Πολύ ζουμερή! Δεν τη θυμόμουν. Επειδή όμως το κυριότερο μέρος της αφορά την ταύτιση του ίδιου του Καπετανάκη, προτείνω να παραμείνουμε εδώ για την πτυχή που συζητείται τώρα.
Θα δανειστώ από εκεί μερικά σημεία που μας ενδιαφέρουν εδώ. Προηγουμένως όμως:
Απολύτως.
Ακούγεται κι αυτό, σε μερικές από τις διάφορες εκτελέσεις που ανασύρθηκαν στην άλλη συζήτηση.
Το ότι λέει «την πότισες» ας το κρατήσουμε στην μπάντα για λίγο αργότερα. Προς το παρόν υπάρχει κάτι άλλο που μου έκανε εντύπωση.
Πρώτα απ’όλα, και τα δύο είναι ΤΡΕΛΑ ντοκουμέντα, και πρέπει να τ’ακούσει κάθε ρεμπετόφιλος που θέλει να κάνει ένα ωραίο κέρασμα στον εαυτό του. Είναι πολύ παρεμφερείς εκτελέσεις, αφού και στις δύο πρωταγωνιστεί ο Κηρομύτης, αλλά η πρώτη είναι ιδιωτική ηχογράφηση με αρκετά βρώμικο ήχο, ενώ η δεύτερη είναι βιντεοσκόπηση από πρόγραμμα, με καθαρό ήχο και επιπλέον και εικόνα.
Καταπώς φαίνεται, εδώ δεν υπάρχουν δίστιχα, αλλά μεμονωμένοι στίχοι. Αυτοί οι μεμονωμένοι στίχοι είναι αρκετοί, στη δεύτερη μάλιστα περίπτωση περισσότεροι. Από τσακίσματα τις πιο πολλές φορές βάζει τα μελιτζανιά, και μια φορά «αχ μανούλα μου / πονεί η καρδούλα μου». Εγώ όμως παρατηρώ τη Μαρίζα Κωχ, που τον συνοδεύει ως δεύτερη φωνή: δεν ξέρει ποιο τσάκισμα θα πει κάθε φορά, και στις πρώτες συλλαβές τον κοιτάει στα χείλια! Που σημαίνει ότι μπορεί κι ο ίδιος να μην ξέρει ποιο θα πει, και να διαλέγει εκείνη τη στιγμή.
Βέβαια, μπορεί και όχι. Μπορεί ο Κηρομύτης να τα 'χει φιξάρει στο μυαλό του, και η Μαρίζα απλώς να ήταν απροβάριστη. Η αλήθεια είναι ότι όσους στίχους λέει και στις δύο εκτελέσεις, τους λέει με τα ίδια τσακίσματα, και βεβαιότητα αυτοσχέδιας επιλογής έχουμε μόνο στο δίλημμα «ρουφιανιά Καπετανάκη / πονηρέ Καπετανάκη». Πάντως, έστω κι έτσι, δε βάζει τα ίδια τσακίσματα με τον Μιχαλόπουλο, ούτε με άλλους που βρέθηκαν να το 'χουν πει.
Βρίσκουμε όμως και μια αναφορά σε άλλες ζωντανές εκτελέσεις του Κηρομύτη, με καταγραμμένους στίχους που δεν ταυτίζονται (ούτε οι κυρίως στίχοι ούτε οι συνδυασμοί τους με τα τσακίσματα) με αυτές τις δύο. Και πάλι βέβαια, μπορεί να τα μπέρδεψε ο καταγραφέας. Πάντως ενισχύεται η υπόθεση ότι ο ίδιος ο Κηρομύτηες δεν το έλεγε με στανταρισμένο τρόπο.
