Νέο λήμμα: αρκάς

αρκάς : προστάτης, υποστηρικτής, «πλάτες»

Ακούγεται στο τραγούδι του Δραγάτση «Μόρτισσα και αλάνης» (1931):

αυτό που σου περνά απ’ το νου
βγάλ’ το δεν θα το κάμεις

κι αυτόνανε που αγαπάς
διώξ’ τον να μην πεθάνεις

αν είσαι μόρτισσα εσύ, αλάνη λένε εμένα

κι αν έχεις δυνατό αρκά, δεν σκέφτομαι κανένα

αρκάς (ουσ. αρσ.) αρκάς [arˈkas] Σινασσ. αρκά [arˈka] Αξ., Μαλακ. αρχάς [arˈxas] Φάρασ. Από το νεότ. ουσ. ἀρκάς = α) διαφεντευτής β) βοηθός, υποστήριξη (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το τουρκ. ουσ. arka = α) νώτα β) ράχη, όπου και διαλεκτ. τύπ. arha. Η λ. και Βιθυν. Πόντ. (ΙΛΝΕ, λ. ἀρκᾶς).

  1. Πλάτη Αξ. Συνών. ράχη

  2. Υποστήριξη, μέσο Αξ., Μαλακ., Σινασσ., Φάρασ. : Αρκά έχεις. Μη φοβάσαι! (Έχεις υποστήριξη. Μη φοβάσαι!) Σινασσ. -Αρχέλ. Αν έχεις αρκά, με φοβάσαι (Αν έχεις μέσο, μη φοβάσαι) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. «Το κορίτσ’ έν’ φτωχό», λέγ’, «και θέλ’ ένα ζενgίν’ νά ‘σ̑’ αρκά» («Το κορίτσι είναι φτωχό», λέει, «και θέλει έναν πλούσιο για να έχει στήριξη») Σινασσ. -Λεύκωμα Συνών. γαϊγίλντισμα

(ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ)

1 «Μου αρέσει»

Σινασός Κκαππαδοκίας

Μαλακοπή Καππαδοκίας

Φάρασα Καππαδοκίας

Αξός ή Αξενού (υπήρχαν και τα δύο), Καππαδοκίας

____________________________________

Μια καππαδόκικη λέξη εισχώρησε σε ρεμπέτικο στίχο; Μ΄αυτό το άνετο ύφος ότι ο καθένας θα καταλάβει;

Δεν είναι λίγο ασυνήθιστο;

1 «Μου αρέσει»

Μάλλον δεν είναι μόνο καππαδοκική. Άλλωστε δεν επιχωριάζει στο πειραιώτικο ρεμπέτικο.

Από την άλλη, αυτή είναι η λεξιλογική μαγεία του ρεμπέτικου, όπως έχουμε διαπιστώσει και με άλλες αφορμές

1 «Μου αρέσει»

Ωραίες και χρησιμότατες οι εξηγήσεις των συντομογραφιών! Ευχαριστώ πολύ!

Είναι και καναδυό ακόμη που δεν τις βρήκα.

Εδώ από τον Γιαγκούλη (Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της Κυπριακής διαλέκτου : από το δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, 1997)
αρκάς , ο [ τουρκ . arka ] προστάτης , υπερασπιστής . " Ανάγκη πάσα να ’ βρουμεν αρκάν τζαι δικηό ρον " .

Από την ΑΘΗΝΑ 1933
arka vermek ) , δίδω ράχην , ὑποστηρίζω

Από το λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου (1986)
Το τουρκ . arka . 1. Περιποίηση , προστασία κοιν . Θα νι ποίου αρκά για το χειμωνικό Μ , ειρων . , θα τον περι- ποιηθώ , θα τον κάνω θρεφτάρι για το χειμώνα . 2. Βοήθεια Μ . 3. Δύναμη Μ . Ον ’ έχου αρκά , δεν έχει δύναμη

Ωραία, άρα δεν εμφανίζεται μόνο σε μία εσχατιά της ελληνικής γλώσσας.

Και πάλι πάντως, μακράν κείται. Τα καππαδόκικα είναι μια έντονα διαφοροποιημένη διάλεκτος, τα τσακώνικα μια ακόμη πιο διαφοροποιημένη ή κατ’ άλλους και ξεχωριστή γλώσσα, τα κυπριακά λίιιγο πιο κοντά στο κέντρο αλλά και πάλι απέχουν.

(Γιαγκουλλής, νομίζω)

(Και κάτι άσχετο: δεν περίμενα ότι το 1933 θα έλεγαν, και σε καθαρεύουσα μάλιστα, δίδω ράχιν, «βάζω πλάτη», για το «υποστηρίζω»!)

Ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι σε τι συνίσταται ο προβληματισμός…

Είναι ένα τραγούδι ενός συνθέτη μικρασιατικής καταγωγής και βρίσκουμε αυτή τη λέξη, που φαίνεται να ήταν σε χρήση στη ευρύτερη Μικρά Ασία

Δεν είναι πειραιώτικο ρεμπέτικο να προβληματιστώ πούθε βρε ψώνισε τέτοια λέξη ο Μάρκος π.χ.

