Το "άνοιγμα" από το ρεμπέτικο ρεπερτόριο στο λαϊκό

Τη δύναμη την έχουν οι μπουζουξήδες στα σχήματα, αυτοί κάνουν κουμάντο κατά βάση, μαζί με τους τραγουδιστές. Αν το τραγούδι το ξέρει ο μπουζουξής (και κάποιος το τραγουδάει), θα παιχτεί. Αν ο κιθαρίστας προτείνει κάτι και δεν το παίζει ο μπουζουξής ή ο/η τραγουδιστής/τραγουδίστρια, το τραγούδι καίγεται!

Αρκετοί μουσικοί που ξεκινάνε από το “σκληροπυρηνικό” ή αμιγώς ρεμπέτικο ρεπερτόριο, μετά από κάποια χρόνια “ανοίγονται” και προς άλλες κατευθύνσεις. Εκεί που άκουγες τον παίχτη να σου παίζει Μάρκο, μετά από λίγα χρόνια εκστασιάζεται παίζοντας κάτι λαϊκές συρτορούμπες του ‘60, κάτι εντεχνάκια, κάτι σκυλαδικάκια πασοκικά κτλ κτλ. Και η τραγουδίστρια που έλιωνε στο πάλκο με Αμπατζή, ξαφνικά κλείνει τα μάτια και αφήνει στο μικρόφωνο το “Τις αμαρτίες τις δικές μου”…

Οι παραπάνω βέβαια χαρακτηρισμοί δεν είναι για να “υποτιμήσουν” το συγκεκριμένο (κατ΄εμέ απαίσιο σε σχέση με άλλα ρεμπέτικα διαμάντια) ρεπερτόριο, ούτε να επικρίνει τους μουσικούς, αλλά για να σας δώσω ένα κατανοητό παράδειγμα.

Βέβαια, η ζωή εξελίσσεται και έρχονται νέες συνθέσεις που πιστεύω ότι αισθητικά μπορούν να ενταχθούν ως προέκταση, πχ κάποια των Κορακάκη, Εμμανουηλίδη που είναι 100% τριχορδοκεντρικά. Αλλά δεν μιλάμε για αυτό.

Καταλαβαίνω ότι κάποιες δικαιολογίες / λόγοι που οι μουσικοί/καλλιτέχνες τραγουδιστές μπορεί να το κάνουν είναι:

  1. Αρχίζουν και βαριούνται να παίζουν τα ίδια και τα ίδια

  2. Αναζητούν περισσότερη δεξιοτεχνία/τεχνική σε επίπεδο ταχύτητας και εντυπωσιασμού

  3. Ο κόσμος ζητάει κι άλλα πράγματα

  4. Δεν βρίσκουν δουλειά παίζοντας μόνο ρεμπέτικα

  5. Δεν έχουν παρωπίδες

  6. Αλλοιώνονται οι αισθητικές τους αντιστάσεις

Θα μπορούσαν κάποια μέλη να συμπληρώσουν είτε από σκέψη είτε από δική τους εμπειρία, τι πιστεύουν;

9 «Μου αρέσει»

Κάτι που συνδυάζεται και με τα έξι που ανέφερες Μπάμπη:

  1. Οι σκληροπυρηνικοί τριχορδοπροπολεμικοί πιτσιρικάδες μεγαλώνουν!

Θεϊκή έκφραση!

2 «Μου αρέσει»

προέρχονται από ένα άλλο είδος

και επιστρέφουν στις ρίζες τους

1 «Μου αρέσει»

Εγώ νομίζω ότι και οι έξι λόγοι που ανέφερες μπορεί να ισχύουν. Αν είναι επαγγελματίες μουσικοί/τραγουδιστές μπορεί το 3 και 4 να έχουν κάποιο ιδιαίτερο βάρος.

