Δεν ισχύει αυτή η εκδοχή για τους λόγους που ειπώθηκαν σε προηγούμενο μήνυμα.
Θεωρώ όμως πως δεν αμφισβητείται ότι το κοχλιάριον / κοχλιάρι είναι το κουτάλι.
Από το Λεξικόν Ελληνικόν του Άνθιμου Γαζή έως τα νεότερά μας λεξικά, πολυάριθμες αναφορές στον Τύπο, μνεία σε λογοτεχνικά κείμενα, αρχαιολογικά ευρήματα κ.λπ. κ.λπ. όλα αυτά είναι πηγές αναμφισβήτητες σχετικά με την ερμηνεία της λέξης.
Το ότι , λαϊκότροπα, το κοχλιάρι λέγεται και κοχλάρι [εξ ου κι ο κοχλαράκιας] δεν αναιρεί το γεγονός πως πρόκειται για την ίδια λέξη, με την ίδια ακριβώς σημασία.
Η «σωστή» εκφορά της λ. είναι «κοχλιάρι», επομένως και ο χρήστης «κοχλιαράκιας» «κανονικά» λέγεται.
Χάριν ευφωνίας όμως γίνεται «κοχλαράκιας» όπως αντίστοιχα διαβάζουμε στον Τύπο «κοχλάρι για σούσι», «κοχλάρι για τούρτα», «κοχλάρι σε λάθος χέρια» κ.λπ. όμορφα…
Εν πάση περιπτώσει, προσθέτουμε ένα [-ι] στη λ. στο Γλωσσάρι.
Το θετικό που προκύπτει από τη συζήτηση είναι πως απομακρυνθήκαμε από σύνδεση μεταξύ «κόχλας» και «κοχλαράκια» και αφήνουμε τον τελευταίο με το κουτάλι του στο χέρι.
Η λογική δεν είναι να υποστηρίζουμε μια άποψη μέχρι να αποδειχτεί η άλλη. Η λογική είναι αυτή που είπε πιο πριν ο Άνθιμος: ξέρω την ετυμολογία; τη γράφω. Δεν την ξέρω; δεν τη γράφω.
Μέχρι στιγμής δεν ξέρουμε αποδεδιγμένα τίποτε. Υποθέσεις κάνουμε. Την υπόθεση που το συσχετίζει με το κοχλιάριον μπορεί να την κάνει όποιος γνωρίζει αυτή τη λέξη και το γεγονός ότι οι ενεσάκηδες χρησιμοποιούν κουταλάκια. Την άλλη υπόθεση μπορεί να την κάνει όποιος (λιγότεροι σίγουρα) ξέρει την κόχλα.
Δεν ανοίγει κανείς λεξικό για να διαβάσει υποθέσεις που μπορούσε να κάνει και μόνος του. Πόσο μάλλον που δεν έχουμε λεξικό εδώ αλλά γλωσσάρι. Για υποθέσεις, έλεγχο αυτών, αναζήτηση πηγών, ανταλλαγή απόψεων ή αποριών κλπ. ο χώρος είναι εδώ ακριβώς που βρισκόμαστε τώρα.
Για την ίδια την έννοια του «κοχλαράκιας» είμαστε τουλάχιστον σίγουροι;
Θυμίζω, για να μην αλλάζουμε σελίδες, ότι το πλήρες λήμμα αυτή τη στιγμή έχει ως εξής:
Η λέξη υπάρχει και στον Νικοκλάκια, που είναι πιο γνωστό τραγούδι νομίζω.
Άνοιξα το λινκ που έδωσε παραπάνω ο Άνθιμος προς μια σύγχρονη εργασία. Αναζητώντας Ctrl+F+κοχλ βρήκα ό,τι υπάρχει εκεί από πληροφορίες, υποθέσεις και συζήτηση σχετικά με τις λέξεις κόχλα και κοχλαράκιας. Η συζήτηση είναι πολύ παρόμοια με την παρούσα, εκτός ότι εκεί δεν υπάρχει το διακύβευμα του γλωσσαριού, είναι απλώς ελεύθερη συζήτηση.
Δίπαξ μάλλον: Απογευματινή και Εμπρός.