Άλλο:
Στο λινκ αυτό βρίσκουμε:
Παρατηρούμε ότι το τραγούδι διαλέγουν να τραγουδήσουν τραγουδιστές του δημοτικού, όπως ο Τσαούσης, ο Ζάχος, ο Καρναβάς, η Λέλα Παπαδοπούλου και γιατί όχι και οι Περπινιάδης, Βιτάλη και Ταλιούρης, πράγμα που σημαίνει ότι ενδεχόμενα υπήρχε στη συλλογική μνήμη των καλιτεχνών του δημοτικού. […]
Αρα πιθανό είναι η μελωδία να είναι παλιά (και όχι του Ροβερτάκη) και να έδεσε με τους στίχους περι Καπετανάκη στη δεκαετία του 1910-'20 όταν το μάγκικο στοιχείο στη Αθήνα επηρρεάζονταν άμεσα απο το δημοτικό στεριανό τραγούδι της Ελλάδας οπότε και ο ανώνυμος δημιουργός δανείστηκε ή έφτιαξε μιά μελωδία σε ρυθμό συρτό.
Παρατίθεται ένας μακρύς κατάλογος νεότερων εκτελέσεων, και ενδεικτικά ακούμε δύο από αυτές. Η μία είναι του Καρναβά. Πιο ξεκάθαρα από τον Κηρομύτη, εδώ οι στίχοι είναι μεμονωμένοι και όχι σε δίστιχα. Όλους τους στίχους τους έχουμε ξανακούσει, αλλά εδώ ο καθένας είναι με άλλα τσακίσματα, μεταξύ των οποίων και η πάπια του γιαλού, και «τίνος να το πω / το ντέρτι που 'χω εγώ», καθώς κι ένα παράξενο «Ομορφοκαπετανάκη» ή «όμορφο καπετανάκι» που …δύσκολα βγάζει νόημα.
Ήδη λοιπόν επιβεβαιώνεται ότι, ακόμη κι αν ο Κηρομύτης είχε καταλήξει σε συγκεκριμένη φόρμα (που μάλλον δεν, αλλά έστω), συνολικά ανά τους ερμηνευτές τέτοια τυποποίηση δεν έχει υπάρξει.
Η άλλη εκτέλεση είναι του Νίκου Γιουλάκη (δεν τον ξέρω). Είναι λίγο σαχλή, Κα-ρουφιανάκης αντί Καπετανάκης, αλλά έχει ενδιαφέρον γιατί δεν πατάει ούτε στον Μιχαλόπουλο ούτε καν στον Κηρομύτη, έχει κι άλλους στίχους. Κι εδώ ο συνδυασμός στίχου με τσάκισμα είναι διαφορετικός από τις άλλες εκτελέσεις.
Αξιοπαρατήρητο το εξής σημείο:
Μας έσπασε τον ναργιλέ, αυτός και οι φυλάκοι / πονηρέ Καρουφιανάκη.
Γιατί όχι «μας έσπασες … εσύ και οι φυλάκοι» (όπως άλλωστε το λέει ο Κηρομύτης), αφού του απευθύνεται άμεσα;
Γιατί δεν του απευθύνεται άμεσα. Άλλο λέει ο στίχος, άλλο το τσάκισμα. Συγκεκριμένα, ο στίχος -εδώ πλέον ξεκάθαρα- πάει μαζί με τον προηγούμενο, που είναι ο γνωστός πρώτος, οπότε έχουμε ένα διαφορετικό μεν τώρα αλλά και πάλι ολοκληρωμένο δίστιχο, που λέει:
Δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καρουφιανάκη,
μας έσπασε τον ναργιλέ αυτός και οι φυλάκοι.
Όπερ έδει δείξαι.
Άλλο:
Το τετράστιχο (που είναι δίστιχο) είναι:
Δεν πάω πια στη φυλακή και στου Καπετανάκη,
γιατί μού βγάλαν τ’ όνομα πως πίνω το μαυράκι.
