Όσοι δεν το βρίσκουν μπορούν να το διαβάσουν εδώ.
Μπράβο κύριε Σπύρο. Μερσί!
Ευχαριστώ πολύ! Δεν γνώριζα την ύπαρξή του.
Καλημέρα!
Μου είναι απολύτως σαφές ότι η παραδοσιακή και η ρεμπέτικη μουσική ανήκουν στην ευρύτερη οικογένεια των μουσικών παραδόσεων της ανατολικής Μεσογείου. Μου είναι επίσης σαφές ότι υπάρχουν πρακτικές που είναι δύσκολο (κάποιοι λένε αδύνατο) να εγκαταλειφθούν. Όμως, υπάρχει η εξής κατάσταση: άλλοι μαθαίνουν από πρακτικούς μουσικούς, άλλοι μαθαίνουν σε σχολεία/ωδεία/πανεπιστήμια, άλλοι ρωτάνε κάποιον ψάλτη, άλλοι μαθαίνουν από βιβλία ανθρώπων που κατά γενική παραδοχή έχουν εμπειρία και γνώση του ζητήματος, άλλοι από το youtube, άλλοι από τουρκικά βιβλία (ειρωνεία: γραμμένα μετά από τη μεταρρύθμιση Yekta!). Σε κάθε περίπτωση, όλοι μαθαίνουν μια εκδοχή που κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αν είναι σωστή. Βέβαια, καμία θεωρία δεν περιγράφει ακριβώς την πράξη και καμία θεωρία δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις, αλλά εμείς βρισκόμαστε πολύ μακριά από μία κοινά αποδεκτή θεωρία ούτως ή άλλως - είναι ανύπαρκτη. Η κατάσταση θυμίζει την ιστοριούλα με τον ελέφαντα που τον αγγίζει μια ομάδα τυφλών σε διάφορα σημεία. Ο κάθε τυφλός ξεχωριστά τον περιγράφει και στο τέλος τσακώνονται κατηγορώντας ο ένας τον άλλον ότι κάνει λάθος. Αυτή η κατάσταση, αγαπητοί συναναγνώστες, ήταν ανεκτή ως το σημείο που η πολιτεία επενέβη θεσμικά με ιδρύματα ανώτατου επιπέδου που κάνουν λόγο για “ελληνική” παραδοσιακή μουσική (αν δεν σας αρέσει το “ελληνική”, διαβάστε στη θέση του “ελληνική εκδοχή της μουσικής παράδοσης της ανατολικής Μεσογείου” ή κάτι ανάλογο). Από τα τέλη της δεκαετίας του 90 προγραμματικός στόχος γίνεται η σπουδή της μουσικής αυτής σε ανώτατο επίπεδο - τηρουμένων των αναλογιών με άλλα τμήματα, διατίθενται γενναιόδωρα ποσά που προκύπτουν βέβαια από φόρους. Μετά από αυτήν την ιστορική απόφαση, η πίστα άλλαξε. Κάποιοι το κατάλαβαν, κάποιοι δεν το κατάλαβαν και κάποιοι κάνουν πως δεν το καταλαβαίνουν. Δεν πρόκειται πια για θέμα ευκαιριακής συζήτησης μεταξύ ενδιαφερομένων για το θέμα, ούτε για “ζήτημα ειδικού ενδιαφέροντος” που κανονίζεται από μόνο του. Δεν είναι δυνατόν μετά από 30 χρόνια ανωτατοποίησης των σχετικών σπουδών να γίνονται παραπομπές ακόμη στα βιβλία των Μαυροειδή, Βούλγαρη, Μυστακίδη και άλλων. Πρόκειται για εξαιρετικά, θεμελιώδη βιβλία, αλλά είναι προεργασίες στην καλύτερη περίπτωση. Αν και καλοπροαίρετο, είναι απαράδεκτο να γράφεται το 2025 σε ονλάιν φόρουμ (!) “να κάνουμε μια αρχή εδώ”.
