Η παραδοσιακή μουσική στην εποχή μας

Δεν πάει έτσι ρε παιδιά. Η κάθε τοπική παράδοση έχει τους σκοπούς της (αυτά τα τσάμικα, εκείνα τα συρτά, τα τάδε καθιστικά κλπ.), κάποια κατ’ αποκλειστικότητα, άλλα από κοινού με άλλες περιοχές ίδια ή σε παραλλαγή. Και σ’ αυτούς τους σκοπούς τραγουδάει τα τραγούδια που έχει βγάλει και βγάζει ή που έχει παραλάβει από αλλού.

Ολόκληρα τραγούδια (στίχοι ΚΑΙ μουσική) δεν ταξιδεύουν, παρά μόνο σε ελάχιστο βαθμό. Από εφευρέσεως της δισκογραφίας βέβαια αυτό άλλαξε, αλλά στην προφορική παράδοση έτσι ήταν.

Στο παράδειγμα είχαμε κλέφτικο, μάλλον τέλους 18ου αιώνα. Με πιο παλιά τραγούδια, μεσαιωνικές παραλογές και ακριτικά, αυτό γίνεται τελείως ξεκάθαρο, αφού παραλλαγές του ίδιου κειμένου ακούς σε ποντιακό με ποντιακό σκοπό, στην Ήπειρο σε ηπειρώτικο, στην Κρήτη σε ριζίτικο, στα 12νησα σε διάφορους τοπικούς σκοπούς, και είναι εμφανές ότι όλοι αυτοί οι σκοποί δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, παράλληλα όμως στον καθένα από αυτούς (π.χ. στον ριζίτικο σκοπό της Κρήτης) οι ντόπιοι λένε κι άλλα τραγούδια, που μπορεί να είναι άλλου είδους και άλλης εποχής.

Η διαδικασία είναι πολύ απλή: Είμαι από τον Α τόπο, ξενιτεμένος στον Β τόπο. Εκεί στην ξενιτιά ακούω ένα τραγούδι και μ’ αρέσει. θέλω όταν επιστρέψω να το τραγουδήσω να το μάθουν κι οι δικοί μου. Τα λόγια τα συγκρατώ, γιατί ελληνικά είναι, απλώς τ απροσαρμόζω στη δική μου διάλεκτο. Τον σκοπό πού να τον συγκρατήσω, που είναι τελείως άσχετος από τους δικούς μου. Πολύ απλά, το τραγουδώ σ’ ένα σκοπό που ήδη ήξερα από τον τόπο μου.

Η κινητικότητα τωνποιητικών κειμένων και των σκοπών είναι δύο ανεξάρτητα πράγματα.

Οι καταγραφές ελληνικών δημοτικών τραγουδιών είναι άπειρες. Άπειρες όμως. (Άλλο αν αυτά που δεν έχουν καταγραφεί είναι πολλαπλάσια.)

Η περίπτωση π.χ. του Σίμωνα Καρά: Έπαιρνε το μαγνητόφωνο. Πολλά κιλά η τεχνολογία της εποχής. Αν πήγαινε σε χωριό χωρίς ρεύμα (ή που υποψιαζόταν ότι μπορεί να μην έχει ρεύμα), έπαιρνε και γεννήτρια και ντενεκέδες με πετρέλαιο. Έβρισκε έναν μουλαρά να τον πάει, ή τα ‘παιρνε επ’ ώμου και περπάταγε. Έφτανε στο χωριό. Ρώταγε ποιος ξέρει τραγούδια, ποιος παίζει όργανα. Μαγνητοφωνούσε για ώρες και μέρες. Ρώταγε πληροφορίες για το κάθε τραγούδι. Ρώταγε ποιους άλλους μπορεί να βρει. Έψαχνε κάπου να διανυκτερεύσει. Συνέχιζε την α΄λλη μέρα και όσες μέρες χρειαζόταν. Γύρναγε. Άκουγε ό,τι έχει γράψει, τα ξεδιάλεγε, απέρριπτε το 95%, και πέρναγε την αφρόκρεμα σε δίσκο - σ’ ένα δίσκο που να μπορεί να ακουστεί ευχάριστα από ακροατές αμύητους, να μην τρομάξουν ή βαρεθούν, αλλά ταυτόχρονα να μην περιέχει και αλλοιώσεις.