Ο κοχλαράκιας εμφανίζεται πουθενά εκτός από τα δύο τραγούδια;
Τι θα πει «ο πρεζάκιας που παίρνει τη δόση του με ένεση»; Ο ηρωινομανής προφανώς, πάνε ήδη γενιές που την ηρωίνη τη λένε «πρέζα» και δεν έχει αλλάξει αυτό ούτε σήμερα.
Κι όμως, «πρέζα» σημαίνει άλλον τρόπο πρόσληψης σκόνης, όχι την ένεση. Σημαίνει μυτιά, και μπορεί να γίνει και με κοκαΐνη αλλά και με ταμπάκο, δεν είναι κάτι που συνδέεται ειδικά με την ηρωίνη.
Επομένως η αργκό δεν προσκολλάται ιδιαιτέρως στην ακριβολογία. Άλλωστε ούτε η κοινή γλώσσα το κάνει, αλλά η αργκό ακόμη παραπάνω.
Που σημαίνει ότι, όποια κι αν είναι η ετυμολογία του κοχλαράκια, δε θα δίνει κατ’ ανάγκην ακριβείς πληροφορίες για το τι σημαίνει κοχλαράκιας.
Τοξικομανείς που πεθαίνουν στο δρόμο. Πρεζάκηδες και κοχλαράκηδες (ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ 23/6/1932)
«Κλείνει πρεζάκηδες και κοχλαράκηδες στο κρατητήριο […]» (ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΟΣ 11/8/1932)
«[…] το απλόχωρο αστυνομικό γραφείο πλημμύρισε από τις κουρελιάρες φυσιογνωμίες μιας ομάδας κοχλαράκηδων» (ΘΑΡΡΟΣ 6/2/1934)
«Οι τοξικομανείς κάθονται γύρω από το λουλά κι ένας ένας αρχίζουν να τραβούν από μια τζούρα (ρουφηξιά) τρώγοντας σύκα και καρύδια για να είναι νοστιμώτερη! Έχουν πια γίνει χοχλαράκηδες!» (ΑΘΗΝΑ Ιούλιος 1935)
Όλο και καλύτερα. Αλλά όλο και μπερδεύομαι για το τι είναι ο κοχλαράκιας:
Απ’ όσα γνωρίζουμε σήμερα, τοξικομανείς που να πεθαίνουν στον δρόμο είναι κυρίως οι ηρωινομανείς. Με την κοκαΐνη, που είναι το ναρκωτικό των πλουσίων, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Συνέβαινε παλιότερα;
Γιατί εγώ από αυτό το παράθεμα καταλαβαίνω ότι εννοεί ηρωινομανείς, και ίσως το «πρεζάκηδες και κοχλαράκηδες» να σημαίνει ηρωινομανείς που σνιφάρουν και άλλους που σουτάρουν. Αλλά στον αέρα το λέω κι εγώ.
Από το τρίτο παράθεμα χασικλήδες καταλαβαίνω, και από τη φωτοτυπία δε χρειάζεται να καταλάβω τίποτε, λέει ευθέως «κοκαϊνομανείς».
Τέλος, τα δύο λεξικά φαίνεται να αναφέρονται ευθέως στην ηρωίνη.
Μα ακριβώς εδώ εμφιλοχωρεί άλλη μία ένσταση.
Όταν το Γλωσσάρι μας δίνει αυτό το ερμήνευμα (“O πρεζάκιας που παίρνει τη δόση του με ένεση χρησιμοποιώντας κουτάλι”) στενεύει αδικαιολόγητα τον τρόπο του να είναι κανείς “κοχλαράκιας” με το να τον ορίζει ως αυτόν που λαμβάνει την ουσία μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο…
Στον αντίποδα, υπό την εκδοχή της κόχλας/σκόνης, παραπλέουμε την κουταλοποιημένη “μερικότητα” και αναγόμαστε στην “καθολικότητα” της λήψης της σκόνης με οιονδήποτε τρόπο.
Εάν η προέλευση της λέξης όντως σχετίζεται με το κουτάλι, αυτό δε συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι η λέξη σημαίνει και κάτι σχετικό με κουτάλι, αυτό είναι το θέμα.
Σε κάθε είδους λεξικό το εκάστοτε λήμμα αντιμετωπίζεται κατά λέξη, αναγκαστικά λοιπόν λαμβάνεται υπόψη και η ετυμολογία. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στο Γλωσσάρι.
