Νέο λήμμα: σπαστό

σπαστό (το): η κλιμακωτή διαδικασία πειθούς ή παράσυρσης κάποιου προς τις συμφέρουσες απόψεις του λέγοντος

Συνήθως στη φράση «ρίχνω στο σπαστό»/ «πέφτω στο σπαστό».

Ακούγεται στο τραγούδι του Καλδάρα «Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε» (1950)

Μπορεί να κάνω τρέλες, μα φίνα περπατώ
και δύσκολ΄ από σένα να πέσω στο σπαστό