Σήμερα είναι πολύ πιο απλά τα πράγματα, ένα Τάσκαμ ζυγίζει ελάχιστα, μια καλή φωτογραφική λίγο παραπάνω, ε θα πάρεις κι ένα λάπτοπ μαζί σου να τα περνάς, δρόμους και συγκοινωνίες έχει για παντού, και οι φυσικοί φορείς της παράδοσης έχουν μειωθεί μεν αλλά όχι εξαφανιστεί.

Πιο παλιά από τα μαγνητόφωνα καταγράφαν με χαρτί και μολύβι, είτε μόνο λόγια είτε και μελωδίες.


Υ.Γ. Φίλε Παραδοσιακέ, κατά η γνώμη μου δε θα μάθεις δημοτικά από Καρναβάδες και λοιπούς επαγγελματίες. Δημοτικό θα πει τραγούδι του λαού. Ψάξε δίσκους με καταγραφές. Ο επαγγελματίας κάνει μια δουλειά (την ίδια που κάνει κι ο επαγελματίας κάθε άλλου είδους τραγουδιού), απευθύνεται σ’ ένα κοινό, πιάνει το μικρόφωνο και γίνεται διαχειριστής. Βρίσκεται τελείως έξω από τη διαδικασία γένεσης του δημοτικού τραγουδιού. (Ας πούμε ότι από τους τρεις που ανέβασες, τον Βλαχογιάννη θα τον εξαιρούσα λιγάκι. Επαγγελματίας μεν, αλλά με background στον χώρο του πραγματικού δημοτικού, που άλλωστε -αναλόγως- ακμάζει ακόμη στα μέρη του.)

Ο Μπέλα Μπάρτοκ είχε γράψει: Όπου βρεις τραγούδι πανομοιότυπο στους στίχους και τη μουσική, σε διαφορετικές περιοχές, πάει να πει ότι το τραγούδι αυτό “ήρθε από τα πάνω”, δηλαδή μάλλον από το σχολείο, κάποια φιλαρμονική κλπ.

Σε ποιο καθιστικό αναφέρεσαι? Αν εννοείς αυτό Η ΘΕΟΝΙΤΣΑ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ - YouTube
‘‘Λάμπει ο ήλιος λάμπει’’ δεν έχει σχέση με το τσάμικο που αναφέρεται στους Κολοκοτρωναίους. Στο δεύτερο βίντεο συμφωνώ έχει χιτζάζ αλλά και στα δυο άλλα ακούω διαφορά…στο τελευταίο δεν κάνει και κιουρντί? ακούγεται και στο κλαρίνο

Για άλλου είδους καταγραφή έχω ακούσει-καταλάβει ότι γίνεται σε άλλες χώρες…εννοούσα με κάποια σημειογραφία και γι’ αυτό είπα ‘‘δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, αλλά φαντάζομαι θα έχει και τα αρνητικά του’’.

οι πιο πολλές καταγραφές από αρχές της δισκογραφίας νομίζω έχουν γίνει από επαγγελματίες και δεν νομίζω πως θα τις μείωνε όλες κάποιος μουσικολόγος-ερευνητής. Προσωπικά θα έλεγα, ότι ακούω από όλους, αρκεί να έχουν το ύφος και το ήθος.

Ρίξε μια ματιά σ’ αυτό τον τόμο:

http://www.kentrolaografias.gr/sites/default/files/Ellhnika_Dhmotika_Tradoudia_t_G.pdf

Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πολλές τέτοιες εκδόσεις (κι αυτή είναι μισού αιώνα). Οι καταγραφές όμως υπάρχουν, έστω και ανέκδοτες. Ο συγκεκριμένος απαρτίστηκε από δείγματα που διαλέχτηκαν για να εξυπηρετήσουν μια συγκεκριμένη δομή. Το κόρπους από το οποίο διαλέχτηκαν (δηλ. το σύνολο των καταγραφών που έχει κάνει η Ακαδημία) είναι αχανές.

Μήπως εννοείς ότι έχουν καταλήξει σε μία «οριστική» μορφή των τραγουδιών και τοα διδάσκουν έτσι;

Ναι, αυτό υπάρχει. Σκοτσέζος γκαϊτατζής μού είχε εξηγήσει ότι το ρεπερτόριο της γκάιντας στη χώρα του είναι δεδομένο, και ότι σε κάθε σκοπό μπαίνουν συγκεκριμένα στολίδια σε συγκεκριμένα σημεία κλπ. Πιο νεκρός πεθαίνεις. Ευτυχώς τέτοια πράγματα δεν έχουμε εδώ.

