Μια που αποσύρθηκε σιωπηρά το πολυχρόνιο «λήμμα» Κουνελάκης/κουνελάκι, καθώς δεν βρέθηκε όλα αυτά τα χρόνια τεκμηρίωση, θεωρώ πως δικαιούνται όσοι (και δεν είναι και λίγοι!) ακούν «βουνελάκι» να έχουν το λήμμα τους, μια και αυτή η λέξη είναι και υπαρκτή και τεκμηριωμένη
Εδώ και άλλα παραδείγματα από σώματα κεμένων:
«μ’ ανοιχτές αγκάλες να ροβολάς απ’ το βουνελάκι […] Το βουνελάκι ήτανε κοντά, πολύ κοντά, όλο κατέβαινες, όλο ερχόσουνα» (ΝΟΥΜΑΣ 23/5/1904)
«τα βουνελάκια αυτά φτάνουν να έχουν ύψος ως πέντε μέτρα» (ΝΕΑ ΑΛΗΘΕΙΑ 5/12/1936)
«Ως τόπος της εορτής ωρίσθη το γραφικώτατο βουνελάκι του Αριστοδημίου Σπαρτόραχη» (ΣΗΜΑΙΑ ΚΑΛΑΜΩΝ 9/5/1940)
«Αβρά σα λάστιχο δυο βουνελάκια/με μια κορφούλα ροδαλή» (ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ 11/2/1947)
Από τη μια, έχουμε στη διάθεσή μας δυο προφορικές μαρτυρίες, εδώ στο φόρουμ μας, για περιοχή με την ονομασία «Κουνελάκι / «η», από την άλλη οι απόψεις διίστανται ως προς το άκουσμα των στίχων «κ» ή «β» στο επίμαχο σημείο.
Όσο για τις πηγές, πόσο είμαστε σίγουροι πως τα αναφερόμενα σ’ αυτές «βουνελάκια / βουναλάκια» συμπίπτουν με ό,τι είχε στο νου του ο στιχουργός;
Προτείνω να το αφήσουμε , τουλάχιστον προς το παρόν.
Απ’ ό,τι παρατηρώ, στις σύγχρονες εκτελέσεις του τραγουδιού, η κάθε κομπανία επιλέγει κατά το δοκούν και όλοι είναι ικανοποιημένοι.
Γενικότερα, ας λαμβάνονται υπόψιν και οι προφορικές μαρτυρίες, ας μην τις αγνοούμε, στην περίπτωσή μας ανθρώπων με ρίζες στην περιοχή που μας αφορά
Αντικειμενικά αυτό συμβαίνει. Το αν οι μισοί κάνουν λάθος και οι άλλοι μισοί το λένε σωστά είναι κάτι πολύ δύσκολο να αποδειχτεί, όπως έχουμε δει από μακρόχρονη πείρα: απαιτεί μια έρευνα που όχι μόνο ξεπερνάει κατά πολύ ό,τι περιμένει και απαιτεί κανείς από έναν τραγουδιστή ή μια μουσική ομάδα, αλλά δυσκολεύει ακόμα και ερευνητές!
Αλλά βέβαια, όσοι λένε «βουνελάκι» προφανώς εννοούν αυτό που γράφει ο Άνθιμος: λαϊκή/ιδιωματική εκφορά της λέξης «βουναλάκι»: μικρό, χαμηλό βουνό, γήλοφος, ψήλωμα. Οπότε, μέχρι εδώ θεωρώ ότι σίγουρα μπορεί να γραφτεί στο Γλωσσάρι.
Θα ράταγα κατά βάση την πρόταση του Άνθιμου, ελαφρώς τροποποιημένη ώστε να αφήνει περιθώριο και στην άλλη άποψη χωρίς να μπαίνει στη μέση να πάρει θέση, δηλαδή κάτι σαν:
…και παραπομπή προς τη σχετική συζήτηση όπου επί χρόνια αντιπαρετίθεντο επιχειρήματα υπέρ της κάθε εκδοχής. Άμα θέλει ο αναγνώστης πάει και τα βλέπει, άμα δε θέλει και τον ενδιαφέρει μόνο το λήμμα αντλεί από κει μια σύνοψη των όσων είναι γνωστά και κοινώς αποδεκτά μέχρι στιγμής.
