Καλησπέρα σας και Χρόνια Πολλά σε όλες και σε όλους σας παιδιά!
Έχω το ακόλουθο ερώτημα, από την “οργανοποιητική” πλευρά του μπουζουκιού: Ο ζυγός (ο “άνω καβαλάρης”) είναι καλύτερο να είναι κολλημένος εκεί ψηλά στα όρια μάνικου-καράολου ή είναι προτιμότερο να είναι ελεύθερος; Παρακαλώ αιτιολογήστε την όποια απάντησή σας, για να καταλάβω.
Στο δικό μου τριχορδάκι, ο ζυγός δεν είναι κολλημένος, δηλαδή όταν αλλάζω χορδές βγαίνει εντελώς. Ρωτώντας (πας στην Πόλη), διεπίστωσα ότι οι απόψεις ορισμένων οργανοποιών διίστανται.
Στα δικά σας οργανάκια πώς είναι ο ζυγός; Ένας οργανοποιός μού είπε ότι πάντοτε τον κολλάει, ούτως ώστε να έχει άριστη επαφή με το ξύλο και να μην μετακινείται. Και αν χρειαστεί να αφαιρεθεί/αλλαχθεί, η κόλλα που βάζει επιτρέπει εύκολη αφαίρεση.
Ευχαριστώ, υγεία, αγάπη, χαρές και καλές πεννιές σάς εύχομαι!
Οργανοποιός δεν είμαι, αλλά όσα μπουζούκια έχω δει / παίξει, όλα δεν έχουν κολλημένο καβαλάρη. Αν, βέβαια, παρελάμβανα το όργανό μου απ’ τον οργανοποιό με κολλημένο καβαλάρη, δεν θα τον ξεκόλλαγα. Όμως δεν συνέβη έτσι.
Ούτε εγω ειμαι μάστορας. Με αυτά τα λίγα που γνωρίζω: Ο ζυγός.θεωρείται μέρος που θα αλλάξει στην ζωη του οργάνου. Είτε λοιπόν θα σφηνώσει ικανοποιητικά στη θέση του, είτε θα μπει μια σταγόνα κόλλα στιγμής να τον κρατήσει μέχρι να έρθει η ώρα να αφαιρεθεί με ένα μικρό χτύπημα. Το πρόβλημα είναι όταν κολληθεί με μη αναστρέψιμο τρόπο γιατί η αφαίρεση του είναι δύσκολη.
Από κουβέντες που έχω κάνει με διάφορους οργανοποιούς, έχω καταλήξει στο ότι ο ζυγός στο μέρος των κλειδιών είναι πάντα ελεύθερος και ποτέ κολλημένος. Η σταγόνα κόλλας στιγμής που βάζουν συνήθως οι οργανοποιοί, δεν έχει ως σκοπό την καλύτερη δυνατή επαφή του ζυγού, αλλά να μείνει στην θέση του κατά την διάρκεια της τελικής του επεξεργασίας και του περάσματος των χορδών. Είναι από τα αναλώσιμα μέρη του οργάνου καθώς με την χρήση σιγά σιγά αλλάζει το βάθος και το πλάτος στις χαρακιές που έχει.
Ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις σας, πάντα καλωσυνάτοι και έτοιμοι να συμβάλλετε σε μια ρεμπέτικη κουβέντα.
Ο οργανοποιός που μού είπε ότι κολλάει πάντα το ζυγό, δεν βάζει κόλλα στιγμής αλλά κάποια κατάλληλη για οργανοποιία που να μεταδίδει τη δόνηση στο μάνικο, για να μην αλλάζει η ταλάντωση του οργάνου κατά το παίξιμο και τυχόν αλλοιωθεί η τονική του παραγωγή και συμπεριφορά. Αλλά μού είπε η κόλλα είναι τέτοια που με ένα χτυπηματάκι του ζυγού από τα πλάγια στην κόλλα, ξεκολλάει.
Συμφωνώ βεβαίως ότι ο ζυγός εν καιρώ είναι αναλώσιμος, όπως ο καβαλάρης, ακόμα και τα τάστα. Κατά συνέπεια, πρέπει και ο ζυγός να μπορεί να αντικαθίσταται.
Λογικά, ο ζυγός αποτελεί και μέρος του μπουζουκιού που μπορεί να επηρεάσει τον ήχο του, κυρίως ρυθμίζοντας το (συνήθως ελαφρά διαγώνιο σε κλίση κατα το διαμήκη άξονα, στα μπουζούκια) action, την απόσταση των χορδών από την ταστιέρα. Τότε, σε συνδυασμό με πειραματισμούς που περιλαμβάνουν εναλλακτικούς ζυγούς και καβαλάρηδες (που μάς έχει φτιάξει ο οργανοποιός του οργάνου μας), μπορούμε ίσως να βρούμε έναν ήχο πιο αγαπητό μας στο αυτί μας και μια γεωμετρία χορδών εγγύτερη στις προτιμήσεις μας και στον τρόπο παιξίματός μας.
Με καβαλάρηδες έχω ήδη πειραματιστεί λιγάκι, προσεχώς και με ζυγούς. Με τους καβαλάρηδες (διαφορετικού μήκους, πάχους, χαρακιών, αποστάσεων χορδών, ξύλων κ.α.) αλλάζει αναμφισβήτητα ο ήχος ανάλογα με το καπάκι. Εντυπωσιακό το ότι αλλάζει ελαφρά και το μήκος χορδής, δηλαδή εκεί που Ρε και Λα ακούγονται με τις μικρότερες δυνατές αποκλίσεις παίζοντας ανοιχτά, στο 12ο και στο 24ο τάστο. Δηλαδή παρ’ ότι το 12ο τάστο παραμένει ακίνητο, κάθε καβαλάρης δεν τοποθετείται πάντα στην ίδια ακριβώς θέση (66 εκ. το δικό μου, τυπικά), όπως υπαγορεύει ο παραγόμενος ήχος με ψηφιακό χορδιστήρι.