βέρτζινος: άψιλος, απένταρος
Ακούγεται στο τραγούδι του Πλέσσα “Το βέρτζινο μαγκάκι” (1975)
Πιάσε ρε μόρτη το παλιό μπαγλαμαδάκι
για να βολτάρει και το βέρτζινο μαγκάκι
βέρτζινος: άψιλος, απένταρος
Ακούγεται στο τραγούδι του Πλέσσα “Το βέρτζινο μαγκάκι” (1975)
Πιάσε ρε μόρτη το παλιό μπαγλαμαδάκι
για να βολτάρει και το βέρτζινο μαγκάκι
Έγραφε και ρεμπέτικα ο Πλέσσας;
εχω την εντύπωση, πως εννοεί “άβγαλτο μαγκάκι “
απο το ιταλικό vergine (παρθένος)
Μωρέ, έγραφε τέτοια που έχει συγκαταριθμηθεί εδώ και πολλά πολλά χρόνια στο “Ρεμπέτικο” Γλωσσάρι μας… τι, δεν το ξέρεις; ![]()
Για αυτό είπα κι εγώ να συμβάλω
Είναι ο εστερημένος των πάντων -“παρθένος” από ορισμένη άποψη…
βέρτζινος, -η, -ο, επίθ. [<ιταλ. vergine (= παρθένος)], (στη γλώσσα της αργκό) που δεν έχει καθόλου χρήματα, ο αδέκαρος, ο απένταρος, ο άφραγκος: «δεν κάνει παρέα με βέρτζινους τύπους»·