Δεν ξεχνάμε ότι το ερώτημα «κουνελάκι ή βουνελάκι;» έχει τη μαγική ιδιότητα να προξενεί ατέρμονες συζητήσεις. Είναι καλές και ωφέλιμες, αλλά είναι και κάψιμο. Να τις περιορίσουμε στον χώρο όπου θα τις βρουν μόνο όσοι ενδιαφέρονται, και να δώσουμε και την απλή πληροφορία σ’ όποιον θέλει μόνο αυτήν.
Και μπορεί, αν νομίζετε, να υπάρχει παράλληλα αι λήμμα Κουνελάκι(η/ης - όπως θέλετε), με την αντίστροφη πληροφορία:
Κουνελάκ***: πιθ. τοπωνύμιο στην περιοχή του Πειραιά.
Ακούγεται στο τραγούδι του Γιοβάν Τσαούς «Πέντε μάγκες» (1936)
Παν’ εκεί στο Κουνελάκι
έχω ζούλα ναργιλέ
πάμε μάγκες να τον πιούμε
να μην πάμε στον τεκέ
(Σημ.: άλλοι ακούνε «βουνελάκι», λαϊκή/ιδιωματική εκφορά της λέξης «βουναλάκι»: μικρό, χαμηλό βουνό, γήλοφος, ψήλωμα)
…και ξανά παραπομπή στη συζήτηση.
Έτσι ο αναγνώστης μαθαίνει ότι σήμερα ακούμε και τα δύο, μαθαίνει ότι το τι είπε αρχικά ο Καλυβόπουλος δεν έχει ξεκαθαριστεί με μια απάντηση καθολικής αποδοχής, μαθαίνει τι σημαίνει η κάθε εκδοχή, και προστατεύεται κι από την μπλεξά.
Διαφωνώ με αυτή τη διττή εκδοχή λέξης [: Βουνελάκι / Κουνελάκι] σε λήμμα σε Γλωσσάρι.
Ακόμα περισσότερο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, ουδεμία σχετική επεξήγηση απαιτείται.
Ο ακροατής γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία και των δυο αυτών εκδοχών, έτσι που να περιττεύει οποιαδήποτε σχετική διευκρίνιση.
Στην τελική, ο ακροατής / αναγνώστης ας εμπιστευτεί τα αυτιά του και - ευχής έργον – να διάβαζε και τα εδώ σχόλια: ναι μεν, συναντάμε κείμενα με αναφορές σε «βουνελάκια / βουναλάκια» εδώ, εκεί και παρακεί, αλλά υπάρχουν και δυο μαρτυρίες ανθρώπων (με ρίζες στην περιοχή) για τοπωνύμιο «Κουνελάκι» και ας καταλήξει σε προσωπικό συμπέρασμα.
Ορισμένοι έχουν καταφέρει να καταλήξουν σε μια εκδοχή. Αλλά όχι όλοι στην ίδια! Το θεωρώ προτιμότερο να αφήσουμε τον αναγνώστη, αν θέλει, να δει μόνος του τα στοιχεία και να δει ποια εκδοχή θα τον καλύψει πειστικότερα, παρά να παρουσιάσουμε τη μία ως τελική, τη στιγμή που η άλλη δεν έχει απορριφθεί ομόφωνα. Αυτό που χρειάζεται από το Γλωσσάρι είναι κυρίως να ξέρει ότι υποστηρίζονται δύο εκδοχές.
Και τέλος πάντων δε συμφωνώ και μ’ αυτό:
Ούτε το βουνελάκι είναι ευρέως γνωστό ως παραλλαγή του «βουναλάκι», ούτε το τοπωνύμιο Κουνελάκ*** το ξέρουν όλοι.