Όσο για τα “πασοκικά σκυλάδικα” φαντάζομαι ότι εννοείς κάτι σαν αυτό το αγαπημένο άσμα του Αντρέα! :slightly_smiling_face:

Για να πω την αμαρτία μου, μου αρέσει και εμένα το τραγούδι αυτό, ίσως γιατί μου θυμίζει κάτι γλέντια από αλλοτινές εποχές!

2 «Μου αρέσει»

Λόγω του πρόσφατου θανάτου του Σαββόπουλου έβλεπα κάτι βίντεο της εκπομπής του με Χάρυ Κλυν, Σαββόπουλο και λοιπούς, και σκεφτόμουν ότι οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι του μέλλοντος θα μελετούν τη δεκαετία του 80 με τον ίδιο τρόπο που μελετούν το χρυσό αιώνα του Περικλή.

3 «Μου αρέσει»

Ε, τώρα…

(1234567890-=)

1 «Μου αρέσει»

Όχι μεν ωσάν τον Χρυσό Αιώνα, αλλά όντως έχει μελετηθεί “στις μικρές και μεγάλες πτυχές της, από 145 ειδικούς οι οποίοι με πληρότητα, επιστημονική εγκυρότητα και εθελοντική εργασία, μέσα από 264 λήμματα και 770 τεκμήρια”

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ '80
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ, ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

2 «Μου αρέσει»

Ε, ΄ντάξ’! Φυσικά και έχει μελετηθεί, ως βεβαίως έδει και με τον τρόπο που βεβαίως έδει. Αυτό, δα, έλειπε…

1 «Μου αρέσει»

Θα μιλήσω ως ακροατής μουσικής, αλλά πιστεύω ότι σε κάποιο βαθμό παρόμοια λειτουργεί και για τους μουσικού;ς. Θα θεωρούσα παράλογο και ίσως και τέλμα ένας άνθρωπος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του να ακούει ή να μελετάει παίζει μόνο ένα είδος μουσικής. Ιδιαίτερα για έναν μουσικό που παίζει ένα όργανο να περιορίζει τη σχέση του με το όργανο μόνο σε έναν συγκεκριμένο ήχο. Όσο γνωρίζει περισσότερο το όργανο του και τις δυνατότητες του θα θέλει να το δοκιμάσει ακόμα και σε είδη μουσικής που φαινομενικά είναι αταίριαστα (πχ λάτιν με τρίχορδο). Νομίζω πως είναι ένα φυσικό ένστικτο που μας οδηγεί προς την αυτοβελτίωση. Ακόμα και ως ακροατής δεν μπορώ να φανταστώ να κρατάω μόνο συγκεκριμένο τμήματα του εγκεφάλου ερεθισμένα με συγκεκριμένα ακούσματα αποκλειστικά. Και το πιο σημαντικό για μένα ως ακροατή είναι ότι συνδέω τη μουσική με συναισθήματα. και ψυχική κατάσταση. Σε κάθε κατάσταση με τραβάει να ακούσω και κάτι διαφορετικό και αν είχα την ικανότητα να παίζω και κατά το δοκούν μουσική, θα έπαιζα ανάλογα με την συναισθηματικη΄και ψυχική κατάσταση. Για μένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Νταλάρας που έχει αλλάεξι πολλά μουσικά είδη, πιστεύω όχι τόσο από ανάγκη βιοπορισμού, αλλά από προσωπικό του πειραματισμό και μουσική αναζήτηση. Φυσικά σε έναν επαγγελματία μουσικό παίζει ρόλο και ο βιοπορισμός. Γνωρίζω πχ ντράμερ και μπασίστες που έπαιζανσε μπουζουξίδικα και όταν τελείωνε η βραδιά καθόταν και μεταξύ τους έριχναν καμιά ροκιά. Και με τον πεθερό μου που έπαιζε μπουζούκι σε μπουζουξίδικα-σκυλάδικα, όταν έπαιζε με την παρέα του μεταξύ τους έπαιζε ρεμπέτικα και λαϊκά μέχρι του 60-65

