι διοικητικές αρχές καθώς ξεκινάνε και οι απαλλοτριώσεις. Είναι αναμενόμενο να ξεκινήσει και απ’ τους Αθηνιώτες 2ος κύκλος ταραχών, όπου είναι ιδιαίτερα αιματηρός.

11/1834: Πλησιάζει η μέρα της ελεύσεως του Όθωνος. Οι Αθηνιώτες ανακοινώνουν μονομερώς εκεχειρία, ελπίζοντας σε κάποια συμφωνία με την έλευση του Βασιλέως.

11/1834 (ή 02/1835)~07/1835: Κατεδαφίζεται το τοίχος του Χατζή Αλή Χασεκή, το οποίο είχε κατασκευαστεί με πολύ κόπο απ’ τους Αθηναίους μόλις το 1778 αν και είχε υποστεί σοβαρές ζημιές το 1826. Η κατεδάφιση του τοίχους έχει, πέρα από λειτουργική σημασία (κοντινή οικοδομική ύλη για διάφορα κοντινά δημόσια κτήρια), και συμβολική σημασία.

01/12/1834: Ο Όθωνας φτάνει στην Αθήνα.

01/1835: Η αντιβασιλεία δεν έχει διάθεση για άλλη υποχώρηση, οι απαλλοτριώσεις συνεχίζονται, οι δε Αθηνιώτες βλέπουν να μένουν σε αντίσκηνα τον Χειμώνα και παίρνουν ξανά τα όπλα, ξεκινώντας 3ο κύκλο ταραχών. Οι Βαυβαροί με την βοήθεια Ελλήνων στρατιωτών απωθούν τους Αθηνιώτες στα βουνά. Οι Αθηνιώτες εγκλωβίζονται σε πύργους και καίγονται ζωντανοί. Όσοι επιβιώνουν συλλαμβάνονται, ξυλεύονται και φυλακίζονται σε άθλιες συνθήκες, οι οικογένειές τους διώχνονται απ’ τα σπίτια τους, αποτέλεσμα την πλήρη φτωχοποίησή τους, τον κοινωνικό αποκλεισμό απ’ τους Φερτούς. Οι Αθηνιώτες μαζεύονται σε συγγενικά σπίτια κυρίως στου Ψυρρή και στου Βωρέα. Ξεκινά ο κουτσαβακισμός, όπου ο πόνος τους καταγράφεται στα μουμούρικα άσματά τους (πρόγονος των ρεμπέτικων). Ο πίνακας «Der Widerstand von vierzig griechischen Rebellen», είναι απ’ αυτήν την χρονική στιγμή της Αθήνας και όχι της Θήβας του 1833, όπως μεταγενέστερα αποδόθηκε, έτσι ώστε να αποσιωπηθούν τα κρατικά εγκλήματα εναντίον των γηγενών.

11/01/1835: Άρχεται και η αστικοποίηση του Πειραιά με απαλλοτριώσεις των χωραφιών, ώστε το χωριό του Περέα (γνωστό και ως Δράκος) να γίνει πόλη και ο κύριος λιμένας της χώρας. Το σχετικό Φ.Ε.Κ. (Φ.Ε.Κ.) αναρτήθηκε σε όλους τους Δήμους της Αττικής και όχι σε όλους τους δήμους της επικρατείας, έτσι ώστε οι αγοραστές να είναι κυρίως Αττικιώτες και με αυτόν τον τρόπο να κατευνάσει τους Αθηναίους οι οποίοι έχουν ξεκινήσει να εγκληματούν τυφλώς κατά των επαρχιωτών. Απ’ την άλλη όμως το διάταγμα αυτό υπέσχετο στους Χιώτες ένα νεότερο διάταγμα με ιδιαιτέρως ευνοϊκούς όρους για αγορά γης στον Πειραιά.

27/02/1835: Απαλλοτρίωση, απ’ την κυβέρνηση, οικόπεδων στον Πειραιά και παραχώρηση αυτών σε Χιώτες με ευνοϊκότατους όρους (Φ.Ε.Κ.).

1838~1880: Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από πολλούς φόνους. Τόσο απ’ την μία πλευρά όσο και απ’ την άλλη. Οι Αθηνιώτες ληστεύουν και φονεύουν τους Φερτούς και ο στρατός και η αστυνομία φονεύει τους Αθηνιώτες και τα παιδιά τους, ενώ βιάζει τις γυναίκες τους. Οι Αθηναίοι τον Μάη του 1844 είναι λιγότεροι απ’ το 1/3 του πληθυσμού του τότε δήμου Αθηναίων.