Εσύ όμως είπες για γειτονικές χώρες. Στις γειτονικές μας χώρες έχει παίξει ένας άλλος σημαντικός παράγοντας: το σοσιαλιστικό φολκλόρ (Βουλγαρία, Αλβανία, χώρες της τότε Γιουγκοσλαβίας). Στη Βουλγαρία, από την οποία πιθανόν να έχεις ακούσει διάφορες μαγευτικές πολυφωνίες ή βιρτουοζιλίκια με αρχέγονα όργανα, φαίνεται να υπήρξε ριζική εξολόθρευση της δημοτικής μουσικής και αντικατάστασή της από μια άλλη μουσική που εν μέρει κράτησε το ίδιο εξωτερικό περίβλημα. Σχετική συζήτηση εδώ. Για τη Β. Μακεδονία (άρα μάλλον για όλη την τότε Γιουγκοσλαβία) μάθαμε εδώ ότι συνέβησαν παρόμοια. Για την Αλβανία δε γνωρίζω, απλώς έχω την αόριστη αίσθηση ότι πρέπει να ήταν πιο ήπϊα τα πράγματα και να υπήρξαν και …επιζώντες.

Η Τουρκία δεν είχε υπαρκτό σοσιαλισμό, είχε όμως το εθνικιστικό καθεστώς που ίδρυσε ο Κεμάλ. Κι εκεί υπήρξε ισχυρή κρατική παρέμβαση στη μορφή και τον τρόπο μετάδοσης της παραδοσιακής μουσικής, λαϊκής και λόγιας (γιατί η Τουρκία έχει και λόγϊα παραδοσιακή μουσική). Ένα ενδεικτικό παράδειγμα από τη λαϊκή: από ένα πλήθος σαζοειδών οργάνων που το καθένα παιζόταν σε κάποια περιοχή και είχε το κούρδισμά του (ένα ή περισσότερα), τις τεχνκές του, το ρεπερτόριό του και την εμφάνισή του (μέγεθος, αριθμός χορδών, μπερντέδες κλπ.) διαμορφώθηκε το «επίσημο» σάζι, που διακρίνεται σε διάφορα μεγέθη κατά τη λογική βιολί-βιόλα-βιολοντσέλο-κοντραμπάσο, και ενσωματώνει όλα αυτά τα κουρδίσματα, τις τεχνικές και το ρεπερτόριο, όλα αυτά ως «ένα» όργανο.

Εννοείται ότι όλες αυτές οι ολέθριες επεμβάσεις των καθεστώτων δεν έγιναν με κακή πρόθεση. Δε μισούσαν τον λαϊκό πολιτισμό. Να τον αναδείξουν ήθελαν. Το έκαναν όμως χωρίς να σκύψουν να τον αφουγκραστούν πρώτα.

Στην Ελλάδα κανένα καθεστώς, εθνικιστικό ή άλλο, δικτατορικό ή ελεύθερο, δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτά τα πράγματα. Ντάξει, είχαμε λίγο φοκλόρ επί Χούντας με τσολιαδάκια και τσάμικα, είχαμε τη λογοκρισία του Μεταξά, αλλά καμία πιο ριζική προσπάθεια. Ό,τι έχει γίνει ήτανμε πολύ πιο ήπιους τρόπους και χωρίς την ισχύ της κρατικής εξουσίας. Κάποιος ισοπεδωτισμός, κυρίως εκ μέρους των χοροδιδασκαλείων, και από κει και πέρα η φυσικά αναμενόμενη φολκλοροποίηση και τυποποίηση μιας εποχής που αφενός η μουσική είναι κυρίως επαγγελματική και αφετέρου η συγκοινωνία και η επικοινωνία με κάθε γωνιά της χώρας είναι ελεύθερη (που δεν ήταν μέχρι, χοντρικά, τον Δεύτερο Πόλεμο, όχι από την «κακία» κανενός αλλά γιατί δεν υπήρχαν τα μέσα). Και γενικότερα ό,τι είναι φυσικό και αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εποχής μας: από την πρόοδο στις επικοινωνίες μέχρι την πληθυσμιακή αφαίμαξη της περιφέρειας, τις ριζικές αλλαγές στην οικονομία κλπ. Πάντως βίαιες σωτηριολογικές παρεμβάσεις στη μουσική δεν είχαμε σε μαζική κλίμακα.