2 «Μου αρέσει»

Πολύ γνώριμο αυτό που περιγράφει ο Μπάμπης. Να σημειώσω ότι δεν είναι απαραίτητο να φτάσει στην ξεφτίλα του ελαφρολαϊκοσκυλέ κλπ. Μπορεί η απόσταση να είναι από την Τετράδα μέχρι τον Τσιτσάνη, και το λέω έχοντας κάνει 24ωρο γλέντι χωρίς Τσιτσάνη. Τα παρακάτω αφορούν περισσότερο αυτή τη λεπτή διαφορά που ίσως να μην είναι αντιληπτή σε έναν “εξωτερικό παρατηρητή”.
Για να μην βάλω παραπάνω αριθμούς, στο (1) θα βάλω σαν αιτία την έλλειψη σύνδεσης με τα κομμάτια. Γιατί αν πραγματικά γουστάρεις ένα τραγούδι, θα το παίζεις κάθε φορά σαν να συμβαίνει εκείνη τη στιγμή ο στίχος και θα βάζεις το λιθαράκι σου στην ερμηνεία και θα νοιώθεις την κάθε στιγμή του.
Επίσης θα πρόσθετα το πέρασμα από την λειτουργία της μουσικής ως παράδοση της κοινότητας, στην επώνυμη και πρωτότυπη δημιουργία -ο Περικλής το έχει αναλύσει εξαιρετικά κάποια στιγμή και από εκεί το κλέβω. Ολόκληρες γενιές έχουν εκφραστεί σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής με ένα είδος μουσικής, την δικιά τους παραδοσιακή μουσική. Κάποια στιγμή όμως κερδίζει έδαφος η ανάγκη για κάτι καινούριο και πρωτότυπο με πιο προσωπικό στίγμα του δημιουργού (τέτοια μουσική ήταν και ένα μέρος του ρεμπέτικου στην αρχή του, ως μίξη και καινοτομία). Δεν είναι κακή φυσικά αυτή η εξέλιξη, αρκεί να μπορεί ο ερμηνευτής να μπαίνει κάθε φορά στην αντίστοιχη “λειτουργία” που απαιτεί το είδος της μουσικής.

Και για να είμαι πιο εντός θέματος, έχω ζήσει κι εγώ αυτό με γνωστούς που ενώ παίζουν πολύ ωραία και γουστάρουμε, κάποια στιγμή έχουν καταστρέψει γλέντια με λαϊκά του ελέους ή έχουν κλείσει ωραίες βραδιές με ένα σκυλάδικο πιο άγνωστο κι από ακυκλοφόρητο του Γιοβάν Τσαούς. Κάνω δύο σκέψεις, η μία έχει να κάνει με την αναζήτηση άγνωστων και άπαιχτων τραγουδιών, σε ένα κυνήγι “για γνώστες” που έχει ανασύρει από την δικαιολογημένη αφάνεια μέτρια ρεμπέτικα, εφήμερα ελαφρά, ξεπερασμένα λαϊκά και αηδιαστικά σκυλάδικα. Και μάλιστα εξυψώνεται αυτή η σαβούρα σαν “καλτ ανακάλυψη”. Εδώ μπαίνουμε και στην δεύτερη σκέψη, ότι είμαστε στην εποχή της γρήγορης εναλλαγής και της αταίριαστης ποικιλίας. Οπότε μέσα σε αυτή τη σούπα πετάμε με ευκολία ό,τι νά’ναι, σε ένα πρόγραμμα χωρίς συνοχή και χαρακτήρα.

2 «Μου αρέσει»

Και λίγος διάλογος:

Σωστό, αλλά ίσως δεν έχουν και την βαθειά σύνδεση πχ με το πειραιώτικο.