Ας μπούμε στη θέση του αναγνώστη που δεν ξέρει όλο τον διάλογο που μαίνεται τόσα χρόνια. Ακούει το τραγούδι και λέει: «Βουνελάκι; τι σημαίνει αυτό, βουναλάκι; Κάτσε να το κοιτάξω». Κοιτάει λοιπόν, και βλέπει αυτό που σας πρότεινα, συμπεριλ. της πληροφορίας ότι άλλοι ακούνε «κουνελάκι». ‘Η πάλι: «Κουνελάκι; τι εννοεί; Κάτσε να το κοιτάξω», και βρίσκει το άλλο που σας πρότεινα, και πάλι συμπεριλ. της πληροφορίας για την άλλη άποψη.
Το αν θα θελήσει να εμπλακεί κι ο ίδιος στην αναζήτηση της αλήθειας, δικό του θέμα. Δε θα τον μπλέξουμε εμείς, ούτε όμως και θα του αποκρύψουμε ότι αυτή η αναζήτηση είναι ακόμη σε εξέλιξη.
___________________________
(Προσωπικά δε θυμάμαι πλέον ποια άποψη είχα βρει πιο πειστική. Δε θυμάμαι τα πειστήρια που είχε προσκομίσει η κάθε πλευρά, και δεν υπάρχει περίπτωση στον κόσμο να πάω να τα ξαναδιαβάσω για να διαλέξω πλευρά. Δε διαλέγω, θεωρώ το θέμα ανοιχτό. Όπως με μερικές ορθογραφίες για τις οποίες έχουν προταθεί διαφορετικές, εξίσου βάσιμες απόψεις. Χαίρομαι για την @elenh και τον @Ανθιμος που έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από το μαρτύριο της αναποφασιστικότητας, αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ο ένας λέει βου κι η άλλη κου, άρα υπάρχουν** δύο απόψεις!!**)
Αυτό ακριβώς κάναμε όμως όλα τα χρόνια: άνοιγε ο ενδιαφερόμενος το Γλωσσάρι και έβλεπε μία και μόνο εκδοχή, συνοδευόμενη με ένα ερμήνευμα αξιωματικά διατυπωμένο δίκην εξισώσεως
Ως προς δε το υποστηριζόμενο ότι περιττεύει οιαδήποτε διευκρίνιση διότι ο ακροατής “γνωρίζει”, θα έλεγα το ίδιο και για μια σειρά άλλων λημμάτων που πρόσφατα μνημόνευσα που και αυτά είναι κοινολεκτούμενα: ε, ένα παραπάνω δεν πειράζει
Οπότε, συμφωνώ με την πρόταση Pepe με μια διαφορά: δύο εκδοχές μεν αλλά στην εκδοχή kounelaki να αναφέρεται απλώς ότι πρόκειται για μια ακουστική εικόνα χωρίς να συνοδεύεται από κανένα ερμήνευμα, μια που δεν υφίσταται έρεισμα για κάτι τέτοιο. Για αυτό άλλωστε αφαιρέθηκε (επιτέλους! για μένα…)
ΥΓ: Α, και η μία αυτή εκδοχή είχε δύο φάσεις: ένα φεγγάρι ο αναγνώστης διάβαζε: “Κουνελάκη: ύψωμα στη Δραπετσώνα”, κι ένα άλλο μεταγενέστερο φεγγάρι διάβαζε: “Κουνελάκι: Ονομαζόταν έτσι, παλαιότερα, η συνοικία του Δήμου Κερατσινίου Ευγένεια, μεταξύ του νεκροταφείου της Ανάστασης και της ακτής του Κερατσινίου”
Κάθε άλλο: το μεν ένα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό εκφωνείται, έχει πραγματολογικό και σημασιολογικό αντίκρισμα, το δε άλλο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό εκφωνείται, παραμένει ανέρειστο.
Όποιος ακούει «βουνελάκι» συνειρμικά κατανοεί ότι πρόκειται για «βουναλάκι» - αντιθέτως, και στο «Κουνελάκι» υποπτεύεται πως πρόκειται για τοπωνύμιο.
