Τυποποιημένοι μανέδες

Στο μεταξύ βγήκαν κι άλλα στη μέση, κι έτσι οι ανωτέρω μανέδες αναβάλλονται γι’ αργότερα.

  1. Μανές του φθισικού και άλλοι συναφείς.

Θεωρώντας ότι οι μανέδες που μου 'χουν μείνει για να κλείσει το θέμα είναι λίγοι και με πολύ ψωμί ο καθένας, σκέφτηκα να σιγουρευτώ ότι δε μου 'χουν διαφύγει κι άλλοι, ελάσσονες ίσως, που αν τους εντόπιζα αργότερα θα ήταν άτοπο να τους σερβίρω μετά το φινάλε της παρουσίασης. Έτσι, άρχισα να τσεκάρω όλους εκείνους τους μανέδες για τους οποίους δίνεται τίτλος πιο συγκεκριμένος από απλώς ένα όνομα μακαμιού (π.χ. Ραστ μανές), έστω και με έναν επιπλέον προσδιορισμό (π.χ. Σεβνταλή Ραστ μανές), όσους δηλαδή έχουν κανονικό τίτλο (Μανές του πόνου, Μανές της φυλακής, Λεϊλά Χανούμ μανές…), για να δω αν κάποιοι από αυτούς είναι επίσης τυποποιημένοι και αν ταυτίζονται με κάποιον από όσους ήδη γνωρίσαμε ή αποτελούν καινούργιες προσθήκες στη λίστα.

Μια φλέβα που χτύπησα είναι οι μανέδες σχετικά με τη φθίση. Υπάρχει ένα μεγάλο κουβάρι από μερικές δεκάδες ηχογραφήσεις, που ενίοτε ο καθένας τις αναφέρει με άλλον τίτλο, και που κάποιες ταυτίζονται μεταξύ τους ενώ άλλες όχι. Στο ξεμπέρδεμα αυτού του κουβαριού, πρώτη δουλειά είναι να απομονώσουμε όσα τραγούδια φέρονται εσφαλμένα ως μανέδες χωρίς να είναι.

Η πρώτη και πιο ξεκάθαρη περίπτωση είναι το τραγούδι «Το βάσανο του φθισικού» ή «Απελπισμένος». Για κάποιον λόγο ο Μανιάτης το έχει συμπεριλάβει στους μανέδες και το έχει στο βιβλίο του που υποτίθεται ότι καταπιάνεται αποκλειστικά με τους μανέδες, και το λάθος αυτό έχει περάσει και στο Σίλαμπς, όπου διάφορες ηχογραφήσεις του «Βάσανου του φθισικού» χαρακτηρίζονται μανέδες (μόνο όμως στη βάση του ίδιου του σάιτ, όχι στο φυλλάδιο). Φυσικά, το ίδιο βλέπουμε και στο ΥΤ.

Η εκτέλεση με τη Μαρίκα την Πολίτισσα, 1929:

Μια από τις εκτελέσεις με τον Νταλγκά, επίσης 1929:

Από τον Μανιάτη και από τα σχόλια στη βάση του Σίλαμπς προκύπτει κάποια αβεβαιότητα ως προς τον δημιουργό: μπορεί να είναι ο Τούντας, ή ο Σκαρβέλης, ή οι δυο τους μαζί, ή ο Λεονταρίδης. Εκτός από τη Μαρίκα την Πολίτισσα υπάρχουν και τέσσερις καταχωρήσεις με τον Νταλγκά (1929 εκτός από μία το 1928), για τις οποίες διαβάζω στη βάση του ΣΛ κάτι περίεργα σχόλια του τύπου «η εκτέλεση Α με τον Νταλγκά είναι διαφορετική από τη Β», χωρίς όμως πουθενά να αναφέρονται ταυτόχρονα και οι τέσσερις, οπότε μένει κανείς με την απορία: η Γ και η Δ ταυτίζονται με κάποια από τις δύο άλλες; Αυτό το όχι βοηθητικό σχόλιο υπάρχει στις τρεις από τις τέσσερις, ενώ στην τέταρτη αναφέρεται:

Δίσκος Columbia Αγγλίας 8171 […] Δεύτερη εκτέλεση το 1929, πάλι με τον Νταλγκά, […] “Το βάσανο το φθισικού” Columbia Αγγλίας 18073, είναι διαφορετικό τραγούδι

…ενώ είναι προφανέστατα το ίδιο.

