αυθωρεί : ευθύς αμέσως, την ίδια στιγμή
ΕΤΥΜ.: <αυθωρός «αυτός που συμβαίνει την ίδια ώρα» < αυθ (<αυτός)+ωρός<ώρα
Ακούγεται στο τραγούδι του Καλδάρα «Εγώ είμαι εκείνο το παιδί» (1955)
Απόψε πάω να τα πιω
με πρόγραμμα και με σκοπό
να τιμωρήσω αυθωρεί
αυτόν που σε στενοχωρεί
Δεν μπορεί να μου φύγει απ’ το μυαλό ότι τα παπούτσια του στιχουργού του κομματιού, σίγουρα ψήλωσαν μισό πόντο, όταν συνειδητοποίησε ότι ξέρει τί σημαίνει αυθωρεί.
(πάντως, με απορία συνειδητοποιώ ότι η λέξη παραχρήμα λείπει από το στίχο…)
Ιγώ είμ’ ιγώ βζουνάκ’ γουργό που οι Ιταλοί σαν βγουν μπροστά μου
ιφθύς μπουρεί ιγώ αυθουρεί να φταρνιστώ να πέσουν χάμου.
Εεε, πρόσεχε και λιγάκι την ιστορική ορθογραφία βρε Περικλή! ΄υζουνάκ’ γουργό, ηφθύς μπουρεί!