Δεν χρειάζεται να λημματογραφούμε και τα πλέον αυτονόητα.
Μια καλοπροαίρετη εντελώς παρατήρηση, ευκαιρίας δοθείσης: είναι λάθος τακτικής να αγνοούμε και να περιφρονούμε τις προφορικές μαρτυρίες και να εστιάζουμε μόνο στις γραπτές.
Με μονόπλευρη εστίαση στις διαθέσιμες πηγές, καταλήγουμε σε λάθη.
Εντάξει, το ‘χει η φύση του θέματος αυτό. Προσωπικά αποδέχομαι ότι η κουβέντα δεν πρόκειται, τώρα στα κοντά, να σταματήσει να ανακλώθεται.
Αλλά ας μην τη μεταφέρουμε εδώ. Άλλο τι λέει το τραγούδι, τι εννοεί, και πού το στηρίζουμε, και άλλο τι θα γραφτεί τελικά στο Γλωσσάρι. Για το πρώτο ζήτημα υπάρχει αλλού χώρος, άπλετος. Εδώ ας μείνουμε στο δεύτερο.
Ως προς αυτό, λοιπόν, τοποθετήθηκα: διττό λήμμα (σημαίνον και σημαινόμενο για το vounelaki και σκέτο σημαίνον για το kounelaki)
1 «Μου αρέσει»
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
15
Κι εγώ “kuneláki” ακούω. Αν ακούω σωστά νομίζω “Κουνελάκι” είναι η σωστή γραφή, αφού μάλλον έτσι θα γινόταν αντιληπτό και έτσι θα γραφόταν ακόμα και αν προερχόταν αλλιώς (“Γουδί”, “Γαλάτσι”).
Ειδικά, στην περίπτωση που πρόκειται για «βουνελάκι / βουναλάκι», τι είδους λήμμα να γίνει; Ποιο από όλα τα βουναλάκια / λοφάκια / υψώματα της περιοχής, εννοεί ο στίχος και πόσο είμαστε σίγουροι ότι το χ, ψ, που διαβάσαμε σε δημοσιεύματα στον Τύπο αντιστοιχεί με αυτό που είχε στο νου του ο στιχουργός;
Γίνεται λήμμα όταν έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένο τοπωνύμιο. Από πότε το «βουνελάκι» / βουναλάκι» αποτελεί τοπωνύμιο, ώστε να λημματογραφηθεί; Σε τι θα διαφωτιστεί ακριβώς ο αναγνώστης;
Θεωρώ ότι η τακτική που ακολουθείται στο Γλωσσάρι μας, να λημματογραφούνται αυτά για τα οποία είμαστε στοιχειωδώς - τουλάχιστον - σίγουροι και να διορθώνουμε (ή να διαγράφουμε ένα λήμμα, όπως έγινε σ’ αυτή την περίπτωση) είναι η μόνη που αποδίδει καρπούς.
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
17
Αν είναι “vuneláki”, γιατί θα έπρεπε να ξέρουμε ποιο ακριβώς βουνελάκι για να το λημματογραφήσουμε; Ούτε η “Σχερία” ήταν τοπωνύμιο, κανείς δεν το εξήγησε, κι ο Ομηρος μπερδεύτηκε και την έκανε νησί των Φαιάκων.
Κατέβασα συγκεκριμένη πρόταση στο #4, τροποποίηση της πρότασης που είχε ήδη κατεβάσει πιο πριν ο Άνθιμος.
Θα μάθει ότι αυτός ο ασυνήθιστος τύπος, βουνελάκι, σημαίνει βουναλάκι.
Δεν είναι τοπωνύμιο.
Α, αυτό τώρα το κατάλαβα. Δηλαδή, το αφήνεις χωρίς ολωσδιόλου λήμμα μέχρι να έχουμε κάτι πιο σίγουρο.
Οκέι, κατανοητό και σεβαστό.