Για να δημιουργηθεί επαρκής, δηλαδή συνεπής και συνεκτική θεωρία - απ’ ό,τι καταλαβαίνω αυτός είναι ο κοινός στόχος - χρειάζεται μεταρρύθμιση - σαν αυτές του Χρυσάνθου ή του Yekta. Καμία μεταρρύθμιση στην ιστορία, όμως, δεν έχει γίνει απρόσκοπτα και καμία δεν έχει γίνει από μεμονωμένα άτομα ή ομάδες. Μεταρρυθμίσεις γίνονται μετά από παρεμβάσεις τις Πολιτείας ή κάποιας αρμόδιας αρχής οι οποίες αναθέτουν σε κάποιον να τις κάνει. Μετά από αυτό τα πορίσματά τους γίνονται δεσμευτικά για όλους. Μετά από αυτό πας στο σχολείο, σου δίνουν εγχειρίδιο με τη θεωρία περί παραδοσιακής ή / και ρεμπέτικης μουσικής και μαθαίνεις από εκεί. Η τρίτη γενιά μουσικών μετά από κάτι τέτοιο ακούει Νιαβέντ και αναρωτιέται τι είναι. Πράγματι οι νόμοι περί γλωσσικής μεταρρύθμισης που ανέφερα ως παράδειγμα στο προηγούμενο μήνυμα έχουν προϊστορία, “πρέπει να πάμε πολύ πίσω”. Τι νομίζετε λοιπόν; Δεν είναι τριάντα χρόνια πανεπιστημιακού επιπέδου τμήματα “πολύ πίσω”; Πόσοι κλαριντζήδες (παίζω ο ίδιος κλαρίνο) ακόμη πρέπει να γίνουν καθηγητές στο πανεπιστήμιο; Δεν είναι οι χρηματοδοτήσεις (ειδικά την εποχή που λεφτά υπήρχαν) για τη μουσική και τον πολιτισμό “πολύ πίσω”; Πόσο πίσω πρέπει να πάμε, αγαπητοί συναναγνώστες; Να το αφήσουμε άλλα 100 χρόνια να ωριμάσει; Θα παίζουμε την κολοκυθιά όσο οι φορολογούμενοι πληρώνουν;
Κατά τη γνώμη μου, τυχόν μεταρρύθμισή πρέπει να περιλαμβάνει και την ονοματολογία. Η χρήση εθνικής γλώσσας (που κάποιες φορές μπορεί να είναι δύο ή περισσότερες, βλ. Ελβετία) δεν είναι χούι, δεν είναι κόλλημα, δεν είναι εθνικισμός. Έτσι δημιουργούνται η αυτοσυνειδησία και οι μύθοι των εθνικών κρατών παντού στον κόσμο, έτσι αποκτούν συνοχή και αναπαράγονται οι κοινωνίες τους. Τέτοιου τύπου κράτος είναι ή υποτίθεται ότι είναι ή θέλει να είναι και η Ελλάδα. Οι αραβικοί, οι τουρκικοί ή οι αραβογενείς τουρκικοί μουσικοί όροι δεν λένε τίποτα στο γλωσσικό αισθητήριο του Έλληνα σήμερα. Μπορεί να σήμαιναν κάτι για τους Ρωμιούς που αναγκάστηκαν να έρθουν στην Ελλάδα το 22 ή το 55. Σήμερα, δεν σημαίνουν τίποτα. Η αλλαγή των ονομάτων έχει παιδαγωγική αξία. Αν ακούσει κάποιος με στοιχειώδεις γνώσεις μουσικής “τρόπος του Ντο διατονικός” (δανείζομαι το παράδειγμα που αναφέρθηκε πιο πάνω) μπορεί έστω και διαισθητικά να έχει ένα σημείο αναφοράς, να καταλάβει τι περίπου θα ακολουθεί στη συνέχεια. Αν πεις σε κάποιον “σήμερα θα μιλήσουμε για το Ραστ” μάλλον δεν θα καταλάβει και πολλά. Μετά από 2-3 γενιές, όλοι θα έχουν συνηθίσει υπό την προϋπόθεση ότι στο εκπαιδευτικό σύστημα έχει ενταχθεί η εκμάθηση μιας αξιόπιστης μουσικής θεωρίας. Δεν πρόκειται για κιτς ή για εθνικιστική αντίληψη. Θα ήταν, εάν δεν υπήρχε στα ελληνικά σχετική μουσική παράδοση ή αν επιλέγονταν όροι ευτράπελοι (π.χ. αν ονομάζαμε τις νότες με τα ονόματα των θεών του Ολύμπου). Όπως λέει και ο Μαυροειδής, οι μουσικές μπορεί να μην έχουν σύνορα, αλλά έχουν καταγωγή. Υπάρχει μουσική παράδοση και ορολογία για να φτιάξουμε τη σχετική θεωρία στα ελληνικά. Last, but not least, ας μην προσβάλλουμε τους Τούρκους/Άραβες χρησιμοποιώντας τη γλώσσα τους για να περιγράψουμε πράγματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που αυτοί θέλουν να πουν για το ίδιο πράγμα.