Από τόσο διαφορετική εποχή και αισθητική εντός “μπουζουκοτράγουδων” δεν νομίζω, αυτό πιο πολύ ισχύει για τους ροκάδες κλπ που συχνά διασκευάζουν τα ρεμπέτικα. Δηαλδή ένας σκυλάς δεν θα παίξει εύκολα ρεμπέτικα, ένας μεταλλάς θα πορωθεί και ίσως κάποια στιγμή τα συνδυάσει κιόλας.

Πολύ σωστό δυστυχώς…

Αν μιλάμε για παραδοσιακή μουσική, δεν υπάρχει ανάγκη για κάτι άλλο όσο επιτελεί τον ρόλο της μέσα στην κοινότητα. Έξω από αυτό το πλαίσιο αλλάζει το πράγμα αλλά σε κάθε περίπτωση είναι καλό ο ερμηνευτής να έχει συναίσθηση του τί ερμηνεύει.

Ούτε το λάτιν χρειάζεται το τρίχορδο, ούτε το τρίχορδο το λάτιν. Υπάρχει και η κιθάρα ως πιο universal όργανο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα λογικής σούπερμάρκετ “όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω”

Όλοι αυτοί δούλευαν σκυλάδικα καθαρά για βιοπορισμό και με μεγάλο ψυχικό κόστος. Το περιγράφει εξαιρετικά ο Γιοκαρίνης στον Νοσταλγό του R’n’R.

Αυτό είναι πολύ όμορφο και συμφωνώ απόλυτα! Αλλά λειτουργεί μια χαρά σε οποιοδήποτε εύρος μουσικών αναφορών, από τον Μανώλη Καραπιπέρη που έπαιζε τους σκοπούς που θυμόταν από τη Σάμο μέχρι τον Θεολογίτη-Κατσαρό που έπαιζε τα πάντα.

2 «Μου αρέσει»

Και άνεργοι κλασικοί βιοπορίζονται σε σκυλάδικα. Γενικότερα σε μαγαζιά.

3 «Μου αρέσει»

Νομίζω ότι η αντιμετώπιση του ρεμπέτικου ως μουσειακού είδους του έδωσε πολλά από τα προβλήματα που έχουν άλλες μουσικές, δηλ δεν ασχολείται κανείς με σύγχρονη μοσυική που ανήκει στο είδος και ενίοτε είναι εξαιρετική, δεν ασχολείται κανείς με τον κεντρικό ρόλο του χορού στα ρεμπέτικα, δηλ ότι η μουσική φτιαχνίοταν για πλήρη σμμετοχή των ακροατών σε αυτή (και ξεχνάμε τί ρόλο είχαν οι τεκκέδες πριν γίνουν περιθώριο), και γενικά όπως έγινε με το έντεχνο, το παραδοσαικό κλπ φτάσαμε στην λυπηρή κατάσταση όπου

Α. το λεγόμενο λαϊκό, σκυλάδικο, σκυλάδικο της εθνικής κλπ να είναι εκεί που μπορεί κανείς να χορέψει, να βγάλει επιφωνήματα θαυμασμού, πόνου κλπ, έστω και ψεύτικα για την πλάκα του. Στο είδος συγκαταλέγονται και πολλές παραδοσιακές μπάντες από τη 10εταί του 1980 και μετά, τα λεγόμενα σκυλονησιώτικα, σκυλοκρητικά κλπ.

Β. όλα τα υπόλοιπα να θεωρούνται σοβαρή μουσική άρα δεν πρέπει να συμμετέχει το κοινό, και φτάσαμε όχι μόνο στο ρεμπέτικο αλλά και σε άλλα είδη πχ παραδοσιακή μουσική, να θεωρείται προσβολή στους καλλιτέχνες αν κάποιο τρώνε στο βάθος, ή αν κάποιοι σηκωθούν να χορέψουν. Κάποιοι καλλιτέχνες το απαγορεύουν κιόλας για να δείξουν πόσο ποιοτική είναι η μουσική τους.