Το αν οι τέσσερις καταχωρίσεις για Νταλγκά αντιστοιχούν σε τέσσερις ή λιγότερες δισκογραφικές κυκλοφορίες, και αυτές σε τέσσερις ή λιγότερες εκτελέσεις, δεν έκατσα να το ξεδιαλύνω, γιατί δεν πρόκειται για μανέ, πρόκειται για ένα τραγούδι που ατυχώς (και συμπτωματικά) έχει χαρακτηριστεί μανές, άρα δεν ανήκει στο κυρίως αντικείμενο της παρούσας έρευνας.

Το κομμάτι φέρεται με τον τίτλο άλλοτε «Το βάσανο του φθισικού» και άλλοτε «Απελπισμένος», αλλά και τους δύο τίτλους τούς ξαναβρίσκουμε και σ’ άλλα κομμάτια. Ο πρώτος στίχος είναι «Απελπισμένος βρίσκομαι με πίκρες και μεράκι» όπου, για μείζονα διευκόλυνση της λειτουργίας «Ctrl+F», άλλος ακούει και γράφει «βρίσκομαι» και άλλος «βρίσκουμαι».


Ο επόμενος μη-μανές που πρέπει να φύγει από τη μέση είναι το Ερ γερ καράνλικ ή Χερ γερ καράνλικ ή Μακμπέρ.

Πρόκειται για έναν ελληνοτουρκικό σκοπό ελεύθερου ρυθμού μεν, όπως οι μανέδες, αλλά μελωδικά εντελώς συγκεκριμένο (όχι απλά «μανές με σενάριο», σύμφωνα με μια έκφραση του Ανδρίκου που μ’ άρεσε και την τσίμπησα, παρά μια σύνθεση κανονικά προσχεδιασμένη μέχρι λεπτομερείας, που απλώς δεν έχει μέτρο), χώρια που και η δομή του είναι πολύ διαφορετική από των μανέδων. Ωστόσο, σε όλες τις πηγές περιλαμβάνεται στους μανέδες. Άλλωστε και από παλιότερα (τέλος ‘90 ή αρχές 2000) θυμάμαι ότι το είχα πρωτοακούσει σ’ ένα σιντί-συλλογή με μανέδες.

Οι ελληνικές εκτελέσεις έχουν διάφορα λόγια και διάφορους τίτλους. Μία είναι αυτή με τη Ρόζα, 1934, που φέρεται ως «Του φθισικού manes» (Ρεμπ. Διάλ.), «Ο Φθισικός / μανές» (Μανιάτης), «Ο φθισικός» (Σιλαμπς) ή «Μην κλαις μανούλα μου» (ΥΤ):

Άλλες φορές έχει ηχογραφηθεί ως «Ο πόνος της ξενιτιάς», ή και με τον κανονικό τούρκικο τίτλο «Ερ Γερ Καράνλικ».

Ο σκοπός είναι βασικά τούρκικος. Η παράξενη μετρική των στίχων στις ελληνικές εκτελέσεις το δείχνει ξεκάθαρα. Πιθανώς ανήκει στον τύπο του γκαζέλ - έτσι τουλάχιστον μου λέει ο Νίκος Π.:

Διατηρώ ωστόσο κάποια επιφύλαξη, γιατί δεν ξέρω μεν πώς είναι το γκαζέλ, ξέρω όμως ότι γενικά θεωρείται το τουρκικό αντίστοιχο του ελληνικού μανέ, ενώ εδώ δεν έχουμε καμία ομοιότητα με μανέ πέρα από την απουσία μουσικού μέτρου. (Όσο για το σιντί, έχω κι εγώ ελληνικά σιντιά με μανέδες που δεν είναι όλοι μανέδες.) Οπότε ξαναθέτω το ερώτημα δημόσια: Ποιος ξέρει να μας διαβεβαιώσει ανεπιφύλακτα αν αυτό είναι γκαζέλ, και είτε να μας δώσει μόνος του είτε να μας παραπέμψει σε μια σαφή, πλήρη περιγραφή του είδους γκαζέλ;

