Προσθήκη στο Γλωσσάρι: μπομπότα

μπομπότα : ψωμί ή πίτα που παρασκευάζεται από καλαμποκάλευρο.

Στο παρελθόν, είχε συνδυαστεί με δύσκολες εποχές, κυρίως την κατοχή, τότε που η μπομπότα αποτελούσε (ανάλογα με τη διαδικασία παρασκευής) το ψωμί ή την πίτα των φτωχών. Στη σύγχρονη εποχή, παρατηρείται εκ νέου μια τάση προς τα προϊόντα με καλαμποκάλευρο από όσους έχουν δυσανεξία στη γλουτένη και όχι μόνο.

Ακούγεται στο τραγούδι «Η καπότα» (1934)

Στ., μουσικ. Μενέλαου Μιχαηλίδη, ερμην.: Αν. Παγανά (Πολίτισσα)

“…κάθε μέρα όλο μπομπότα…”

Είναι σπάνια λέξη; Εγώ θυμάμαι να την προτομαθαίνω στο δημοτικό σε ιστορίες για την Κατοχή με την πείνα. Επίσης υπάρχει και στον Μπάρμπα Μπρίλιο, θέλω να πω θεωρείται αναμενόμενο να την καταλαβαίνουν παιδάκια.

Δεν τα μπορώ αυτά! Η μπομπότα είναι συνώνυμο της στέρησης και της φτωχής τροφής. Στην Κατοχή ο κόσμος έτρωγε επίσης χαρούπια, που τον κανονικό καιρό τα δίνουν στα ζώα, και για να παρηγοριούνται τα έλεγαν για πλάκα σοκολάτες. Και τώρα το χαρούπι έχει γίνει κουλτουροτρέντικο.

Στην Κατοχή έβγαλαν και συνταγές με φλούδες πατάτας. Απορώ πώς αυτές έχουν ξεφύγει από το ριβάιβαλ.

Μην τους δίνεις ιδέες!

Λέξη πασίγνωστη, δεν την ψηφίζω…

Το σχόλιο περί καλαμποκαλεύρου σήμερα, το βρίσκω άτοπο

Πολύ θα με ενδιέφεραν τα αποτελέσματα μιας έρευνας στη νεολαία, για το “τί είναι η μπομπότα”. Δεν θα με εξέπλησσαν τυχόν παράξενα ευρήματα…

Μεταξύ εκείνων των νεαρών που ακούνε ρεμπέτικα και ενδοαφέρονται αρκετά ώστε να ρωτάνε τις άγνωστες λέξεις; Δε νομίζω ότι θα είναι τόσο άγνωστη.

είναι πολλοί αυτοί; …

Πολλοί, λίγοι, σ’ αυτούς απευθύνεται το Γλωσσάρι. Και στους ομολόγους τους οποιασδήποτε άλλης ηλικίας.

Το αν ξέρει ή δεν ξέρει τη λέξη εκείνος (νέος ή γέρος) που έτσι κι αλλιώς δε θα την ψάξει, δε μας ενδιαφέρει.