Επεισόδια (μάχες και διπλωματία):

1838 νίκη Φερτών

1839 νίκη Αθηνιωτών

1840 νίκη Φερτών

1844 νίκη Φερτών

1845 νίκη Αθηνιωτών

1846: νίκη Αθηνιωτών

1847: νίκη Φερτών

1850: νίκη Αθηνιωτών

1853: νίκη Φερτών

1851: νίκη Φερτών.

1853: νίκη Φερτών.

1854: νίκη Αθηνιωτών.

1957: νίκη Αθηνιωτών.

1857: νίκη Φερτών.

1862: νίκη Αθηνιωτών.

1864: Εμφύλιος Αθηνιωτών με αστυνομικό τέχνασμα.

1865: νίκη Αθηνιωτών.

1866: νίκη Φερτών.

1869: νίκη Φερτών.

1870: νίκη Αθηνιωτών.

1874: νίκη Αθηνιωτών.

1879: νίκη Φερτών.

1880: νίκη Φερτών.

1895: νίκη Αθηνιωτών

1895: νίκη Αθηνιωτών

1899: νίκη Φερτών, πεθαίνει ο Αθηνιώτικος κουτσαβακισμός μαζί με τους Αθηνιώτες και ξεκινά ο Φερτός κουτσαβακισμός, γι αυτό και η μεταστροφή απ’ την φουστανέλα του παλιού μάγκα (ρεμπέτη, πες τε τον όπως θέλετε), στο φράκο (σύμβολο των Μπουρτζοβλάχων), λίγο μετά το 1880.

Το 1921 δεν τιμούνται τα Αθηναϊκά όπλα. Μεταξύ 1922~1980 αδειάζονται τα παλαιά νεκροταφεία απ’ τα οστά των ηρώων προγώνων μας. Αυτών που πραγματικά ελευθέρωσαν την Ελλάδα. Και πετιούνται σε χωματερές! Τιμήθηκαν όλοι εκτός των Αθηναίων είπε 80 σχεδόν χρόνια μετά ο ξεφτίλας σύλλογός μας. Το 2021 τιμήθηκαν μέχρι και οι ανύπαρκτοι (μην πω μέρη), που στα αρχεία της επανάστασης ζήτημα είναι να πετύχετε 1 σε 1000 επαναστάτες. Τελειώνω με τα λόγια του Μακρυγιάννη που ο στρατός του απαρτιζόταν από Αθηνιώτες και λίγους Φηβαίγους (Θηβαίοι) και αν και μη Αθηνιώτης προάσπισε όσο κανείς άλλος τα δίκαια αιτήματά μας. «Τι λευτερίαν ’νεργάτε να μας κάμετε, την βλέπομεν! Την γης οπού λευτερώσαμεν με τους αγώνες μας κι’ αίματά μας, την δίνετε και την αγοράζουν οι συντρόφοι σας, εκείνοι οπού μας κάναν σίγρι όταν σκοτωνόμαστε. Αυτείνοι τα χαίρονται· αυτείνοι αγοράζουν ένα γρόσι το στρέμμα την γης, άγρια και ήμερη, την αγοράζουν κι’ όσ’ είναι κολάκοι σας και σπιγούνοι σας. Εμάς γυρεύετε να μας παλουκώσετε.»

2 «Μου αρέσει»

Η Αίγινα, τα Αντικύθηρα, η Βελοπούλα, οι Διαπόριοι, η Μεγαρίδα (Μεγάλα Δερβένια, Μεγαλοδερβενοχώρια), το Καράβι, η Κρομμυωνία, τα Κύθηρα, τα Μέθανα, ο Πόρος, η Σαλαμίνα, η Βέλβινα (Άγιος Γεώργιος), οι Σπέτσες, το Σταυρονήσι, η Τροιζηνία, η Ύδρα, η Φαλκονέρα, η Χύτρα και η Ωρωπία, ανήκουν διοικητικώς στην Αττική, αλλά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΤΤΙΚΗ. Αν τα ορίζεις Αττική βάλε μου και την Μήλο που την δεκαετία του 1940 πέρασε στην Αττική.

Αντιθέτως ο Δρυμός (Μικρά Δερβένια, Δερβενοχώρια) και η Μακρόνησος ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΤΤΙΚΗ, αλλά σήμερα ο 1ος ανήκει στην Βοιωτία και η 2α ανήκει στις Κυκλάδες.

