Η συζήτηση αφορά την προσθήκη της λέξης “φριξιόν” στο Ρεμπέτικο Γλωσσάρι. Η λέξη προέρχεται από τη γαλλική “friction” και αναφέρεται αρχικά σε εντριβές με αρωματισμένο οινόπνευμα, ενώ μετέπειτα επεκτάθηκε η χρήση της για διάφορες λοσιόν. Συζητείται η συνεισφορά του Μίνου Μάτσα στο ρεμπέτικο συγκείμενο, ενώ τονίζεται η ανάγκη για την ένταξη της λέξης στο γλωσσάρι, καθώς και άλλων λέξεων όπως ζαμπαράς και μπερλίνα. Ο Νίκος Πολίτης σημειώνει ότι η λέξη “φριξιόν” δεν αποτελεί συλλογή του ρεμπέτικου αλλά του Μάτσα, ενώ η Nefeli τονίζει ότι η συζήτηση επικεντρώνεται στην ένταξη της λέξης στο γλωσσάρι.
Από τη γαλλική λέξη friction: εντριβή με αρωματισμένο οινόπνευμα
Με τον όρο «φριξιόν», την εποχή χονδρικά μεταξύ 1900-1950, εννοούσαν όχι μόνο την εντριβή αλλά και τις πολυποίκιλες λοσιόν που παρασκευάζονταν για αυτή τη χρήση (κυρίως επί της κεφαλής ανδρών και γυναικών)
Τη συναντάμε στο τραγούδι του Μ. Μάτσα «Μπαρμπεράκι» με τη Ρόζα Εσκενάζι (1933):
Και παρατάξει
Το τραγούδι συμφωνούμε ότι το ονοματίζουμε ρεμπέτικο;
Αν ναι, τότε η συγκεκριμένη λέξη έχει αυτοδικαίως θέση λήμματος στο Ρεμπέτικο Γλωσσάρι
Με την ευκαιρία της πρότασης του νέου λήμματος, επισημαίνω ότι δεν έχουν ενταχθεί στο Γλωσσάρι τα εξής λήμματα:
ζαμπαράς, μπερλίνα, κιζλάρ αγάς, πιντιγκρί, φόρεμα, αλατζαδένιος, καχπέ
Η λέξη “πιντιγκρί” στο ρεμπέτικο γλωσσάρι είναι παραφθορά του “πεντιγκρί”, που σημαίνει πιστοποιητικό καταγωγής ή προέλευσης (από το αγγλικό/franc. pedigree: γενεαλογικό δέντρο/πιστοποιητικό καταγωγής). Τη συναντάμε π.χ. στο επιθεωρησιακό “Θα γίνω γυναίκα” του Πέτρου Κυριακού (1936). Δείτε τη συζήτηση στο φόρουμ εδώ.
Προσωπικά, δεν έχω θέμα σχετικά με τον Μάτσα. Απλά, υπενθύμισα το πασίγνωστο, ότι η συγκεκριμένη λέξη δεν εθησαυρίσθη από «το Ρεμπέτικο» αλλά από τον (μη ρεμπέτη) Μίνο Μάτσα.