Ρεμπέτικη φρασεολογία και άγνωστες λέξεις

γκιζερίζω = περπατώ και παρακολουθώ, τριγυρνώ.

Από τον αμανέ “Πρέπει να σκέφτεται κανείς”

“…τα καταράκτια του ντουνιά
τα’ χω γκεζερισμένα…”

[τούρκ. gezinti = βόλτα].

Και
Σύρε, γκιζέρνα το ντουνιά, μωρ’ Αριστείδη μου
και τον απάνω κόσμο, τζοβαΐρι μου,
κι’ αν έβρεις άλλη σαν και μέ, τότε παράτησέ με
(Ρούμελης)

Ή το " πέντε μήνες έξι αδράχτια…κι άλλους πέντε κιζε(ι)ρούσα στα ψηλά βουνά"
(Θεσσαλίας)

η πιό σωστά, τα ψηλά στη τσέπι σου! βλ. αψιλίες…

Πολύ καλό λεξικό ναυτικών όρων, μερικούς από τους οποίους συναντάμε και στα λαϊκά μας τραγούδια,
[b][u]από το Ευγενίδειο Ίδρυμα.[/b][/u]

[b]Ο Μάρκος ετυμολογεί ![/b]

“…Η μάνα μου που 'μαστε μικρά παιδιά και μας είχε στο σπίτι, μας κοίταζε, μας μαγείρευε διάφορα φαγητά.
Μπορεί να ήτανε τα λεφτά που είχανε αξία τότε, αλλά είμαστε και φτωχή οικογένεια. Δηλαδή πότε δούλευε κι ο πατέρας, πότε δε δούλευε. Πότε πήγαινε στα χωράφια κι έσκαφτε ως σκαφτιάς κι έπαιρνε κανένα μεροκάματο, πότε πήγαινε κι έβγαζε κουτούκια. Κουτούκια είναι ξύλα από σκίνα, οι ρίζες ε; Οι ρίζες των σκίνων τις κόβανε και τις φέρνανε για να τις κάψουνε. Πότε φέρνανε φρύγανα, τίποτα πράματα, φασκούς για να τα καίνε. Και πότε δούλευε σε χωράφια εργατικές εργασίες ο γέρος και την περνάγαμε φτωχά. Σας είπα που 'χα ένα μπάρμπα πού 'χε το μπακάλικο, αυτός ο Φρατζέσκος, και κάτι βοήθαγε να πούμε την οικογένεια. Επηγαίναμε εψωνίζαμε από κείνον βερεσέ και πότε του τα δίναμε και πότε δεν του τα δίναμε. Τι να κάνουμε; Δεν είχαμε. Φουκαράς ο πατέρας μου, φτωχός…”

    • Αλήθεια, μια και το 'φερε η συζήτηση, ξέρει κανείς αν ξανακυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του ;

Αρχές Μαϊου, που είχα ρωτήσει σε ένα κατάστημα των εκδόσεων Παπαζήση (Πεσματζόγλου 5), μου απάντησαν πως οχι…:106:
Και οτι προς το παρων (τότε) δεν προβλέπεται κάτι τετοιο!!!:106:

Ελένη : Ευχαριστώ, για την απάντηση, lixourioti.
Ελπίζω να το βρούμε κάποια στιγμή ξανατυπωμένο όλοι μας…

Πρόσφατα άκουσα (μετά από πολλά-πολλά χρόνια) τον δίσκο της Μ. Νίνου “Τα χρόνια της Αμερικής 1954-1955”

Περιέχει το τραγούδι των Κορώνη -Φατσέα “Είσαι η γυναίκα που μ’ αρέσει”

Στην δεύτερη στροφή ακούω να τραγουδά:

Έχεις ένα πλάνο χαμόγελο
βλέμμα που ανάβει σαν νιαγίνι


Μήπως γνωρίζει κανείς τί είναι το νιαγίνι;

Δεν έχω ακούσει το κομμάτι, αλλά μήπως λέει γιαγκίνι;

Συνεχίζω να το ακούω νιαγίνι,

αλλά το πιό πιθανό είναι να είναι παραφθορά αυτού που προτείνεις (γιανγκίνι), το οποίο αγνοούσα σαν λέξη!