Ένας σωστός μουσικολόγος-ερευνητής φυσικά και δε θα τις μείωνε. Τα αν του αρέσει περισσότερο ο Καρναβάς ή η γιαγιά με το ένα δόντι που ξέρει τα παλιά τραγούδια θα το κρατήσει για πάρτη του, δε θα το μπλέξει με την έρευνά του και με τα συμπεράσματά της. Ανεξάρτητα από αυτό όμως, το να μπει ο Καρναβάς (ή ο Παπασιδέρης, ας πούμε) στο στούντιο και να γράψει ένα δίσκο δεν αποτελεί καταγραφή δημοτικής παράδοσης. Μπορεί να έχει μουσική αξία, μπορεί να έχει πληροφορητική αξία, αλλά για άλλου είδους πληροφορίες. Όχι για το τι τραγουδάει ο κόσμος στο τάδε ή δείνα μέρος.

1 «Μου αρέσει»

Γιατί πρόκειται για όργανο που επιβίωσε για τη στρατιωτική του χρήση, με δική τους σημειογραφία. Το βιολί στη Σκωτία π.χ. είναι πολύ πιο γνήσια παραδοσιακό από τα κάτω, αν και στον 20ο αιώνα παραμερίστηκε κάπως από το ακκορντεόν. Είναι και τεράστια χώρα με σημαντικές διαφορές highlands/lowlands.

Ναι, αυτό εννοούσα…γιατί αυτό κατάλαβα από αυτά που μου είπαν κάποιοι…θα τα κοιτάξω ευχαριστώ.

Έτσι ακριβώς είναι τα πράγματα, φίλε Παραδοσιακέ, έτσι ακριβώς όπως τα παραθέτει ο Pepe. Ελπίζω να μην απογοητεύτηκες, γιατί φοβάμαι πως τα επιπλέον που θα γράψω κι εγώ, δεν θα σε βοηθήσουν να αλλάξεις διάθεση…

Και πάλι ελπίζω να μην απογοητευτείς, γιατί στις 500 σελίδες αυτού του τόμου δεν θα βρεις ούτε μισή μουσική νότα που να σε βοηθήσει να καταλάβεις κάτι από αυτά που ζητάς να μάθεις, ενώ περίπου το ίδιο θα συμβεί και με τους άλλους δύο τόμους. Βέβαια, υπάρχουν κάποια σιντί που συνοδεύουν αυτές τις εκδόσεις, μπορείς να τα ψάξεις στο Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών |

Πράγματι, φαίνεται πως απείρως ηπιότερα εξελίχθηκαν τα πράγματα εκεί, ο Εμβέρ Χότζα δεν επένδυσε ούτε στον αθλητισμό, ούτε στο φολκλόρ, άλλες ήταν οι εμμονές του, όπως μου εξήγησε πριν κάποια χρόνια κάποιος φίλος Αλβανός.

Έτσι ήταν, αλλά ο Κεμάλ είχε άλλο τεράστιο πρόβλημα: ο εθνικισμός στον οποίο αποφάσισε να βασιστεί, έπρεπε προηγουμένως να γεννηθεί, κάτι που δεν είχε ακόμα συμβεί όταν ανέλαβε την εξουσία. Αναγκάστηκε λοιπόν να «δημιουργήσει», να κατασκευάσει καλύτερα, φολκόρ τουρκικό, όχι για να το εξάγει στο εξωτερικό ως πρεσβευτή του λαϊκού πολιτισμού της χώρας του, όπως έκαναν οι βαλκάνιοι «σοσιαλιστές» της μετά το 1944 εποχής, αλλά ως απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει, κάποια στιγμή, να μιλήσει για ύπαρξη (από αιώνες, μάλιστα!) Τουρκικού Έθνους. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού κάλεσε λοιπόν επίσημα τον Μπέλα Μπάρτοκ, εμβληματικό ερευνητή των ευρωπαϊκών λαϊκών μουσικών, να έρθει στην Τουρκία και να καταγράψει την Τουρκική Εθνική Μουσική (άλλο αν ο Μπάρτοκ έψαξε μεν, αλλά δεν τη βρήκε αυτή τη μουσική…)

