Ακούγεται στο τραγούδι του Σκαρβέλη, “Η βαρόνα”, 1938.
«…θαρρείς γιατ’ είσαι πλούσια / μικρούλα και βαρόνα
θα μ’ έχεις να σε προσκυνώ /πάντα σαν την εικόνα…»
Προφανώς, η “βαρόνη” στο στίχο έγινε “βαρόνα” , χάριν ομοιοκαταληξίας.
Βαρόνα / βαρόνη = [εδώ, συγκεκριμένα] :τίτλος ευγενών στην κεντρική και δυτική Ευρώπη, κατώτερος από τον κόμη.
[ΕΤΥΜ.: γαλλ. Baron]
[Να το εντάξουμε στο Γλωσσάρι ή θεωρείτε πως γίνεται αντιληπτή η έννοια της λ. και η συσχέτιση με το ευρύτερα γνωστό “βαρόνη”];