Κι εγώ δεν τον χωνεύω κάστανο..
Μάλιστα. Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλύτερα τη θέση σου.
Για το πρώτο και ευρύτερο σκέλος, μέχρι το σημείο ότι η μεταρρύθμιση πρέπει να πιάσει και την ορολογία, δε βρίσκω κάτι να διαφωνήσω αλλά, όπως καταλαβαίνεις, δεν έχω και απάντηση.
Για το δεύτερο και ειδικότερο, χωρίς και πάλι να έχω κάποια ισχυρή αντίρρηση, απλώς θα έλεγα ότι η δική μου θέση δεν είναι η ίδια. Ασφαλώς η λέξη «ραστ», όταν την πρωτακούς, δε σου λέει τίποτα, αλλά το ίδιο δεν ισχύει και για λέξεις όπως «ντο» ή «νη» ή «C» κλπ.; Κάθε ονοματολογία είναι μια σύμβαση.
Και δε νομίζω ότι προσβάλλουμε κανέναν χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του μέσω σπασμένου τηλεφώνου. Όπως δεν προσβάλλουμε τους Τούκους, που λένε τον καπνό «duman», όταν εμείς ονομάζουμε ντουμάνι τον δυσάρεστα πυκνό καπνό, ούτε μας προσβάλλουν εκείνοι όταν λένε τη (μία) ντομάτα «domates».
Αλλά οπωσδήποτε την ακούω και την άποψή σου.
Ως νηματοθέτης οφείλω μια απάντηση στο τελευταίο ζήτημα που τέθηκε, αν και με κάλυψαν οι προλαλήσαντες συμφορουμίτες.
Συνοπτικά, θεωρώ ότι ο πλούτος και η πρόοδος έρχονται από την ανοιχτότητα και την ανάμιξη των πολιτισμών, και όχι από την περιχαράκωση και την καθαρότητα.
Γι’αυτό τον λόγο στο κείμενο χρησιμοποιώ τα βασικά στοιχεία τόσο της ανατολικής όσο και της δυτικής μουσικής. Εξάλλου η χρήση αυτών των όρων αποδεικνύει το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι, σε σημείο συνάντησης διαφορετικών πολιτισμών.
Θα ήθελα να προτείνω μια διαφορετική σκέψη εδώ. Η προφορική/εμπειρική μετάδοση είναι ιστορικά κοινό χαρακτηριστικό των μουσικών που συζητάμε. Ειναι πραγματικότητα.
Αυτό ιστορικά είναι επίσης πραγματικό. Δεν υπήρξε ποτέ κοινός κώδικας μετάδοσης ή αναλυτικά εργαλεία.
Μα απο αυτούς ξεστραβωνόμαστε! Ειδικά οι 2 τελευταίοι είναι ενεργοί μουσικοί με πολύ σημαντικό καλλιτεχνικό και εκπαιδευτικό έργο. Αν δεν μάθουμε απο τους καλύτερους απο ποιούς θα μάθουμε;
Μα αυτούς μελετάμε! Είναι δυνατόν να μελετάμε Λεονταρίδη και να μην ξέρουμε τι σημαίνει Χιτζάζ;
Μια γενικότερη παρατήρηση: Το μουσικό σύστημα που προτείνεις είναι χαρακτηριστικό υψηλής τέχνης. Οι παραλληλισμοί σου με την Τούρκικη μουσική αγνοούν την ύπαρξη λόγιου αλλα και θρησκευτικού ρεπερτορίου στην Τουρκία. Στην Ελλάδα σχεδόν δεν υπάρχει λόγια κοσμική τροπική μουσική. Όταν μιλάμε για λόγιο τραγούδι μιλάμε για Θεοδωράκη Χατζιδάκι κλπ.