Στην Ελλάδα, πράγματι τη γλυτώσαμε σε μέγιστο βαθμό από άνωθεν παρεμβάσεις, ίσως γιατί ο μηχανισμός γέννησης του ελληνικού εθνικισμού από πολύ νωρίς (πριν απ’ την Επανάσταση, κιόλας!) στράφηκε προς την Αρχαία Ελλάδα, αλλά ευτυχώς τα μοναδικά μουσικά κομμάτια που μας παρέδωσαν οι Αρχαίοι Έλληνες είναι δύο ή τρεις δελφικοί ύμνοι και η στήλη του Σείκιλου, ελάχιστα δείγματα που γρήγορα έστρεψαν τους εθνικιστές σε άλλα, μη μουσικολογικά πεδία. Η χούντα, ενάμιση περίπου αιώνα αργότερα, το μόνο που κατάφερε ήταν να μισήσουν κάποιοι (όχι εγώ προσωπικά) τα δημοτικά τραγούδια. Και πράγματι, σωτηριολογικές άνωθεν παρεμβάσεις στην παραδοσιακή μουσική δεν εμφανίστηκαν, απλά δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε να βοηθήσει το «υγιές τμήμα» της τότε «λαϊκής» μουσικής την κατάσταση, με τραγούδια τύπου «Δελφίνι δελφινάκι» και φιέστες στο Παναθηναϊκό στάδιο.

1 «Μου αρέσει»

Πολύ σωστά, αυτό δεν το είχα σκεφτεί: στην Ελλάδα μάς έσωσαν οι αρχαίοι!

2 «Μου αρέσει»

Ναι, αλλά αν έκανε ή κάνει ο χ παπασιδέρης μια ηχογράφηση με σκοπούς της περιοχής του και με τους ανάλογα μουσικούς θα είναι μια καταγραφή με τραγούδια της περιοχής που την αντιπροσωπεύουν και έχουν γίνει τέτοιες… για άλλες ηχογραφήσεις από ονόματα που στοχεύουν κυρίως την εμπορική πλευρά πχ με τη Ρόζα Εσκενάζυ να λέει το ‘‘Κόφτην Ελένη την ελιά’’ ναι πιστεύω δεν αντιπροσωπεύουν κάποια περιοχή…και γι’ αυτό νομίζω κάποια ηχοχρώματα ίσος να χάθηκαν εντελώς μιας και οι ντόπιοι δεν είχαν με κάποιο τρόπο πρόσβαση στη δισκογραφία.

1 «Μου αρέσει»

Ο φυσικός χώρος των δημοτικών τραγουδιών δεν ήταν φυσικά το στούντιο, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήταν ούτε το πανηγύρι ή τα άλλα παρόμοια λάιβ. Σε κάποιες σπέσιαλ ημέρες οι άνθρωποι πήγαιναν ν’ ακούσουν τραγούδια και να χορέψουν, αλλά τον περισσότερο καιρό τα έλεγαν μόνοι τους. Αυτό όμως δεν παρουσιάζει εμπορικό ενδιαφέρον κι έτσι δε δισκογραφήθηκε, παρά μόνο από μουσικολαογράφους - ερευνητές, όχι από μουσικούς καριέρας.

Ύστερα, είναι και το άλλο: μπορεί οι εταιρείες να ενδιαφέρθηκαν περισσότερο να αποτυπώσουν τον ήχο επαγγελματι΄κών κομπανιών παρά των ίδιων των ανθρώπων που τα είχαν δικά τους τα τραγούδια (δηλαδή του καθενός), αλλά και σ’ αυτό τον επαγγελματικό ήχο έκαναν τις παρεμβάσεις τους. Σ’ όλη τη δισκογραφία των 78 στροφών, πόσες φορές ακούμε βιολί να συνοδεύει το κλαρίνο; Πόσες φορές ακούμε κρουστό; Λαούτο; Θα πρέπει να πιστέψουμε ότι το κλαρίνο-κιθάρα ή βιολί-κιθάρα αποτελεί αντιπροσωπευτική αποτύπωση του πραγματικού ήχου ποιας περιοχής υποτίθεται;

Ή μήπως τα ρεμπέτικα των 78 στροφών αποτυπώνουν τον ήχο του τεκέ ή της παρέας; Ένα παράδειγμα που το 'χω ξαναπεί γιατί μου 'χει κάνει εντύπωση είναι ο Δελιάς. Έπαιζε κιθάρα, και ο Μάρκος με το μπουζούκι του τον έψησε να μάθει κι εκείνος μπουζούκι για να παίζουν μαζί! Στο στούντιο όμως οι παραγωγοί τούς πρόσθεσαν και κιθαρίστα, τη στιγμή που από μόνοι τους όχι απλώς δεν τον ψάχναν αλλά τον διώχναν κιόλας.