Ο «κοχλαράκιας» παραπέμπει συγκεκριμένα σε κουτάλι, στο ερμήνευμά του επομένως στενεύουν αναγκαστικά τα όρια περιλαμβάνοντας εκείνες μόνο τις ουσίες που μπορεί να ληφθούν με αυτό τον τρόπο και όχι με κάποιον άλλο. Ένας ειδήμων της ψυχικής υγείας ερωτώμενος σχετικά, θα έδινε αυτόν περίπου τον ορισμό που δόθηκε και εδώ.
Για κάποιον που λαμβάνει ουσίες με διαφορετικό τρόπο, αναζητείται και ο αντίστοιχος ορισμός.
Μπορούμε να ανταλλάσουμε απόψεις όσο θέλουμε, αλλά από τη στιγμή που καταχωρείται ένα λήμμα, οφείλει να είναι συγκεκριμένο και κατατοπιστικό για τον αναγνώστη, να μην αφήνει ερωτηματικά και αμφιβολίες, πάντα στο μέτρο του εφικτού.
Σε αντίθετη περίπτωση, αφήνουμε ανοικτή τη διερεύνηση για το μέλλον.
Ναι αλλά εδώ που δεν είμαστε στον χώρο των λημμάτων αλλά της ανταλλαγής απόψεων, εκκρεμεί ακόμη ένα ερωτηματικό: τι αποδεικνύει ότι η ετυμολογία είναι όντως αυτή; Απλώς φαίνεται πιθανή, προσκρούοντας όμως και σε κάποια προβλήματα. Ακριβώς το ίδιο κι η άλλη.
Και δεν πρόκειται βέβαια να ρωτήσουμε ειδικούς της ψυχικής υγείας για ετυμολογικά ζητήματα. Το πολύ πολύ να τους ρωτήσουμε για το λεξιλόγιο των ναρκομανών, με το οποίο θα έχουν πιθανώς μια εξοικείωση (αλήθεια, κοίταξε κανείς σε τέτοιου είδους πηγές;).
Ωστόσο, από γενέσεως του λήμματος έως σήμερα, η ετυμολογία αυτή παρουσιάζεται όχι ως υπόθεση αλλά ως βεβαιότητα, με επακόλουθο τη διάχυση στο διαδίκτυο κλπ κλπ
Από τα παραθέματα, όμως, τόσο στα δύο εν λόγω τραγούδια, όσο και στα σώματα κειμένων, δεν φαίνεται να προκύπτει πως ο κοχλαράκιας χαρακτηριζόταν από το ότι λάμβανε την ουσία με χρήση κουταλιού…
Για αυτό ακριβώς πρότεινα, υπό τα δεδομένα που έχουμε προ οφθαλμών, να απαλείψουμε το κομμάτι της ετυμολόγησης και να αντιγράψουμε το ερμήνευμα από τα λεξικά της πιάτσας: ηρωινομανής/κοκαϊνομανής/πρεζάκιας
Τότε όμως μάλλον θα ήταν “κοχλάκιας”, όχι “κοχλαράκιας”.
(Ήθελα να βάλω αυτό το σχόλιο σαν απάντηση στο “ρεμπέτικη φρασεολογία και άγνωστες λέξεις”, αλλά για κάποιο λόγο δεν γίνεται. Αν θέλουν το βάζουν στη θέση τους οι συντονιστές).
Ο κοχλαράκιας είναι όρος της αργκό (κυρίως του ρεμπέτικου γλωσσικού ιδιώματος) που αναφέρεται στον τοξικομανή (πρεζάκια) που κάνει χρήση ναρκωτικών με ένεση, χρησιμοποιώντας ένα κουτάλι για την προετοιμασία της δόσης (ζέσταμα/κοχλάρισμα της ουσίας).
Πιο συγκεκριμένα:
Η λέξη προέρχεται από το «κοχλιάριον» ή «χουχλάρι» (κουτάλι).
Το κουτάλι είναι ένα από τα βασικά σύνεργα (“σέα”) του τοξικομανή, το οποίο χρησιμοποιεί για να διαλύσει και να ζεστάνει (να “κοχλάσει”, δηλαδή να βράσει ελαφρά) την ουσία πριν την ενέσιμη χορήγηση.
Ο όρος συναντάται συχνά σε ρεμπέτικα τραγούδια, όπου περιγράφει τον χρήστη ηρωίνης ή άλλων ουσιών. “