Ο Τούρκικος κώδικας λοιπόν (του οποίου οι ονομασίες είναι επίσης ένα χαλασμένο τηλεφωνο) εξελίχθηκε για μια συγκεκριμένη αισθητική και πολυπλοκότητα. Και εκεί υπάρχουν μουσικοί που αντιστέκονται.
Γνώμη μου είναι πως μια τέτοια προσπάθεια δημιουργίας συγκεκριμένου κώδικα πρέπει να προκύπτει απο μια καλλιτεχνική ανάγκη. Στην περίπτωση της λαϊκής μας μουσικής συχνά η ανάγκη αυτή δεν υπάρχει γιατί μιλάμε για ένα άθροισμα συμμετοχικών παραδόσεων οπου ο καθένας που το έχει μεράκι μπορεί να λάβει μέρος. Οι λίγοι δεξιοτέχνες που το αποκαλούν δουλειά τους είναι πλέον οι περισσότεροι μουσικά εγγράματοι, ο καθένας με τον τρόπο του και αυτοί που δεν είναι, προφανώς επιβιώνουν ως εμπειρικοί.
Το ερώτημα μου είναι λοιπόν γιατί να επινοηθεί ένας νέος κοινός κώδικας που δεν έχει κάποια ιστορική αλήθεια και μας απομακρυνει απο τα εργαλεία μετάδοσης των μουσικών που μελετάμε;
Απάντηση στο τελευταίο ερώτημα:
Εφόσον η θεωρία της λαϊκής ή / και της παραδοσιακής μουσικής είναι από το τέλος της δεκαετίας του 90 ζητούμενο της ανώτατης εκπαίδευσης και όχι μιας παρέας καλλιτεχνών ή δεξιοτεχνών ή δημοτικών ή ιδιωτικών ωδείων ή σχολών, τότε δύο πράγματα γίνονται φανερά:
- Τα “εργαλεία μετάδοσης” άλλαξαν, έγιναν δημόσιος θεσμός. Η απομάκρυνση από τα “εργαλεία μετάδοσης” έγινε μέρος της “ιστορικής αλήθειας”.
- Η σχετική θεωρία πρέπει να θεμελιωθεί… χθες. Δεν μπορεί να υποχρεώνονται οι φορολογούμενοι να πληρώνουν για να διδάσκεται στο πανεπιστήμιο κάτι για το οποίο υπάρχουν απέραντη δοξογραφία και κάθε είδους αυθαίρετη ερμηνεία, αλλά καμία συνεκτική θεωρία. Δεν είναι το πανεπιστήμιο ο χώρος για τέτοιου είδους διδασκαλία.
Για το θέμα της γλώσσας: Ο “κώδικας” ή η θεωρητική μουσική νομενκλατούρα που ίσχυε και ισχύει απέτυχαν. Η σχετική ορολογία δημιούργησε απίστευτη σύγχυση και χρησιμοποιήθηκε ακόμη και για να δηλώσει πράγματα που δεν αντιστοιχούν σε ομώνυμους όρους θεωριών άλλων μουσικών παραδόσεων που συγγενεύουν μεν, αλλά διαφοροποιούνται από τη δική μας.
Ε, και βέβαια έλεγαν τη μία ντομάτα «domates», αφού το όνομα το πήραν απ’ τα Ελληνικά, όπου η κλίση διαφέρει και οι ντομάτες, ως γνωστόν, διατίθενται με το κιλό (ντομάτες) και όχι με το κομμάτι, όπως π.χ. τα καρπούζια. Κανείς δεν θα ψωνίσει μία ντομάτα.
Η νομενκλατούρα στα ελληνικά έχω την εντύπωση ότι δηλώνει τα σημαίνοντα στελέχη των κομμουνιστικών κομμάτων, και όχι την ονοματολογία. Αλλά και αυτό είναι ένα παράδειγμα του πώς μια λέξη μπορεί να πάρει μιά σημασία στην εποχή πριν το 1989 που τα ελληνικά δανείζονταν λενινιστική ορολογία από τα ρωσσικά κλπ, και να ξαναπάρει μια άλλη σημασία στην μετά το 1989 εποχή που τα αγγλικά έχουν επικρατήσει σαν διεθνής επιστημονική γλώσσα.