____________________________________________
Edit: Δεν έχω πετύχει ποτέ σε λεξικό, όσο θυμάμαι, λήμμα που ο λεξικογράφος να μην ξέρει τι σημαίνει, αν και σίγουρα θα υπάρχουν περιπτώσεις (συλλογές σπάνιων λέξεων από κείμενα παλιά ή αρχαία, κλπ.). Είναι όμως πολύ συνηθισμένο να μην υπάρχει βεβαιότητα για την ετυμολογία, οπότε άλλοτε παρατίθενται όλες οι (στοιχειωδώς βάσιμες) προτάσεις που έχουν γίνει, άλλοτε γράφουν ευθέως «αβέβαιου / άγνωστου ετύμου».
Υπάρχει λοιπόν ένα προηγούμενο στο πώς λημματογραφούνται οι όχι βέβαιες πληροφορίες, αν και εδώ πρόκειται για άλλου είδους πληροφορίες (σημασία, όχι ετυμολογία).
Ενώ όταν ένα λήμμα δεν υπάρχει καθόλου, σημαίνει ότι ο συντάκτης είτε δεν το έχει υπόψη του, είτε ότι του διέφυγε, είτε ότι δεν το αναγνωρίζει ως στοιχείο του λεξιλογίου που θέλει να καλύψει με το λεξικό του, κάτι τέτοιο.
Πράγμα που δεν συνέβη με το επίμαχο kounelaki.
Μια χαρά μπήκε ατεκμηρίωτο πριν από 15 χρόνια, μια χάρα παρέμεινε τόσα χρόνια στο Γλωσσάρι και μια χαρά εξαφανίστηκε χωρίς την παραμικρή διαβούλευση/συναίνεση του φαντασιακού συλλογικού “οργάνου” που είμαστε όλα τα μέλη.
Λυπάμαι αν επαναλαμβάνομαι και οχλώ κάποιους, αλλά επίσης θα ήθελα να μάθω πώς λειτουργεί διαδικαστικά το Γλωσσάρι, ως προς την εισαγωγή/εξαγωγή κάποιου λήμματος.
Όσο για το σε τι θα διαφωτιστεί ο αναγνώστης από ένα “αυτονόητο” λήμμα, ας αναρωτηθούμε για ποιο λόγο έχουν μπει κάποια εξίσου αυτονόητα λήμματα, π.χ. ατζαμής, αλάνης, αραμπάς, βαλαντώνω, ζοριλίκι, καρσιλαμάς, λάγνος, λεβέντης, λιμοκοντόρος, λωλός, παπατζής, παραδόπιστος, πρέζα, πρέφα, σαράκι, σεβντάς, σεργιάνι, τεκές, τουμπελέκι, τραγιάσκα, τρακάρω, τσαλαπάτημα, τσαχπίνης, φθίση, φουμέρνω, χαμάμ, χαραμίζω, χαρέμι, χτικιάζω
Γιατί έχει τρελή ετυμολογία, η οποία ανασκευάζει την ευρέως διαδεδομένη ανακρίβεια ότι σημαίνει «αντικριστός». Μάλιστα η ανακρίβεια αυτή έχει αξιοποιηθεί ενίοτε και με ελληνοκεντρικούς τρόπους, για να νομιμοποιήσει την αναβάπτιση πολλών καρσιλαμάδων σε «αντικριστούς». Καλό είναι να προβληθεί η σωστή, η οποία δε νομίζω να είναι ευρέως γνωστή, αφού θυμάαι ότι εδώ παλιότερα είχαμε ιδρώσει για να τη βρούμε (και εγώ τουλάχιστον είχα καταεντυπωσιαστεί από το αποτέλεσμα).
Βέβαια η ετυμολογία που θυμάμαι για σωστή δεν είναι μέχρι τέλους η ίδια μ’ αυτήν του γλωσσαριού, μόνο μέχρι ένα σημείο. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό για άλλη συζήτηση, όχι εδώ στο Βουνελάκι.