Εγώ από την αρχή δεν έκανα λόγο για το φυσικό χώρο των δημοτικών τραγουδιών…Φτάσαμε όμως στο σήμερα και ρώτησα για της μελωδίες από την αρχή της καταγραφής τους, πως βλέπει ο καθένας την επεξεργασία και την εξέλιξή τους. Για τους λαογράφους- ερευνητές που αναφέρθηκες από όσο ξέρω, όλοι μεταξύ άλλων δισκογραφήσανε και μουσικούς καριέρας. Αλλά κάποιοι μουσικο-τραγουδιστές το κάνανε και μόνοι τους.

Καλά… Απ’ ό,τι καταλαβαίνω δε διαφωνούμε στα γεγονότα αλλά στο τι κοιτάει ο καθένας περισσότερο. Εσένα σ’ ενδιαφέρουν οι εκτελέσεις των κανονικών μουσικών, όχι του κάθε τυχαίου μέλους της κοινότητας, και ψάχνεις ποιες από αυτές να προτιμήσεις. Σωστά;

Νομίζω ότι δεν μπορεί να υπάρκξει άλλη απάντηση παρά «όσες σου αρέσουν».

Για παράδειγμα, εμένα ο Καρναβάς δε μ’ αρέσει. Θα κοιτάξω όμως μήπως υπάρχει και σ’αυτόν κάτι που αξίζει τον κόπο να το κρατήσω - ή μάλλον: που πρέπει να το κρατήσω:

  • Έκο και λοιπά εφέ > πέταμα (υποκειμενικά λέμε πάντα)
  • όλες αυτές οι υπερανεπτυγμένες μπασογραμμές της κιθάρας > πέταμα
  • πολύ αργό τέμπο > Χμ, για να δούμε. Αυτό δεν είναι κάτι που θα μπορούσα έτσι απλά να το πετάξω μόνο και μόνο γιατί δε μου αρέσει. Αν τα παίζει όλα τόσο αργά απλώς επειδή έτσι του αρέσει του ίδιου, το ‘χουμε ήδη διαπιστώσει ότι δεν έχω τα ίδια γούστα μ’ εκείνον, οπότε δεν έχω κανέναν λόγο να το κρατήσω. Μήπως όμως δεν είναι δικιά του επιλογή αλλά πάγιο χαρακτηριστικό του ύφους κάποιας περιοχής;

Θα κρατήσω λοιπόν αυτό το ερώτημα και θα προσπαθήσω να βρω την απάντηση, ακούγοντας κι άλλους. Αν διαπιστώσω ότι σε κάποια περιοχή όντως όλοι παίζουν τόσο αργά, είτε με έκο και κιθαριστικά σκέρτσα είτε χωρίς, τότε αυτό είναι το ύφος της περιοχής και οφείλω να το σεβαστώ. ΑΚΟΜΗ και αν βρω ότι αυτό βγήκε τις τελευταίες δεκαετίες. Αν, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το αργό τέμπο είναι στάνταρ σ’ εκείνα τα μέρη, τότε το να το αλλάξω (έστω και σύμφωνα με το πώς έπαιζαν κάποτε παλιότερα) θα ήταν αλλοίωση εκ μέρους μου.

(Φυσικά, στον αέρα μιλάω. Δεν παίζει το ενδεχόμενο να πάω να κυνηγήσω δουλειές εκεί που κυκλοφορεί ο Καρναβάς [δεν ξέρω καν αν είναι εν ζωή και ενεργός] και να τον ανταγωνιστώ μέσα στο γήπεδό του. Ούτε η μουσική μου είναι, ούτε ασκώ αυτό το επάγγελμα. Σαν ακροατής μιλάω πιο πολύ, και πάλι όμως όχι ντόπιος. Υπ’ αυτή την ιδιότητα, πώς θα μου άρεσε ν’ ακούσω, από μια καινούργια μουσική ομάδα, τα τραγούδια που λέει ένας μουσικός που ο ίδιος δε μ’ αρέσει; Αυτό περίπου περιγράφω. Η απάντηση είναι «θα μου άρεσε να τ’ ακούσω σύμφωνα με τα γούστα μου αλλά πάνω απ’ όλα σύμφωνα με τις καθιερωμένες συνήθειες της περιοχής όπου ανήκουν».)