Ευχαριστώ!

΄Εχουμε και το Γλωσσάρι μας, για το οποίο η Ελένη έχει ρίξει πολύ δουλειά και πρέπει να το τιμούμε!

Έψαχνα στο “ν”…:slight_smile:

— Νέο μήνυμα προστέθηκε στις 01:12 ::: Το προηγούμενο μήνυμα δημοσιεύθηκε στις 01:04 —

Για να μην παραβιάσω τους όρους του φόρουμ, μπορείτε εδώ
http://www.box.net/shared/izotd9folj
να ακούσετε μόνο την συγκεκριμένη φράση από την Νίνου, καθαρά για λόγους ηχητικής εκφοράς της λέξης.

Αν παρ’ όλα αυτά και έτσι δεν επιτρέπεται, παρακαλώ τους συντονιστές να σβήσουν το μήνυμα.

Έχεις δίκιο περισσότερο ακούγεται σαν νιαγκίνι, αλλά μπορεί να φταίει και η ηχογράφιση! Τι να πω!

Γιαγκίνι (yangin) = πυρκαγιά/ερωτικό πάθος.

Οπότε ο στίχος “βλέμμα που ανάβει σαν γιαγκίνι” είναι απόλυτα σωστός απο εννοιολογικής άποψης… Δεν το έχω ακούσει το κομμάτι, αλλά λογικά “γιαγκίνι” λέει…

Μια και δεν το έχουν ακούσει αρκετοί αυτό το γλετζέδικο τραγουδάκι ιδού
Είσαι η γυναίκα που μ’ αρέσει

ας μας πει καποιος τι σημαινει το ταλιρο η ταλιρα ακουγεται στην υπογα, μορτισσα χασικλου κ.λ.π, πρεπει να εχει σχεση με τον ναργιλε.

Κατα την γνωμη μου τα ταληρα δεν εχουν σχεση με τον αργιλε φιλε GIORGOSMI.
Οταν λεμε οτι καποιος εχει ταληρα,εννοουμε οτι ειναι ματσωμενος.
Στην υπογα ο στιχος μιλαει για την Κυριακουλα ,που ειναι ματσωμενη αλλα εχει και τσιγαριες στην ζουλα!!!
Και στην μορτισσα την χασικλου του Μαρκου ,για μενα οι στιχοι εννοουν,οτι δεν κρατησε τα ταληρα στο χερι(δεν τους καρφωσε για τα λεφτα) και ετσι δεν ηρθε το ασκερι(οι μπατσοι) !!!:089:

Χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρη - μια και στην εκτέλεση που το έχω δεν ακούγεται καθαρά -
νομίζω πως στη “Μόρτισσα χασικλού” του Μάρκου λέει:
“…πόσες φορές το τάληρο δεν κράτησες στο χέρι
νταμίρα δεν μας έφερες μέσ’ στου Συγγρού τ’ ασκέρι…”

Για το τάληρο διευκρίνισε ήδη ο φίλος Νeapoliotis
και η “νταμίρα” υπάρχει στο γλωσσάρι.

Και βέβαια ο έχων τάληρα θεωρείται ματσωμένος. Αλλά νομίζω ότι όταν το τάληρο συνδέεται με ναργιλέ σε τεκέ, υπονοεί το κόστος χρήσης της σχετικής υπηρεσίας. Δες και «δύο τάληρα τον δίνεις, τρία θα πληρώσουμε» και πολλά άλλα.

…και επιπροσθέτως, τα τάληρα (τάλαρα) για τους λαϊκούς ανθρώπους ήταν για πολύ καιρό μέτρο τιμολόγησης, όχι μόνο για το ναργιλέ, αλλά για το καθετί. (τόσα τάλαρα το ένα τόσα το άλλο, και ας είχε πχ ένα 50άρι, το να το εκφράζεις με τάληρα ήταν πιο προσφιλές)

νομίζω ότι αυτός που έιχε τάληρα θεωρείτο ματσωμένος, αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να είχε τα απαραίτητα έξοδα για την περίσταση… (όπως και η κυρια Κούλα -ή Κυριακούλα- στην “Υπόγα”)