πόστα : το ποσό που καταθέτει ο παίκτης κάθε φορά στο πλαίσιο χαρτοπαιγνίου/μίζα
Ακούγεται στο τραγούδι του Νταλγκά «Ο τζογαδόρος» (1933)
Θα τα βάλω όλα πόστα
κάθισε κοντά μου απόψα
πόστα : το ποσό που καταθέτει ο παίκτης κάθε φορά στο πλαίσιο χαρτοπαιγνίου/μίζα
Ακούγεται στο τραγούδι του Νταλγκά «Ο τζογαδόρος» (1933)
Θα τα βάλω όλα πόστα
κάθισε κοντά μου απόψα
και τι εννοείται με αυτή τη φράση?
Μήπως εννοεί “ απόψε" αλλά για να ταιριάζει η ομοιοκαταληξία και ποιητική αδεία το έκανε “απόψα”;
Ακριβώς! Και άντε τώρα να συμπληρώνω λέξεις…
Έχει πολλές έννοιες η λέξη αυτή.
Εδώ, συγκεκριμένα που μας ενδιαφέρει, εννοείται το ποσό σε χρήματα ή μάρκες που καταθέτει ο χαρτοπαίκτης σε ένα χαρτοπαίγνιο, το ποντάρισμα. Όχι η μίζα.
Και μάλλον είναι η πόστα, γένους θηλυκού, δηλαδή.
Ας θυμηθούμε τον Πολύβιο Δημητρακόπουλο (“Γελωτοποιό”) με τους στίχους του με τίτλο: “Χαρτοπαιξία”:
Ἔλα Σβέντζο καὶ κατέβα
πάρε τὸ κερὶ καὶ φέγγε!
-Ἐδῶ, κύριοι, βλέπετε μὲ μεγάλη σας χαρὰ
ὅλη τὴν πρωτεύουσα ποῦ παίζει πασέτα καὶ μπακαρᾶ
καὶ παρατηρεῖτε ἐκεῖ μέσα μὲ ἀπορία
ποῦ παίζει μὲ τοὺς ἄνδρες κι’ ἀπὸ μία κυρία
τὸ ὁποῖον βάζει τὴν πόστα της σιγὰ-σιγὰ
καὶ βγαίνει κερδισμένη ἀπὸ τὰ ζυγά·
μὰ κι’ ἀπὸ κεῖθε βλέπετε μετὰ πολλῆς χαρᾶς
ποῦ δοκιμάζει τὴν τύχη του καὶ κάθε φουκαρᾶς
τὰ ὁποῖα παίζουν ὅλοι πασέτα ἀφοῦ τὸ ἐπιτρέπουνε οἱ νόμοι
μὲ χαρτιὰ λαδωμένα και ἀλάδωτα,
καὶ μόνο ποῦ παίζουν ἀκόμα σκαμπύλια οἱ Ἀστυφυλάκοι καὶ οἱ Ἀστυνόμοι
κατὰ τὰ ἔθιμα τὰ πατροπαράδοτα!..
[ΕΤΥΜ.: ίσως από το ιταλ. posta ;]
Άνθιμε το διόρθωσα σε “απόψα”
Κάνε κι εσύ τη διόρθωση αν θες για να ταιριάζει ![]()
![]()
Ναι, η μίζα είναι συνώνυμο της πόστας, όπως ακριβώς το έγραψα. Μη μπερδευόμαστε με τις μίζες με την κακή έννοια ![]()
Το λέγαμε και πιτσιρικάδες που παίζαμε: “Κύριοι, βάλτε τις μίζες σας!”
Εδώ ο τιτανοτεράστιος Σταματάκος:
μίζα: χρηματική καταβολή παίκτου διακυβευομένη εις τυχηρόν παιχνίδιον, άλλως πόστα
Και Δημητράκος, Πρωίας κλπ κλπ
Κι ο άλλος τιτανοτεράστιος Ηπίτης: καταθέτω την μίζα μου, ποντάρω
Νομίζω, χρησιμοποιείται και με τη μορφή ρήματος: ποστάρω
ποστάρω/ποντάρω/μιζάρω