Για το θέμα μας τώρα, και οι δυτικοί δανείστηκαν ορολογία από τους αρχαίους, την οποία κατάλαβαν λάθος, διαστρέβλωσαν κλπ. Χρωματικός, εναρμόνιος, φρύγιος κλπ δεν σημαίνουν το ίδιο στην αρχαία θεωρία και στη σύγχρονη δυτική θεωρία. Κάτι που σίγουρα δημιουργεί σύγχιση σε όποιον μελετά την αρχαία μουσική με κάποιο θεωρητικό υπόβαθρο δυτικής μουσικής. Αλλά δεν θα καταργήσουμε τη θεωρία της δυτικής μουσικής ή να της αλλάξουμε τα ονόματα
Συζητούμε για γλωσσολογία μάλλον παρά για μουσική.
Το πανεπιστήμιο (οφείλει να) σου ανοίγει ορίζοντες, να σε μπάσει στη βιβλιογραφία και τις μεθόδους έρευνας και να σου παρέχει τα σχετικά εργαλεία. Όχι να σου διδάσκει μόνο την μια και μόνη θεωρία την οποία ασπάζεται ο καθηγητής σου, η κλίκα των καθηγητών του συγκεκριμένου πανεπιστημίου, ή της συγκεκριμένης χώρας. Ο καλός καθηγητής οικονομικών θα σου πεί: ο Κευνσιανισμός λέει αυτά, οι νεοκλασικοί λένε τα άλλα, εγώ στην έρευνα μου χρησιμοποιώ αυτό κλπ. Της στατιστικής θα σου πει: ο Bayes είπε αυτό, οι frequentists το άλλο κλπ.
Όπως στα ελληνικά ο ένας Σεραφείμ έχει όνομα από τον πληθυντικό της εβραϊκής λέξης σεράφ
Επειδή έχω περάσει πρόσφατα απο τριτοβάθμια ως φοιτητής Εθνομουσικολογίας στο εξωτερικό (στα 40κάτι μου..) λίγες σκέψεις για το θέμα: Ο ηθικός κώδικας της επιστήμης της εθνομουσικολογίας πλέον δεν ενθαρρύνει τέτοιες παρεμβάσεις. Δηλαδή δεν είναι δουλειά του ακαδημαϊκού να εφεύρει κώδικα και να αλλάξει την πορεία της μουσικης. Η δουλειά του είναι να παρατηρεί, να μελετά και να διατηρεί. Αυτό στην Ελλάδα μας είναι πρόβλημα γιατι δεν το χωράει το μυαλό μας πως πχ ο Ζώτος ήταν ο καταλληλος άνθρωπος να διδάξει λαούτο παρότι δεν είχε διπλώματα κλπ. Αφού λοιπόν ο Μυστακίδης δεν μας κάνει όπως λες, ας φανταστούμε λοιπόν ένα μάτσο ακαδημαίκούς να μαζεύονται παρέα , να συμφωνούν ονόματα τρόπων και να μένει ο κάθε Ζώτος και ο κάθε γνώστης τοπικού ύφους απ’έξω γιατί ειναι αμόρφωτος!
Επαναλαμβάνω: η δημιουργία κώδικα θα πρέπει να έχει κινητρα καλλιτεχνικά. Η γραφή/θεωρία είναι εκεί για να υπηρετήσουν τον ηχο, όχι τον ακαδημαϊκό ούτε τον φορολογούμενο.
Εδώ συμφωνώ εν μέρει. Η σύγχυση υπάρχει όταν 1 ονομασία καταλήγει να περιγράφει 2 πράγματα οπως πολλοί δρόμοι με μακάμ. Είναι όντως ομως τόσο καταστροφική; Κατα τη γνώμη μου οχι(ως μαθητευόμενος τουλάχιστον).Και εξηγώ: Εγώ μαθαίνω Πολίτικη λύρα οπότε όλη μου η θεωρία είναι Τούρκικη. Αν τύχει και βρεθω με μπουζούκια θα περιμένω κάποιες διαφοροποιήσεις στις ονομασίες και οκ θα κάνω τις αντιστοιχίες. πχ: λέει χουζαμ εννοεί Σεγκιάχ.Αλλα τις περισσότερες φορές δεν γίνεται καν αυτή η κουβέντα. Για να βρεθώ εντελώς χαμένος θα πρέπει να παίζω κατι εντελώς ξένο οπως πχ ηπειρώτικα ή κρητικά οπου δεν έχω ιδεα οπότε οι ονομασίες είναι μάλλον το λιγότερο σημαντικό πρόβλημα.