Έτσι αφ’ ενός αν θες να εκφραστείς με καλή μουσική ζωντανά δεν γίνεται εκτός αν είσαι σε παρέα που παίζει μουσική, πρέπει να υποβληθείς στο μαρτύριο της κακής μουσικής ή στο μαρτύριο του υπερβολικού ήχου που κάνει κάθε μουσική κακή. Ή να υποβληθείς στο μαρτύριο της σιωπής και ακινησίας με την καλή μουσική, γιατί αλλιώς θα προσβάλεις τους μουσικούς. Στο μεταξύ χάνονται όχι μόνο λαϊκές τέχνες που πάνε με την καλή μουσική, αλλά και μια ολόκληρη κουλτούρα καλών τρόπων, πχ πότε μιλάμε και πότε όχι όταν παίζει η ορχήστρα, πότε τσουγκρίζουμε ποτήρια και πότε όχι όταν τραγουδάει κάποιος, πότε σηκωνόμαστε να χορέψουμε, με ποιόν τρόπο, με ποιά σειρά, ποιοι δίνουν άδεια, τί είναι ασχημοσύνη στο χορό και τί όχι.

Όλο αυτό έχει τεράστια ταξικότητα, δηλ ποια είδη περιφρονούμε και ποιά όχι, με τί θα ζήσουν οι μουσικοί σε ένα μαγαζί και γιατί, γιατί το λαϊκό θεωρείται διαφορετικό από το ρεμπέτικο, γιατί το ρεμπέτικο ρεπερτόριο σήμερα δεν περιλαμβάνει σύγχρονα κομμάτια που τεχνικά ανήκουν στο είδος, ποιος αποφασίζει το ρεπερτόριο του ρεμπέτικου και το πώς θα φτάσει στο κοινό, κλπ.

1 «Μου αρέσει»

35 μηνύματα διαχωρίστηκαν σε ένα νέο θέμα: Εναρμόνιση στο ρεμπέτικο

Θα πω πώς το βιώνω εγώ απαντώντας στο αρχικό ποστ του @icetelli . Βέβαια δεν είμαι επαγγελματίας μουσικός και αυτό ίσως να επηρεάζει την απάντησή μου.

Το μπουζούκι που είχα φτιάξει στην αρχή ήταν τετράχορδο γιατί είχα πάει σε έναν τέτοιο δάσκαλο αρχικά. Μετά έμπλεξα με μια όμορφη παρέα και παίζαμε ρεμπέτικο, οπότε μετακινήθηκα στο τρίχορδο που τελικά μου άρεσε περισσότερο. Μιλάμε τώρα για 30 χρόνια πίσω. Εκεί έμαθα να παίζω τα πρώτα μου κομμάτια και τα τραγούδια ήταν απλά προπολεμικά (ή γύρω στο πόλεμο) κυρίως όμως ρεμπέτικα. Μάρκος, Δελιάς, Μπάτης. Τα πιο δεξιοτεχνικά τραγούδια του Τσιτσάνη και του Χιώτη αγκομαχούσα να τα βγάλω. Ίσως αυτό να έπαιξε κάποιο ρόλο. Δηλαδή τα ρεμπέτικα του Μάρκου είναι πιο απλά σε σχέση με τα τραγούδια του Τσιτσάνη, του Χιώτη κά, οπότε για αρχή ο Μάρκος είναι ιδανικός.

