Για το λήμμα "μαχμουρλής"

Εδώ έχουμε ως κύριο λήμμα «μαχμουρλής». Το ερώτημα είναι: σε ποιο ρεμπέτικο συναντάμε τη λέξη;

Το «μαχμούρης» πράγματι το συναντάμε, όπως επίσης ακόμη περισσότερο το «μαχμούρικο» ή τα «μαχμούρικα μάτια», οπότε καλό θα είναι να συμπεριληφούν και αυτά στο λήμμα.

Όσον αφορά τη σημασία του «μαχμούρης», θα έβαζα και μία δεύτερη, η οποία είναι έτσι κι αλλιώς κυρίαρχη στα παλαιά τουρκοελληνικά λεξικά: «μεθυσμένος/ζαλισμένος συνεπεία προηγηθείσης μέθης ή αγρυπνίας». Άλλωστε, το πρωταρχικό αραβικό mahmur σημαίνει «μεθυσμένος, πιωμένος».

Όσον αφορά τη λέξη «μαχμούρικο», σημαίνει «λάγνο», ενώ τα «μαχμούρικα μάτια» είναι τα λιγωμένα μάτια.

Στο τραγούδι του Δραγάτση «Μάτια μαχμούρικα» (1929) συναντάμε τόσο το «μαχμούρικο» κορίτσι, όσο και τα «μαχμούρικα» μάτια:

Μάτια γλυκά μαχμούρικα έχεις και καμαρώνεις
[και στο σεβντά σου μ’ έριξες κακούργα και με λιώνεις] δις
Κι αδιάκοπα με τυραννεί, μαχμούρικο, η άπονη καρδιά σου
και μ’ έχεις κάνει σαν τρελό, μαχμούρικο, με τα καμώματά σου

3 «Μου αρέσει»

Πάντως αυτό (αντιγράφω επιλεκτικά)…

…δεν αποτελεί ρεμπέτικο ή άλλως ειδικό λεξιλόγιο. Κατά την προσωπική μου εμπειρία είναι κοινή λέξη και σήμερα.

1 «Μου αρέσει»

Αφετέρου, ας αναφέρουμε και ότι σε τίτλους, αμανέδων κυρίως, καμιά φορά εμφανίζεται και η λέξη Μαχμούρ με την υπόνοια ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος αντί Μαχούρ (το μακάμι).

Χρησιμοποιείτε και σήμερα, αυτός που ξύπνησε πριν λίγο, νυστάζει ακόμα και φαίνεται στην όψη του, θέλει κάποιο χρόνο να έρθει σε εγρήγορση.

1 «Μου αρέσει»

Σε δεύτερο χρόνο σκέφτηκα ότι μάλλον η διατύπωση του λήμματος εννοεί: «η ρεμπέτικη λέξη μαχμούρης, άλλη μορφή της [μη ρεμπέτικης] λέξης μαχμουρλής, σημαίνει…», και όχι ότι και οι δύο εναλλακτικές μορφές απαντούν σε ρεμπέτικα.

Νομίζω πως “ρεμπέτικες” λέξεις ή δεν υπάρχουν ή θα είναι μετρημένες στα δάχτυλα…

Υπάρχουν λέξεις που συναντάμε σε ρεμπέτικα τραγούδια, και οι οποίες μπορεί να ανήκουν είτε στη γενικότερη λεξιλογική δεξαμενή είτε στις συνθηματικές γλώσσες είτε σε ιδιώματα είτε…είτε…

Στην περίπτωσή μας, αν τυχόν δεν συναντάμε λέξη “μαχμουρλής” σε ρεμπέτικο, καλό θα ήταν το λήμμα να επιγράφεται αποκλειστικά “μαχμούρης”/ “μαχμούρικο” (και ας γίνεται στη συνέχεια λόγος και για το “μαχμουρλής”)

1 «Μου αρέσει»

Αυτό εννοούσα.
Δεν ξέρω αν το μαχμούρης, μαχμούρικο απαντά και εκτός ρεμπέτικων τραγουδιών, αλλά δε μου κάνει διαφορά, στο μέτρο που βρήκα τη λέξη σε ρεμπέτικο τραγούδι και που δεν ξέρω τι σημαίνει.

Μια που πέρασε καιρός, υπενθυμίζω τη συζήτηση αυτή προς ενδεχόμενη τροποποίηση του λήμματος

Υπενθυμίζω την επεξήγηση του λήμματος «μαχμουρλής (και μαχμούρης) (ο)»:
Αυτός που είναι νωθρός ή γενικά βαρύθυμος, συνήθως ύστερα από πολλές ώρες ύπνου.

Καλή τη βλέπω την επεξήγηση, προσωπικά δεν νομίζω ότι χρειάζεται τροποποίηση. Το πολύ πολύ, να απαλειφθούν οι τρεις πρώτες λέξεις.

Όσον αφορά τη λέξη «μαχμούρικο», σημαίνει «λάγνο», ενώ τα «μαχμούρικα μάτια» είναι τα λιγωμένα μάτια.

Στο τραγούδι του Δραγάτση «Μάτια μαχμούρικα» (1929) συναντάμε τόσο το «μαχμούρικο» κορίτσι, όσο και τα «μαχμούρικα» μάτια:

Μάτια γλυκά μαχμούρικα έχεις και καμαρώνεις
[και στο σεβντά σου μ’ έριξες κακούργα και με λιώνεις] δις
Κι αδιάκοπα με τυραννεί, μαχμούρικο, η άπονη καρδιά σου
και μ’ έχεις κάνει σαν τρελό, μαχμούρικο, με τα καμώματά σου

Νομίζω ότι εδώ το ακριβέστερο ερμήνευμα θα ήταν «γλαρά». Γλάρωσα σημαίνει νύσταξα, αλλά τα γλαρά μάτια είναι λιγωμένα και ηδυπαθή. Ο ίδιος ακριβώς συσχετισμός υπάρχει και στο «μαχμούρικα».

(Εκτός ότι ο μαχμουρλής νυστάζει επειδή ακόμα δεν έχει καλοξυπνήσει, δεν έχει ξεξυπνήσει που λένε εδώ στην Κρήτη, ενώ ο γλαρωμένος νυστάζει επειδή θέλει να κοιμηθεί…)

Δες και τον Σκαρλάτο Βυζάντιο, Λεξικόν της καθ’ ημάς κλπ: “μάτια λιγωμένα (τὰ Τουρ. Μαχμούρικα)”

Ομοίως και ο Ρίζος Ραγκαβής, Λεξικόν κλπ

Αλλά δεν θα τα “χαλάσουμε” εκεί: ας μπει και γλαρά, ας μπει και τσαχπίνικα κ.οκ, αρκεί κάποτε να συμπληρωθεί/τροποποιηθεί το λήμμα :slightly_smiling_face: