Συζήτηση για το λήμμα: Κοχλαράκιας - κοχλάρι

Στο λήμμα κοχλαράκιας διαβάζουμε:
κοχλάρι = κουτάλι

Υπάρχει λέξη “κοχλάρι”;

Είναι το «κοχλιάριον» της αρχαίας, κοχλιάρι και κοχλάρι [: συναντάμε και αυτό τον τύπο] στη Ν. ελληνική ,

Μεταπλάστηκε στη συνέχεια σε χοχλιάρι /χουχλιάρι και χουλιάρι = κουτάλι

και χουλιαριά η κουταλιά.

1 «Μου αρέσει»

Παρόλο που ισχύουν όλα αυτά, ο τύπος «κοχλάρι» αυτούσιος κι εμένα με παραξενεύει. Το χουλιάρι έχει κρατήσει το ι από το αρχαίο κοχλιάριον. Στο κοχλάρι, που φαίνεται και πολύ πλησιέστερο προς το αρχαίο, πού πήγε;

Υπόθεση: μήπως η λέξη είναι κοχλιάρι, δηλαδή αυτούσια η αρχαία με αλλαγμένη μόνο την κλιτική κατάληξη, και στο *κοχλιαράκιας η συλλαβή -χλια- απλοποιήθηκε σε -χλα- κατά προληπτική ανομοίωση λόγω της συλλαβής -κιας, για να μη μαζεύονται πολλά ουρανωμένα σύμφωνα; Αν προσπαθήσετε να πείτε «κοχλιαράκιας», με όλα τα -ια- μονοσύλλαβα, θα συμφωνήσετε ότι δεν πολυβολεύει.

Κατά τα άλλα, το ότι στον κοχλαράκια «πρεζάκια» υπόκειται η έννοια του κουταλιού δε νομίζω να αμφισβητείται.

Η διαδρομή της λέξης είναι: κοχλιάριο-κοχλιάρι-χουλιάρι

Ποτέ δηλ. το ιώτα δεν απαλείφεται.

Πιο εύλογη μου φαίνεται η προέλευση του «κοχλαράκια» από την «κόχλα»=κοκαΐνη (βλ. εφημ. ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ 10/7/1926, 11/7/1926, 17/7/1926,

και την ωραία δουλειά του Κόρτο στο Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο) « Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Γενικότερα, η «κόχλα» είναι «βαφική ύλη, κόνις θειούχου αντιμονίου μετά αιθάλης και σινικής μελάνης, δι ής έβαφον τας οφρύς και τας βλεφαρίδας των οφθαλμών, άλλως χολλάς και κόχλος κατά τον μεσαίωνα λεγομένη» (Κουκουλές, ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ 9, 1926)

Οπότε, μπαίνει θαρρώ στο τραπέζι και η λέξη «κόχλα» ως «κόνις/σκόνη»

2 «Μου αρέσει»

Ενδιαφέροντα όλα αυτά, και καινούργια για μένα.

Το τί ακριβώς ήταν ο «κοχλαράκιας» μας το εξηγεί πολύ καλά, καλύτερα μάλλον δεν γίνεται, το τραγούδι Κοχλαράκιας(Ο πρεζάκιας), 1935

Περιττόν να τονιστεί ότι τα περί κόχλας, κοκαΐνης κττ. δεν παίζουν, στην περίπτωση αυτή.

Κάτσε να το σκεφτούμε λίγο. Κατά τα προηγούμενα ευρήματα του Άνθιμου, κοχλαράκιας θα πρέπει να είναι ο κοκάκιας και όχι ο πρεζάκιας. Όμως αυτός στο τραγούδι δηλώνει κοχλαράκιας και πρεζάκιας. Άρα:

  • μπορεί τα ευρήματα του Άνθιμου να μην είναι σωστά, οπότε πρέπει να επιστρέψουμε στη σκέψη για το κοχλιάρι = κουταλάκι (που χρησιμοποιούν οι πρεζάκηδες)
  • μπορεί ο “πρεζάκιας” στο τραγούδι να μην είναι ηρωινομανής, όπως σημαίνει η λέξη σήμερα. Πρέζα είναι βασικά τρόπος να παίρνεις ναρκωτικές σκόνες. Για την ακρίβεια η λέξη πρέζα σημαίνει ορισμένη ποσότητα (πρβλ. μια πρέζα αλάτι). Και ηρωίνη μπορείς να πρεζάρεις, και κοκαΐνη. Μπορεί τότε να έλεγαν “πρεζάκιας” για όλα αυτά, ενώ σήμερα μόνο για την ηρωίνη. Βέβαια η όλη περιγραφή στο τραγούδι μάλλον σε ηρωινομανή παραπέμπει. Και άλλωστε, αν πρεζάριζε (=σνιφάριζε) οτιδήποτε, το κουταλάκι τι το ήθελε;
  • μπορεί οι στιχουργοί να τα είχαν λίγο μπερδέψει και να πετάνε σωρηδόν ναρκοσλάνγκ λέξεις άνευ λόγου γνώσεως.
  • τέλος, αν ισχύει το «κόχλα = σκόνη», γιατί να είναι ειδικώς η κοκαΐνη κι όχι κι η ηρωίνη;

Πού τον συναντάμε αυτόν τον τύπο;
Έχουμε παραθέματα από σώματα κειμένων, λεξικογραφικές πηγές κλπ;
Ο Χατζιδάκις παραθέτει τη διαδρομή της λέξης που ανέφερα (κοχλιάριο-κοχλιάρι-χουλιάρι)

Αν υπάρχουν πηγές για το “κοχλάρι”, ας παρατεθούν, ώστε και η υπόθεση εργασίας μου να απολέσει κάθε έρεισμα

1 «Μου αρέσει»

Ωστόσο, το 1926 έχουμε το δεδομένο της πρώτης εμφάνισης της λέξης “κόχλα” σε συγκείμενο τοξικοεξαρτημένων

Ενδιαφέρον έχει και ρεπορτάζ του Χρήστου Λεβάντα (ΕΜΠΡΟΣ 3/6/1928) με τίτλο “Στο βασίλειο του Κόχλαν”, όπου γίνεται αναφορά σε ανθρώπους που “λατρεύουν τον Κόχλαν, τον θεό που έχει τη μορφή της λευκής σκόνης”.

Όπως και να έχει, θεωρώ ότι, εάν δεν τεκμηριωθεί το αναφερόμενο στο λήμμα (“κοχλάρι=κουτάλι”), καλό θα ήταν να αναδιαμορφωθεί ολόκληρο το λήμμα και να παρατίθεται μόνο το ερμήνευμα: “ηρωινομανής/κοκαϊνομανής”, χωρίς περαιτέρω ετυμολογικές αναδιφήσεις.

Έτσι όπως τίθεται, παραπέμπει σε κάποιον άκλιτο Κόχλαν (Ο Κόχλαν, του Κόχλαν, όχι του Κόχλαντος), ενώ ο Κόχλας ως «θεός της λευκής σκόνης» όχι μόνο λατρεύεται αλλά και κλίνεται . Παραπάνω πάντως εγώ, τουλάχιστο, δεν θα ασχοληθώ.

Βέβαια, πουθενά δεν γίνεται λόγος για κλινόμενο Κόχλαν αλλά μόνο για άκλιτο…να τα λέμε κι αυτά :slightly_smiling_face:

Α, είπα: Εγώ, άλλο δεν ασχολούμαι. Όποιος τυχόν ενδιαφέρεται, ας ψάξει παραπέρα.

Μια και αναφέρθηκε, μια απλή πληκτρολόγηση εμφανίζει και τον τύπο «κοχλάρι» [όπως και το «χουχλάρι» και το «κοχλιάρι»].

Ο τύπος «κόχλα» απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι απαντά άπαξ σε μια και μόνο αφήγηση στην
«Απογευματινή» [στο ίδιο κείμενο που εκτείνεται σε 3 συνέχειες].

Πώς και δεν γίνεται μνεία όμως αυτού του τύπου και αλλού, σε κάποιο λεξικό της αργκό, σε κάποια έστω σχετική αφήγηση από τις αρκετές που έχουμε ήδη στη διάθεσή μας ή σε κάποιο άλλο γενικά κείμενο;

Με μια άπαξ αναφορά πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την ύπαρξη της «κόχλας» και ότι δεν ήταν μόνο ένα στιγμιαίο εύρημα του συντάκτη του κειμένου;

Θα έλεγα να μείνουμε - προς το παρόν, τουλάχιστον - στο κουτάλι, μια και αυτό ήταν γνωστό ανάμεσα στα «σέα» του πρεζάκια.

Κοίταζα και τα «Καλιαρντά» του Πετρόπουλου, δεν το εντόπισα ούτε εκεί.

Αν φυσικά προκύψει κάποιο επιπλέον στοιχείο, εδώ είμαστε να αναθεωρήσουμε.

Κι εμένα με παραξενεύει. Προ εκατό ετών (1926) ακόμη και τα γνήσια ξένα ονόματα ήταν μάλλον συνηθέστερο να κλίνονται ελληνοπρεπώς παρά να μην κλίνονται. Επομένως, το να σχηματίζεται μια ελληνική λεξιπλασία υπό τύπον άκλιτου ξενοπρεπούς ονόματος, «ο Κόχλαν», εύλογο είναι, αν μη τι άλλο, να κάνει κάποια εντύπωση.

Θα μπορούσαμε να δούμε τα παραθέματα που προκύπτουν;

Δεν το βρίσκω επαρκή λόγο, αφ’ ής στιγμής δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί σε λεξικογραφικές πηγές ή σε σώματα κειμένων η λέξη “κοχλάρι”.

Άλλωστε, νομίζω πως η κύρια λειτουργία του Γλωσσαρίου είναι να δίνει το ερμήνευμα και τους στίχους όπου συναντάμε ένα λήμμα.

Τα ετυμολογικά ζητήματα είναι θαρρώ κάτι δευτερεύον και πρέπει να δίνονται οι σχετικές πληροφορίες μόνο όταν είναι απόλυτα τεκμηριωμένες.

Επί της ουσίας: ο τύπος «κόχλα» εμφανίζεται άπαξ από κάποιο συντάκτη χρονογραφήματος (; ) και ουδείς άλλος φαίνεται να γνώριζε περί «κόχλας».

Όμως, το σημαντικότερο είναι πως ακόμα και αν βρεθούν και άλλες αναφορές περί «κόχλας», όπως ορθά επισημαίνει και ο Άγης σε άλλο νήμα, για τον όποιο χρήστη θα προέκυπτε το «κοχλάκιας» και όχι το «κοχλαράκιας»,

Αυτή η επιπλέον δηλαδή συλλαβή [-ρα] απομακρύνει από οποιαδήποτε σύνδεση με «κόχλα» και αντίθετα μας παραπέμπει στο «κοχλιάρι», στο κουτάλι.

Η μόνη προσθήκη που κατά τη γνώμη μου μπορεί να γίνει στο Γλωσσάρι μας, είναι να προστεθεί και ο τύπος «κοχλιάρι».

Όσο για το «κοχλάρι», υπάρχουν τόσες αναφορές [ένα κοχλάρι ζάχαρη π.χ. ή μέτρημα με κοχλάρι στο σούσι κ.λπ….] και επίσης ο τύπος ονομάζεται στο τραγούδι «κοχλαράκιας» και όχι «κοχλιαράκιας».

Εν πάση περιπτώσει, για να έρθουμε στο προκείμενο, δεν βλέπω να υφίσταται καμιά συσχέτιση «κοχλαράκια» με «κόχλα» για τους λόγους που προειπώθηκαν.

Θα μπορούσαμε να δούμε τα παραθέματα, από τα οποία προκύπτει η εξίσωση “κοχλάρι=κουτάλι”;

Υποθέτω ότι συμφωνούμε επί της ουσίας πως αυτό που προέχει είναι ότι απομακρυνόμαστε από την «κόχλα» και τη σύνδεσή της με τον «κοχλαράκια» του τραγουδιού, για να μη δημιουργούνται λανθασμένοι συνειρμοί.

Η πρότασή μου, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι ως ετυμολόγηση να τεθεί η λ. «κοχλιάρι» [και λαϊκότροπα η λ. κοχλάρι] που σημαίνουν «κουτάλι».

Έγραψα και παραπάνω ότι θα απομακρυνθώ από την υπόθεση εργασίας που έκανα μόλις εμφανιστεί τεκμηρίωση της ύπαρξης λέξης “κοχλάρι” (=κουτάλι)

Μέχρι τότε ας μου επιτραπεί να επισημαίνω ότι το λήμμα καλό θα ήταν να περιοριστεί μόνο στο ερμήνευμα και όχι σε ετυμολογική αναδίφηση