Κάπου έχω κρατημένο ένα κείμενο με μία σημείωση: “Σπογγαλιεία Λύκειο Αίγινας”. Δυστυχώς, αχρονολόγητο, φαίνεται όμως καλή δουλειά. Παραθέτω τη σχετική παράγραφο:
Ο βουτηχτής, που πρώτος θα πιάσει δουλειά, πιάνει το “φόρεμα”. Το φόρεμα είναι μια ευρύχωρη φόρμα από τριπλές στρώσεις λάστιχο και πανί, μονοκόμματη από το στήθος ως τα ποδάρια και αφήνει απ’ έξω μόνο τα χέρια ως τον καρπό και σφίγγει γερά στα παπούτσια, που έχουν από κάτω βαριές πλάκες μολύβι, για να κρατούν ισορροπία στο βάθος της περικεφαλαίας. Η περικεφαλαία πάλι, βιδώνει πάνω στο φόρεμα γύρω στο στήθος και έχει 4 μεγάλα, χοντρά γυάλινα μάτια, επάνω, μπρος και οτα πλάγια, για να βλέπει ο βουτηχτής σε κάθε κατεύθυνση. Στη μια μεριά της περικεφαλαίας βιδώνει το μαρκούτσι, που φέρνει από τη μηχανή τον αέρα στο βουτηχτή, στην άλλη μεριά είναι η βαρβάρα, δηλαδή η βαλβίδα εξαγωγής του περίσσειου αέρα. Με τον αέρα αυτόν θα γεμίσει όλο το φόρεμα και εκτός που θα δίνει την αναγκαία ποσότητα φυσικού αέρα για να αναπνέει ο βουτηχτής που είναι κλεισμένος μέσα στο φόρεμα, θα τον προστατέψει και από τα επακόλουθα που έχει η πίεση της θάλασσας. Όταν ο αέρας είναι πολύς χτυπάει με το κεφάλι του ο βουτηχτής τη Βαρβάρα, και βγάζει τον πλεονάζοντα αέρα που Βγαίνει με φουσκάλες προς τα πάνω, αλλά με τον τρόπο αυτό ανανεώνει τον αέρα που αναπνέει και κάνει τον όγκο του φορέματος όπως τον θέλει, έτσι ώστε το βάρος που θα παρουσιάζει το σύνολο να συμφωνεί με το βάρος ίσου όγκου νερού του βυθού της θάλασσας και να του επιτρέπει να στέκεται όρθιος στο βυθό ή να ‘ναι ελαφρύτερος για να μένει μετέωρος και να μετατοπίζεται κατά μήκος και κατά ύψος από τόπο σε τόπο. Στο στήθος του κρεμιέται η απόχη, που θα δεχτεί τα σφουγγάρια, και από τη μέση ο κολαούζος, δηλαδή το σκοινί που τον συνδέει με το καΐκι και που του χρησιμεύει και για τηλέγραφος. Αν χρειαστεί κάτι, τραβάει το σκοινί και ειδοποιεί τους ανθρώπους του καϊκιού, και αυτοί με τον ίδιο τρόπο του δίνουν απάντηση. Το προσωπικό της καταδυτικής μηχανής είναι στη θέση του. Η καταδυτική μηχανή χάρη σ’ ένα έξυπνο σύστημα που ‘χαν εφεύρει οι Αιγινήτες μηχανικοί {ο κ.Γεωργιλάκης και άλλοι), κινείται από την κινητήρια μηχανήτου καϊκιού, όμως έχει και δύο ρόδες στα πλάγια για να δουλέψει αν χρειαστεί και με το χέρι, γιατί με την αδιάκοπη και καλή λειτουργία της εξαρτάται η υγεία και η ζωή του βουτηχτή. Γύρω στο βουτηχτή βρίσκονται αυτοί που θα τον βοηθήσουν να ντυθεί και θα τον παρακολουθούν όταν κατέβει στη θάλασσα. Ο καπετάνιος παρακολουθεί τις κινήσεις των βουτηχτών και κανονίζει την πορεία του πλοίου. Ο μαρκουτσέρης παρακολουθεί την αεραντλία. Άλλος κρατάει τον κολαούζο, άλλος μετράει το χρόνο της κατάδυσης κουνώντας ρυθμικά το “μπατζαρόλι”. Το μπατζαρόλι, το χρονόμετρο δηλαδή, είναι ένα μακρύ γυάλινο κουτί χωρισμένο στη μέση, με μια τρύπα πάνω στο χώρισμα. Το ένα μέρος του κουτιού είναι γεμάτο με άμμο και το άλλο είναι άδειο. Κάθε που με το γύρισμα, έρχεται το γεμάτο μέρος πάνω, η άμμος χύνεται από την τρύπα στο κάτω. Ο χρόνος που διαρκεί αυτό είναι ένα λεπτό. Ο χρόνος κρατιέται γιατί ο βουτηχτής δεν πρέπει να παραμένει πολύ στο βυθό. Έτσι όλοι κάθε στιγμή γνωρίζουν σε τι βάθος και πόση ώρα βρίσκεται ο βουτηχτής κάτω. Πρέπει να μαζεύει όσο πιο καλά σφουγγάρια μπορεί και να τα βάλει στην απόχη του. ‘Οταν συμπληρωθεί ο χρόνος που μπορεί να μείνει κάτω ο βουτηχτής, του δίνουν σήμα με τον κολαούζο για να ετοιμαστεί να ανέβει. ‘Οταν φανεί στην επιφάνεια τον βοηθούν ν’ ανέβει και του ξεβιδώνουν πρώτα την περικεφαλαία, και παρακολουθούν τις κινήσεις του, μήπως τυχόν και “πιάστηκε”. Στη συνέχεια μπαίνει στο φόρεμα ο δεύτερος, ύστερα ο τρίτος, μέχρι να βουτήξουν όλοι οι βουτηχτάδες που βρίσκονται στο καΐκι. Στα ρηχά νερά το βούτηγμα κρατάει περισσότερη ώρα απ’ ότι στα βαθιά, όμως στα βαθιά νερά βρίσκεται το καλό και τ’ ακριβό σφουγγάρι.
Να σημειώσω επίσης ότι εκτός από την Αίγινα, υπήρχε σημαντική σπογγαλιεία και στην Ύδρα. Τη δεκαετία 1950 θυμάμαι να παρακολουθώ την ιεροτελεστία του ξεκινήματος των καϊκιών για Μπαρμπαριά / Τούνεζι. Υπάρχει όμως μαρτυρία Άγγλου περιηγητή από ύστερο 19ο αιώνα, που καταγράφει δράση Υδραίων σφουγγαράδων στην περιοχή Χερόνησος της Σίφνου (προφανώς, το 1950 δεν υπήρχε πλέον ούτε μιισό σφουγγάρι στο Αιγαίο…)