Για τον ίδιο λόγο που και εσύ, Άνθιμε, προτείνεις ως λήμματα κάποια εξίσου αυτονόητα, όπως το «γρενά», το «ρούσος» κ.λπ. : γιατί για κάποιους (λιγότερους/ περισσότερους δεν έχει και τόση σημασία ) δεν θεωρούνται εξίσου αυτονόητα και για τη διαπιστωμένη λεξιπενία, ειδικότερα των νεότερων ανθρώπων.
Δεν έχω αντίρρηση προσωπικά να εμπλουτίζεται το Γλωσσάρι με λήμματα, αρκεί να παραθέτουμε έγκυρες και κυρίως σαφείς πληροφορίες, στο μέτρο του δυνατού πάντα.
Στην περίπτωσή μας, για το βουνελάκι / βουναλάκι, πώς να διαφωτιστεί ο αναγνώστης, ακριβώς, αν γίνει λήμμα; Έχουμε καμιά συγκεκριμένη πληροφορία να του πούμε ποιο από όλα τα βουναλάκια / λοφάκια / υψώματα της ευρύτερης περιοχής προτείνει ο στιχουργός ως εναλλακτική λύση;
Όχι, στοιχεία δεν υπάρχουν και το σκέτο «βουνελάκι» δεν απαντά στο ερώτημα ούτε χρειάζεται να καταγραφεί, γίνεται αντιληπτό.
Εγώ πάντως, αν μετράει η άποψή μου ως απλός ακροατής, που ψάχνω ακούγοντας να κατανοήσω το τι λέει τελικά ο στίχος πολύ θα ήθελα να ξέρω τι επικρατεί. Κι αν υπάρχουν δύο εκδοχές να δω τι στοιχεία κατατίθενται και κατά δύναμιν τεκμηριώνουν την κάθε πλευρά και ακολούθως θα εμπιστευτώ τα αυτιά μου και θα ακολουθήσω την θέση που με πείθει περισσότερο. Ίσως να νιώσω και κάποια ώθηση να κάνω και μια δική μου έρευνα! Όσο μπορω φυσικά!
Εγώ προσωπικά σε ευχαριστώ και μόνο που συμμετέχεις σε γλωσσαριακή συζήτηση.
Έχω τη χρόνια αίσθηση ότι μιλάμε οι εξής…πέντε; Όχι μόνο σε αυτή την κουβέντα αλλά και εν γένει σε συμβολές/προβληματισμούς για το Γλωσσάρι…
Και πάλι ως απλή αναγνώστρια και λάτρης του ρεμπέτικου να πω ότι “βουνελάκι” άκουγα, “ βουναλάκι” καταλάβαινα γιατί λέει “πάνω ‘κεί” άρα συνειρμικά το “πάνω” σε πάει σε ύψωμα και εν προκειμένω μικρό, όχι βουνό αλλά μικρό και χαμηλό γιατί πόσο ψηλά μπορεί ν’ ανέβει κάποιος κουβαλώντας τα συμπαρομαρτούντα;
Μα από το γλωσσάρι του ρεμπέτικου και τον πλούτο που έχω βρει ανακάλυψα μια νέα πηγή λέξεων, θησαυρό της γλώσσας μας. Πολύ το χαίρομαι και ευχαριστιέμαι τέτοιες αναζητήσεις και μάλιστα ανάμεσα σε ανθρώπους που φαίνονται γνώστες και μύστες της γλώσσας. Παραθέτω απλά γνώμες καθώς είμαι εκτός του χώρου επιστημονικά. Νομίζω ότι οι προσπάθειες όλων εδώ έχουν στόχο και κατεύθυνση τον απλό άνθρωπο που θέλει να μάθει κι όχι τους επαΐοντες. Εσείς τα ξέρετε κι εξηγείτε καταθέτοντας τις γνώσεις σας προς όφελος των όσων αναζητούν απαντήσεις κι έχουν απορίες. Τουλάχιστον αυτή την αίσθηση έχω.
Σε παρέα που βρέθηκα σε συναυλία στην Καλλιθέα το καλοκαίρι με την Τσιρίδου δεν υπήρξε ομοφωνία. Δύο έλεγαν Κουνελάκι και τρεις ( κι εγώ μαζί τους) βουνελάκι.
Γιατί να μην υπάρχουν και οι δύο εκδοχές με τα αντίστοιχα τεκμήρια ώστε να αποφασίσει ο κάθε ακροατής αυτό που τον πείθει; Ή που του ταιριάζει καλύτερα;
Υπάρχουν, ψάχνουμε να βρούμε πού τα έχουμε συγυρίσει. Αλλά δε θα μπουν στο γλωσσάρι τα τεκμήρια, άλλα μπαίνουν εκεί. Η συζήτηση έχει γίνει δημόσια και μπορεί να τη διαβάσει ή να την ανακινήσει και να συμμετάσχει οποιοσδήποτε, αρκεί να τη βρει!
___________________________
Edit: Είναι γεμάτο χαρτιά εδωμέσα, πού να βρεις αυτό που θες… Αλλά θα βρεθεί, πού θα πάει;
Η νότια Αττική (κάτω, δηλαδή, απ’ την Πάρνηθα) είναι η ξηρότερη περιοχή της Μεσογείου, με το ξηρότερο τμήμα της να εντοπίζεται στο χωριό Μεσαγρός της Αίγινας. Γιαυτό και δεν χαλάνε τα αντικείμενα.
Τα χασίσια τους και το τουμπεκί τους (καπνό) θα τα έφερναν κάθε φορά φαντάζομαι, χωρίς να τα γυρίζουν πίσω! Τον ναργιλέ κρύβαν στο βουνό, και δεν ξέρω τι άλλα εργαλεία.
Τι άλλο χρειάζεται; Νερό > θα διάλεγαν τόπο που να έχει φυσικό τρεχούμενο νερό κοντά. Κάρβουνα > υποθέτω θα άναβαν φωτιά με ξύλα, γι’ αυτό και πρέπει να είναι ζούλα το μέρος. Μια μασιά > ε, εντάξει, θα την άφηναν κι αυτήν μόνιμα. Τι άλλο; καμιά ψάθα, κανένα όργανο - που αυτό φυσικά το έπαιρναν μαζί τους, …μάλλον αυτά πρέπει να ‘ναι.