Καθώς αποκτούσα μεγαλύτερη ευχέρεια άρχισα να μπαίνω σε Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαιωάννου, Καπλάνη αλλά κυρίως τα γνωστά κομμάτια τους. Τα πολύ γνωστά! Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, θα κάνω Ντου κλπ. Εδώ θεωρώ ότι δρα ένας συνδυασμός ικανοποίησης που παίζω τραγούδια τα οποία τα γνωρίζουν όλοι, παίζω γνωστά κομμάτια και χαίρομαι γιατί έχω φτάσει σε αυτό το σημείο. Ταυτόχρονα τα ακούσματά μου εκείνη την εποχή γυρίζουν γύρω από αυτά τα τραγούδια κυρίως. Δεν έχω εμβαθύνει ακόμη και αυτό παίζει επίσης κάποιο ρόλο. Απόλυτα φυσιολογικό γιατί η εμβάθυνση και η απόκτηση εμπειρίας είναι μια διαδρομή και όχι απλώς ένας μεγάλος δρασκελισμός.
Θυμάμαι εκείνη την εποχή όταν βρισκόμασταν με κανένα πολύ καλύτερο παίκτη από μένα και παίζαμε μαζί, αυτός έπαιζε άγνωστα σε μένα κομμάτια και σκεφτόμουν πολύ συχνά: “Μα υπάρχουν τόσο ωραία γνωστά τραγούδια, γιατί παίζει αυτά τα άγνωστα στον πολύ κόσμο κομμάτια;”

Σήμερα, διερευνώ αυτά τα άγνωστα σε μένα τότε κομμάτια. Σήμερα μου αρέσει να παίζω τραγούδια της δεκαπενταετίας 1940-1955, όπως ο ταξιδιώτης του Μητσάκη, Τσιγγάνε σπάσε το βιολί του Τσιτσάνη, το Σκοτείνιασε του Μητσάκη, το Κάτσε καλά του Χιώτη και μαγεύομαι με τη μελωδία αυτών των κομματιών.

Τι έγινε και μετακινήθηκα από το προπολεμικό ρεμπέτικο του Μάρκου κλπ;
Θεωρώ ότι είναι συνδυασμός παραγόντων:
i) Η καλύτερη γνώση του οργάνου που έφερε και μεγαλύτερη δυνατότητα εκτίμησης των μελωδιών στα άγνωστα αυτά τραγούδια.
ii) Τα ακούσματά μου ήταν συνοδοιπόροι σε αυτή την αλλαγή. Ακούω κυρίως τέτοια τραγούδια και προσπαθώ να τα ακούσω νιώθοντας το κάθε τραγούδι και τη μελωδία του και φαντάζομαι πώς θα ήταν να τα παίζω στο όργανο. Ταυτόχρονα η παικτική παρέα μου σήμερα είναι στο ίδιο μήκος κύματος. Ίσως η επιλογή της παρέας να είναι αμφίδρομη. Πάντως το ένα ενισχύει το άλλο.
iii) Ίσως φταίει και το ότι βαρέθηκα να παίζω κάποια πιο γνωστά τραγούδια, χωρίς να σημαίνει ότι δεν συνεχίζω να τα αγαπάω. Άνοιξε όμως σε μένα ένας κόσμος

Φαντάζομαι ότι το πάλκο είναι διαφορετικό. Εδώ τα πράγματα έχουν σχέση και με τον κόσμο που ακούει και συμμετέχει! Πρέπει να αλληλεπιδράς με τον κόσμο, να δίνεις σε αυτόν ένα κομμάτι από αυτά που του αρέσουν. Και στον κόσμο σήμερα αρέσουν κομμάτια που ακούει συχνά. Δηλαδή γνωστά κομμάτια!

Δεν φαντάζομαι τον εαυτό μου να παίζει πιο καινούργια τραγούδια της λογικής συρτορούμπας, παρόλο που σε ένα γλέντι και με τη λογική του πάλκου θα έπαιζα: Το δικό σου Πάπλωμα ή ακόμη και τον Καπετανάκη!

7 «Μου αρέσει»

αυτο ξαναπές το Αδμήνορα!

αφου δεν το λες το ξαναβάζω.

να το εμπεδώσουν…

Εύγε. ωραία και ειλικρινής ανασκόπησης :musical_notes:

2 «Μου αρέσει»