σαμπανιά: παρτίδα φορτίου που μεταφέρεται με το βίντσι κατά τη φορτοεκφόρτωση πλοίου.
Παράγεται από τον όρο σαμπάνι/σαμπάνιο (κόβα/κολόνα/αρτάνη, περιλάβειον): δίχτυ/σχοινί/συρματόσχοινο/μηχανισμός, με το οποίο περιδένεται και στη συνέχεια ανέλκεται οιοδήποτε βαρύ αντικείμενο για να τοποθετηθεί όπου εκάστοτε προβλέπεται
Ακούγεται στο τραγούδι του Χρυσίνη «Είμ’ εργάτης στο λιμάνι» (1947)
Πάντα στέκομαι στο βίντσι
και προσέχω τις γωνιές
και φωνάζω βίρα - μόλα
και μετρώ τις σαμπανιές