Ο τούρκικος τίτλος, «Her yer karanlιk» (Παντού σκοτάδι), δείχνει να προέρχεται από τον πρώτο στίχο όσων εκτελέσεων άκουσα. Δεν το ‘ψαξα εξαντλητικά, άλλωστε δεν ξέρω και τούρκικα, οπότε δεν είμαι σε θέση να πω αν πρόκειται για τραγούδι με στάνταρ στίχους ή για σκοπό (μπορεί να αρχίζει πάντα με στίχους που έχουν την ίδια φράση, μπορεί τα επόμενα δίστιχα να είναι κάθε φορά άλλα, αλλά μπορεί και να είναι κάθε φορά απ’ αρχής μέχρι τέλους ίδια). Εναλλακτικά αναφέρεται και με τον τίτλο «Makber», που δε βρήκα τι σημαίνει. Πάντως φαίνεται να έχει μια σταθερή δημοτικότητα, καθώς υπάρχουν ηχογραφήσεις από την εποχή των 78 στρ. μέχρι και σύγχρονες, συμπεριλαμβανομένης και μιας με τον …Καζαντζίδη! (Στα τούρκικα πάντα.) Αντίθετα, ως ελληνικό τραγούδι φαίνεται μεν να υπήρξε της μόδας κάπου στη δεκαετία ‘30, αφού υπήρξαν πάνω από μία προσπάθειες εξελληνισμού του, αλλά έκτοτε πέρασε χωρίς ν’ αφήσει ίχνη (αντίθετα από τον Ντόκτορ, το Σάλα Σάλα, την Ντούρνα / Κάστρο της Αστροπαλιάς και άλλους ελληνοτουρκικούς σκοπούς που ακούγονται κανονικά ακόμη στην ελληνική τους εκδοχή). Τέλος, το Σίλαμπς εντόπισε και μια ηχογράφηση με στίχους στα λαντίνο (τα «ισπανοεβραίικα» των Σεφαραδιτών), με τίτλο «Lagrimas Vertere(i)», Βικτωρία Χαζάν 1942.

Οι ελληνικές εκδοχές δεν έχουν κάποια ειδική σύνδεση με το θέμα της φθίσης. Ο λόγος που αναφέρω τον σκοπό εδώ και όχι αλλού είναι η ύπαρξη της εκτέλεσης που παρέθεσα, όπου τα λόγια είναι όντως για τη φθίση και η οποία έχει εσφαλμένα καταχωρηθεί στους μανέδες. Εξίσου όμως έχουν καταχωρηθεί και άλλες με άλλα λόγια.


Τώρα που ξεκαθαρίσαμε αυτούς τους δύο ΄μη-μανέδες, «Το βάσανο του φθισικού» και το «Ερ γερ καράνλικ», μπορούμε να προχωρήσουμε στους κυρίως μανέδες της φθίσης. Αργότερα, ανάμεσα στους υπόλοιπους ελάσσονες τυποποιημένοιυς μανέδες που θα παρουσιαστούν, θα αναφέρουμε και μερικούς ακόμη μη-μανέδες, δηλ. τραγούδια άλλου είδους που εσφαλμένα έχουν χαρακτηριστεί μανέδες και μπερδεύουν τα πράγματα. Θέλω να τονίσω ότι αυτά τα μπερδέματα οφείλονται στους συλλογείς - καταγραφείς - εκδότες της δικής μας εποχής. Τον καιρό που βγαίναν αυτά τα τραγούδια, η μόνη περίπτωση να τιτλοφορηθεί μανές κάτι που δεν ήταν μανές ήταν σε κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς (κυρίως τον Μπουρνοβαλιό) για τους οποίους είχε καθιερωθεί -ποιος ξέρει πώς και γιατί- τέτοιο όνομα. Το αντίστροφο όμως δεν συνέβαινε: υπήρχε περίπτωση ένας μανές να μην ονομάζεται μανές στην ετικέτα του δίσκου, ακόμη και να ονομάζεται γκαζέλι.

1 «Μου αρέσει»