Φοβάμαι πως δεν έχω να προσφέρω κάτι πιο ουσιαστικό στη συζήτηση. Προσπάθησα με σαφήνεια να περιγράψω μια κατάσταση που θεωρώ προβληματική.
Η δουλειά του πανεπιστημιακού (συνεπώς και του θεωρητικού της μουσικής με πανεπιστημιακή θέση) είναι να παρατηρεί, να μελετά και να εξηγεί φαινόμενα με τρόπο συστηματικό, συνεπή, συνεκτικό, οικονομικό (βλ. «ξυράφι του Όκκαμ»), απλό, ευδιάκριτο και σαφή. Αυτό γίνεται με τη διατύπωση θεωριών που έχουν τη μέγιστη δυνατή εξηγηματική εμβέλεια. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγουμε πασαλλείματα και δεν παίζουμε την κολοκυθιά στα τουρκικά ή τα ελληνικά. Ο επιστήμονας ή ο θεωρητικός της μουσικής δεν διατηρεί γενικά τη γνώση περί μουσικής, αλλά διατηρεί μόνο αυτά είναι που είναι χρήσιμα για μια καλή θεωρία. Ό,τι δεν εξυπηρετεί αυτόν τον σκοπό απορρίπτεται. Βλέπεις με τι ευκολία λες ότι η θεωρία που γνωρίζεις είναι Τουρκική; Αυτό συμβαίνει διότι αυτή η θεωρία υπάρχει, την έμαθες και αισθάνεσαι σίγουρος. Τη διατύπωσαν ως προς τη σύγχρονη εκδοχή της Τούρκοι θεωρητικοί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Υπάρχει κάτι ανάλογο για τη δική μας μουσική; Αν υπάρχει, συγγνώμη, εγώ δεν το βλέπω. Δεν τίθεται ως ζήτημα εάν ο Χ ή ο Ψ είναι αμόρφωτος. Ο Χ ή ο Ψ δεξιοτέχνης, «μουσικά εγγράματος» δεν μας κάνει, διότι όταν γράφει εκπροσωπεί τον εαυτό του και μόνο αυτόν. Ο Yekta δεν εκπροσωπούσε τον εαυτό του.
Η θεωρία για την οποία λες ότι είναι εκεί για να υπηρετήσει τον ήχο και όχι τον ακαδημαϊκό ή τον φορολογούμενο πληρώνεται από τον φορολογούμενο, αλλά απλά αυτή δεν υπάρχει. Πρόκειται για ένα ακόμη ελληνικό παράδοξο. Αν υπήρχε, θα ήταν όλοι ικανοποιημένοι και δεν θα έγραφε κανένας εδώ σεντόνια ολόκληρα ψάχνοντας να βρει άκρη. Όταν περιγράφεις τον τρόπο λειτουργίας μουσικών φαινομένων όπως περιγράφει ο Κωνσταντίνου το προφιτερόλ στη γνωστή ελληνική ταινία, τότε δεν έχεις θεωρία στα χέρια σου, αλλά συλλογή εντυπώσεων ή ενθυμίων.
Οι συμβιβασμοί που θα κάνει μια παρέα μουσικών για να μπορέσει να παίξει είναι άσχετη με το θέμα που θίγω.
Αυτά από εμένα. Ευχαριστώ για τις απαντήσεις σας, καλή συνέχεια!
Εύγε από μένα, αγαπητέ, κι ευχαριστώ για τις σκέψεις που κατέθεσες.
ΥΓ. Όσο για τη “νομενκλατούρα”, είναι οκ, για μένα, για “ονοματολογία”
Αφού τίθεται θέμα για την “τούρκικη” ορολογία (που όπως σωστά επισημάνθηκε είναι περσική/αραβική/οθωμανική/τουρκική), αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να τεθεί το ίδιο ζήτημα για την ιταλική/γαλλική/αμερικανική -και παρ’ ολίγον γερμανική- ορολογία που χρησιμοποιούμε στην δυτική μουσική (και μάλιστα σε πανεπιστημιακό επίπεδο).