Το τραγούδι είναι μια συρραφή ανεξάρτητων διστίχων σε καταπληκτικό σκοπό και ερμηνεία: εύθυμο, ανάλαφρο, αλλά συνάμα τρομερά μάγκικο και μερακλήδικο. Απολαύστε υπεύθυνα:
Άρα λοιπόν συγκεντρώνουμε μέχρι στιγμής τρία διαφορετικά δίστιχα, που ο πρώτος στίχος είναι σχεδόν ο ίδιος (δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη - ή περίπου), αλλά για τον δεύτερο έχουμε τρεις εντελώς διαφορετικές επιλογές: μία με τη δόλια τη μανούλα, μία που τους έσπασε τον ναργιλέ (ή τον μπαγλαμά, σε μια κρίση ατομικής ευθύνης του Κηρομύτη) και μία τώρα με το μαυράκι.
Βλέπουμε ακόμη ότι τα δίστιχα αυτά προσαρμόζονταν και σε άλλους σκοπούς. Αναμενόμενο βέβαια, αλλά τώρα έχουμε και χειροπιαστή απόδειξη. Και μόλις βρεθεί σκοπός που να μην έχει χώρο για τα τσακίσματα (μελιτζανιά κλπ.), αυτά παίρνουν δρόμο. Να λοιπόν τι εννοούσα λέγοντας:
(Και μόλις ξαναβρεθεί σκοπός όπου να χωράνε τα τσακίσματα, επανέρχονται ό,τι κι αν λένε οι στίχοι. Δύο εντελώς ενδεικτικά παραδείγματα, από 12νησα και από Πελοπόννησο.)
Ένα επιπλέον στοιχείο που μας παρέχει το τραγούδι του Νούρου είναι ότι συνδέει τα καπετανάκεια δίστιχα με έναν άλλο κύκλο παραδοσιακών διστίχων, όπως:
Δεν πάγω πια στον Γαλατά, μες στους παλικαράδες
που παίζουνε τον μπαγλαμά και γύρω οι λουλάδες.
Δεν πάγω πια στον Γαλατά, στο Καφεσλί σοκάκι,
εκεί μου την εδώσανε την κουμπουριά στην πλάτη.
Δεν πάω στην Αντίπαρο / Κοκκαλαριά κλπ. γιατί πετροβολούνε,
μου ρίξανε δυο πετριές κι ακόμα με πονούνε / τις θυμούμαι.
Δεν πάω στο ΧΧΧ γιατί γλιστρούν οι πλάκες
και πέφτουν κάτω οι κοπελιές και φαίνονται οι βράκες.
Και κατεξοχήν:
Δεν πάω στο ΧΧΧ να κάτσω στην πεζούλα,
γιατί μου βγάλαν αβανιά πως τα 'χω με μια δούλα.
Κλείνω γιατί πήγε αργά. Προς το παρόν θεωρώ πλήρως αποδεδειγμένο ότι ο Καπετανάκης είναι όχι απλώς ανώνυμο / αδέσποτο αλλά κανονικό παραδοσιακό με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προφορικής παράδοσης, δηλαδή συγκεκριμένα:
-δίστιχα ανεξάρτητα μεταξύ τους, ωστόσο επηρεαζόμενα το ένα από το άλλο καθώς και από τον ευρύτερο κόσμο του δημοτικού διστίχου
-δίστιχα ανεξάρτητα από συγκεκριμένο σκοπό - ο καθένας τα τραγουδάει σε όποιον θέλει
-τσακίσματα ανεξάρτητα από τα δίστιχα αλλά σχετικά με τον επιλεγόμενο σκοπό.
Αφήνω σε εκκρεμότητα το σημείο που λέγαμε, ότι ο Κηρομύτης (όπως και ο Μιχαλόπουλος και μάλλον όλοι) λέει «την πότισες φαρμάκι», το οποίο μάς συνδέει και με το γεγονός ότι, ενώ επιμένω να επαναλαμβάνω «δίστιχα» και «δίστιχα», ωστόσο φαίνεται να έχουμε και πολλούς μεμονωμένους στίχους.
Να συνεχίσουμε παρά ταύτα να τα λέμε τσακίσματα για να υπάρχει κοινή γλώσσα; Τα επιχειρήματά μου υπέρ αυτού του όρου (δεν είναι συντριπτικά αλλά τα θεωρώ επαρκή) ας τ’ αφήσουμε για κάποιο άλλο νήμα.