Κάποιοι εξ αυτών μιλάνε παλαιοαθηναικά, όπως η Αίγινα, τα Μέγαρα (η χώρα), τα Αμπελάκια (Σαλαμίνας), Ωρωπός (η χώρα), αλλά δεν εξετάζω αυτό. Ούτε είπα, ουτε υπονόησα πως μόνον οι Αθηνιώτες μιλάνε Ελληνικά. Υπάρχουν και μέρη εκτός του ναχιγιέ όπου μιλούσαν Αθηνιώτικα όπως στην Κηφισιά (Κηβισέα) και βορειοδυτικώς του Βιλτανίου, αλλά και προς Πασσάδες. Αλλά εγώ περιορίστηκα μόνον στον ναχιγιέ της Αθήνας.

2 «Μου αρέσει»

Προ μερικών ετών βρέθηκε κάπου στο εξωτερικό ένα έγγραφο όπου φαίνεται πως οι παππούδες μας, δώρισαν τα χωράφια τους μεταξύ της σημερινής Σταδίου και Πανεπιστημίου στο κράτος. Ο σύλλογος των Αθηναίων έπεισε τον τότε δήμαρχο Καμίνη να πλειοδοτήσει, ώστε να επιστραφεί αυτό το έγγραφο στην Αθήνα, όπερ και εγένετο. Το έγγραφο αυτό θέλησα να το δω, μπας και αναγνώριζα μεταξύ των υπολοίπων την υπογραφή του παππού του παππού του παππού μου. Όταν έκανα ένα αίτημα στον δήμο Αθηναίων (επί δημαρχίας του Μπακογιάννη) για το που αυτό εκτίθεται, όχι μόνον δεν πήρα απάντηση αλλά το έγγραφο χάθηκε ως δια μαγείας. Εγώ δεν λέω πως δεν μπορεί να δωρίσαμε την γη και να μου πε ψέματα ο παππούς μου ότι μας την πηραν με την βία. Αλλά δεν σου φαίνεται κάπως ύποπτο να χάνεται αυτό το τεκμήριο, που αποτέλεσε καμάρι της Αθήνας και τόσο ακριβά επαναπάτρισε;

Μπορεί να είναι ύποπτο. Εξίσου καλά μπορεί απλώς να μην ξέρουν πού το έβαλαν. Δε χρειάζεται να αποδίδουμε σε δόλο ό,τι μπορεί να ερμηνευτεί ως απλή βλακεία.

Κατά τα άλλα, ευχαριστούμε για όλη αυτή την πληροφόρηση πάνω σε θέματα που όντως δεν τα είχα, εγώ τουλάχιστον, καθόλου ακουστά. Με συγκινούν γιατί κι εμένα ένα ποσοστό της καταγωγής μου φέρεται να είναι «παλαιο-»αθηναϊκό. Όχι πως μπόρεσα να τα παρακολουθήσω σ’ όλη τους τη λεπτομέρεια βέβαια, αλλά σίγουρα βλέπω ότι το έχεις ξετινάξει το θέμα, μπράβο!

Ωστόσο για το θεμα της λέξης «κοχλάρι» δε βλέπω να γινόμαστε σοφότεροι.

Λόγια σοφά, βγαλμένα μέσα από την ίδια τη ζωή

Το “τσουλάω” μόνο νομίζω.

Θα μπορούσε. Σύμφωνα με το άρθρο που λίνκαρα παραπάνω, και η αλλαγή υ > ου και ο τσιτακισμός του κ (που μαζί τρέπουν το κυλώ σε τσουλώ) ανήκουν στα χαρακτηριστικά του ιδιώματος.

Μόνο αυτού όμως; Στο ΛΚΝΕ διαβάζω μιαν άλλη ερμηνεία:

*τσυλώ ( [i > u] από επίδρ. του [l] ) < κυλώ με τροπή [ > ts] πριν από [i]

Ότι δηλαδή ο φθόγγος [i], ανεξάρτητα αν προερχόταν από ένα αρχαίο ύψιλον, τράπηκε σε [u] για άλλους λόγους, χωρίς να περάσει η λέξη από το συγκεκριμένο ιδίωμα, παρά ακολουθώντας την κλασική πορεία από τα αρχαία στη σημερινή κοινή νεοελληνική. (Τα λέω λίγο υπεραπλουστευμένα…)

Α, τώρα βλέπω ότι το έχεις υπόψη σου Θεόδωρε.

1 «Μου αρέσει»

Αυτό που έχω συναγάγει μέχρι στιγμής είναι ότι τέτοια λέξη είναι αμάρτυρη σε οιεσδήποτε συγχρονικές πηγές.
Οι δημώδεις τύποι είναι: κοχλιάρι/χουλιάρι

Ωστόσο, στο γλωσσάρι μας, χρόνια τώρα, έχουμε την εξίσωση κοχλάρι=κουτάλι…