"Οι Έλληνες του Γκέρλιτς", Γερ. Αλεξάτου

Άταστε, καλή χρονιά (όπως και όλοι οι υπόλοιποι).

Έχεις δίκιο, έπρεπε να διευκρινίσω ότι δεν εννοώ τον σύγχρονο ταμπουρά. Αν εσύ εννοείς αυτόν σ’ όλα τα προηγούμενα μηνύματα, τότε συμφωνώ με όλα όσα λες.

Αυτός ο ταμπουράς δεν είναι συνέχεια ή εξέλιξη του παλιού. Είναι αναβίωση, μετά την πλήρη εξαφάνιση του παραδοσιακού ταμπουρά. Η αναβίωση ξεκίνησε από τον Σίμωνα Καρά, ο οποίος ήθελε ένα τέτοιο όργανο όχι για να παίζει μουσική αλλά για τη διδασκαλία των διαστημάτων στη βυζαντινή ψαλτική. Παρήγγειλε τους πρώτους στον Σίμο Σκεντερίδη, στον Πειραιά, που ήταν οργανοποιός σαζιών και ουτιών, πρόσφυγας από την Καππαδοκία και γιος επίσης οργανοποιού. Οι ταμπουράδες αυτοί είχαν μπερντέδες σε μια διάταξη που σκέφτηκε και ζήτησε ο ίδιος ο Καράς (ειδάλλως ο Σκεντερίδης έβαζε έναν ανά ημιτόνιο). Ο Σκεντερίδης τότε δούλευε κυρίως επισκευές (καταλαβαίνω από τα συμφραζόμενα ότι είχε χρόνια να του παραγγείλει κανείς όργανο από αυτά που ήξερε να κατασκευάσει).
Σταδιακά αυτό το όργανο, που ο Καράς του είχε δώσει το συγκινησιακά-εθνικά φορτισμένο όνομα ταμπουράς, άρχισε να αποκτά δική του ζωή μέσα σε συγκεκριμένους κύκλους (σπουδαστές βυζαντινής, μελετητές δημοτικής -όχι δημοτικοί παίχτες όμως) κι έτσι δημιουργήθηκε ζήτηση. Τα Μουσικά Σχολεία αποφάσισαν να θεσπίσουν τον ταμπουρά ως βασικό όργανο του προγράμματός τους. Στο μεταξύ όμως ο Σκεντερίδης είχε γεράσει και δεν έφτιαχνε πια όργανα. Παρήγγειλαν, μέσω του Αθηναίου εμπόρου οργάνων Μωυσή Ασέρ, τις πρώτες παρτίδες στην Τουρκία. Ο Μωυσής απευθύνθηκε σε τούρκους κατασκευαστές σαζιών, από τους οποίους πήρε κανονικά σάζια, διαφοροποιημένα σε δύο σημεία: πρώτον, ότι είχαν την τρύπα στο καπάκι και όχι στο ηχείο, ώστε να υπάρχει συμβολικά ένα σαφές όριο ανάμεσα στο ελληνικό και το τούρκικο όργανο, και δεύτερον ότι είχαν ορισμένους μπερντέδες παραπάνω ώστε να αποδίδουν τις βυζαντινές υποδιαιρέσεις των κλιμάκων. (Σημειώνω ότι κανονικά το σάζι έχει δικές του κλίμακες που δε συμφωνούν με κανένα θεωρητικό πρότυπο, και που χρησιμοποιούν ημιτόνια και μία επιπλέον υποδιαίρεση, σε ορισμένα σημεία, που σπάει το ημιτόνιο σε δύο [ίσα?] διαστήματα).
Έκτοτε το αυξανόμενο πλήθος των μαθητών των Μουσικών Σχολείων αναπόφευκτα ανέβασε τη ζήτηση για τέτοια όργανα μέχρι του σημείου να τα πουλάει ο Νάκας, να μάθουν να τα φτιάχνουν και έλληνες μαστόροι, και να έχουν κυκλοφορήσει τόσο ώστε τελικά συνηθίσαμε στην ιδέα ότι υπάρχουν.

Στα επόμενα χρόνια δε θεωρώ καθόλου απίθανο να δούμε αυτούς τους ταμπουράδες να δουλεύουν και σε πανηγύρια. Ήδη υπάρχει μια αρκετά χαρακτηριστική τάση σύγκλισης ανάμεσα σε μουσικούς από παραδοσιακά διαφορετικούς χώρους: υπάρχουν δημοτικοί που πέρα από την προφορική μετάδοση της τέχνης κατέχουν, σε κάποιο βαθμό, και τη θεωρητική παιδεία (μακαμίστικη και/ή βυζαντινή) των σημερινών νεοπαραδοσιακών, καθώς και το αντίστροφο, νεοπαραδοσιακοί που μπαίνουν στο χώρο της έμπρακτης δημοτικής μουσικής (και άλλα παραδείγματα: δημοτικοί με κλασικές σπουδές κ.ά.). Τις πρακτικές δυσκολίες προσαρμογής του ταμπουρά μπορεί ενδεχομένως να τις λύσει η σύγχρονη τεχνολογία ήχου. Αλλά ακόμη κι αν συμβεί αυτό, δε θα είναι παρά ενσωμάτωση ενός καινούργιου οργάνου στη δημοτική ορχήστρα, ενός οργάνου που προέρχεται από το χώρο της επίσημης εκπαίδευσης.

Από όσα γνωρίζουμε ότι ισχύουν γενικώς για τα μακρυμάνικα λαούτα…

(Οι πληροφορίες για την αναβίωση του ταμπουρά είναι από το γνωστό βιβλίο της Καλλιμοπούλου που έχω επανειλημμένα παραπέμψει. Θα πάω στην άλλη σχετική συζήτηση να τις καταθέσω ακριβέστερα.)