Δηλαδή γενικά ο καθένας να προχωράει με το δικό του γούστο μέχρι εκείνο το σημείο όπου δεν παραβιάζει τα δεδομένα. Και τα δεδομένα αλλάζουν βέβαια, αλλά αυτό δεν πρέπει να γίνεται βίαια.

Και φυσικά, την προσωπική παρέμβαση που έκανε κάποιος μουσικός δεν την πιθηκίζουμε. Π.χ. εδώ στην Κρήτη ξενερώνω φοβερά με τα διάφορα φαινόμενα ψαραντωνισμού, ψαρογιωργισμού, ροσντεϊλισμού κλπ. Καλοί και σεβαστοί ο Ψ/αντώνης, ο Ψ/γιώργης, ο Ρος, όπως κι ο Καρναβάς φυσικά (άλλο αν εμένα δε μ’ αρέσει), αλλά ό,τι είναι δικό τους θα αφήσουμε να το κάνουν οι ίδιοι, που ξέρουν και καλύτερα, δε θα το κοπιάρουμε.

Σε αυτό που με ρωτάς να σου πω, εγώ ψάχνομαι και ακούω και εκτελέσεις κανονικών μουσικών και κάθε τυχαίου μέλους της κοινότητας από όλες κάτι παίρνω και διαμορφώνω. Μάλιστα κάποιες φορές αναγκάζομαι για τη μελωδία -στίχο και μόνο να ακούω και ηχογραφήματα με έκο και λοιπά εφέ αν δεν μπορώ να τα βρω με την αισθητική που θέλω. Παρατηρώ ότι μετά τη δεκαετία του 60 περίπου στη μελωδία-ερμηνεία των στεριανών δημοτικών να εισβάλει μπόλικο ανατολίτικο στοιχείο. Και εγώ πιο πολύ σαν ακροατής μιλάω. Ως μουσικός δούλευα πιο παλιά και περιστασιακά. Απλά τώρα σκέφτομαι να κάνω καμιά ηχογράφηση με κάποιους σκοπούς από μέρος της Θεσσαλίας όπου κατάγομαι, μελλοντικά και αν είμαστε καλά.

Σα να λεμε: “Δεν ξέρω καν αν ο Beckham, ο Zidane ή ο G.Best είναι ακόμα εν ζωή και ενεργοί, αλλά ας κάνω μια ανάλυση για το σύγχρονο ποδόσφαιρο, μιας και είχα διαβάσει ένα βιβλίο για το ποδόσφαιρο στα μέσα του 19ου αιώνα στην Αγγλία” :slight_smile:

edit: Χωρίς παρεξήγηση φυσικά :+1:

Μπορεί να 'χεις και δίκιο. Θα γκουγκλάρω για τον Καρναβά μόλις βρω χρόνο.

Για όσα δεν γκουγκλάρονται όμως;

Τους δυο πρώτους τους ξέρει, το ίδιο και τους μιμητές τους, μόνο ο τρίτος του είναι άγνωστος :smiley:

Εκείνο το ένα και μοναδικό βιβλίο του Πατάκη* για το δημοτικό τραγούδι στον 19ο αιώνα δεν είναι κάτι το απόκρυφο. Οι πληροφορίες του είναι προσιτές στον καθένα. Το πώς όμως θα τις αξιολογήσεις / αξιοποιήσεις εξαρτάται από το τι άλλο έχεις δει, ακούσει, ζήσει, κάνει, σκεφτεί. Γι’ αυτό και μπορούν να υπάρχουν γνώμες. Αλλιώς η αρχική ερώτηση δε θα ήταν αυτή που τέθηκε, αλλά «δώστε μου τίτλους βιβλιογραφίας».


*Ο Πατάκης ήταν στα σχολικά μου χρόνια ο πιο γνωστός εκδότης σχολικών λυσαριών.

Μάλιστα. Δεν το ήξερα και σε καθιστικό, αλλά μόνο σε τσάμικο.