Για μένα το θέμα είναι: όντως την ακούμε; Όντως λέει “αρκά”; Αν ναι, τι στο καλό σημαίνει;
Α, αυτό σημαίνει. Και βγάζει νόημα έτσι το ποιητικό κείμενο; Βγάζει…

Το ότι κάτι ενδεχομένως “κείται μακράν” δεν το καθιστά οιονεί ανύπαρκτο όταν καταφανώς το συναντάμε σε ένα ποιητικό κείμενο αστικολαϊκού τραγουδιού, νομίζω

Α, και κάτι τελευταίο από το Ιστορικόν Λεξικόν της Ακαδημίας:

ἀρκᾶς ὁ, πολλαχ. καὶ Καππ. (Σινασσ.) ἀρκᾶ Τσακων. ἀρκὰ ἡ, Πόντ. (Κρώμν. Χαλδ. κ.ἀ.) ἀρχὰ Πόντ. (Χαλδ. κ.ἀ.) ἀρκὰ τό, Βιθυν.

Ἐκ τοῦ Τουρκ. arka.A. Κυριολ. 1. Τὰ νῶτα, ἡ ράχις, ἐπὶ ἐμψύχων καὶ ἀψύχων πολλαχ. : Ὁ ἀρκᾶς τοῦ γελεκιοῦ Ρόδ. Τὸ ἀρκὰ τοῦ μαχαιριοῦ (τὸ ἀντίθετον τῆς κόψεως μέρος) Βιθυν. Μὴ χτυπᾷς ἀπ’ τὴν κοφτή, ἀπ’ τὸ ἀρκὰ χτύπα αὐτόθ. Ἔναν ἀρκᾶ ξύλα (ποσότης ξύλων ὅσην δύναταί τις νὰ φέρῃ ἐπὶ τῆς ράχεως καὶ κατ’ ἐπέκτ. ὅσην χωρεῖ ἡ ἀγκάλη) Μεγίστ. ‖ Παροιμ. Ἀρκᾶς κὶ μανίκ͂’ λείπουν, φόριμα θέλ͂’ς νὰ κάν͂’ς (ἐπὶ τοῦ ἐπιχειροῦντος νὰ κάμῃ τι, ἐνῷ στερεῖται τῶν ἀπαραιτήτων μέσων) Μακεδ. (Σέρρ.) 2. Τὸ μέρος τοῦ πλοίου ὅπου στηρίζεται τὸ ἀκρόπρῳρον Χίος. 3. Τὸ τόξον γεφύρας Ἤπ. 4. Σωρὸς χώματος ἢ λίθων Στερελλ. (Αἰτωλ.)5. Τοῖχος οἰκίας λιθόκτιστος ἀπὸ θεμελίου μέχρι στέγης Μακεδ. (Σιάτ.) 6. Ὄγκος Πελοπν. (Ὀλυμπ.) : Αὐτὸ τὸ ζυμαρικὸ ποῦ τρώς θὰ γίνῃ ἀρκᾶς μέσα σου. 7. Παχὺ στρῶμα ὕλης Πελοπν. (Μεσσ.) : Φρ. Ἔχει πιασμένο ἀρκᾶ ’ς τὸ πρόσωπο (εἶναι ἄπλυτος καὶ λερωμένος εἰς τὸ πρόσωπον).8. Πρόχωμα Ἤπ. (Ζαγόρ.) : Μὴ χαλᾷς τοὺν ἀρκᾶ τ’ χουραφιοῦ σ’, γιατὶ θὰ μπαίν’ν τὰ νιρὰ τοὺ χειμῶνα.B. Μεταφ. 1. Βοήθεια Πόντ. (Κρώμν. Χαλδ. κ.ἀ.) Τσακων. : Φρ. Δίγω ἀρχὰν (δίδω βοήθειαν, βοηθῶ) Χαλδ.2. Βοηθός, προστάτης, ὑπερασπιστὴς πολλαχ. καὶ Καππ. (Σινασσ.) : Εὑρῆκεν ἀρκᾶν Κῶς Ὁ ἀρκᾶς του τὸν κάμνει παλληκάρι (φαίνεται παλληκάρι, διότι ἔχει ἰσχυρὰν προστασίαν) αὐτόθ. Ἀρκᾶ ἔχεις; μὴ φοβᾶσαι ! Σινασσ. Ἔχει ἀρκᾶ καὶ τὰ κάνει τοῦτα Βιθυν. Αὐτὸς δὲ φοβᾶται, ἔχει ἀρκᾶδες γιεροὶ (συνών. φρ. ἔχει πλάτες) αὐτόθ. ‖ Φρ. Θὰ σὲ πιάσω ἀρκᾶ γιὰ τ’ ἄχερα (δὲν ἔχω τὴν ἀνάγκην σου, σὲ περιφρονῶ) Ἰων. (Κρήν.) Νὰ σὲ πιάσω ἀρκᾶ γιὰ τοὶς μυῖγες (συνών. τῇ προηγουμένῃ) Πελοπν. (Μεσσ.) ‖ Παροιμ. Ἡ ἀρκούδα εἶχε ἀρκᾶδες κ’ ἐκείν’ ἀρκαδομάζωνε (ἐπὶ τοῦ ἀδίκου καὶ ἅρπαγος ὑποστηριζομένου παρ’ ἄλλων) Βιθυν. ‖ ᾎσμ.Νὰ βάλω τὸν Θεὸν ἀρκᾶν τσ͂αὶ ριτσατσῆν τὸν Χάρωννὰ σὲ σ͂ηρέψῃ γλήσρα τσ͂’ ἐγιώνυ νὰ σὲ πάρωΚύπρ. 3. Κύριος, ἐξουσιαστὴς Πελοπν. (Λακων.) : Τί, θὰ σὲ κάμω ἀρκᾶ τοῦ κεφαλιῦ μου; (πρὸς τὸν θέλοντα νὰ μᾶς ἐπιβληθῇ).
Ἡ λ. καὶ ὡς ἐπών. Πάρ.

(Σαραντακέικο το κάμαμε!) :slightly_smiling_face:

κάπου διχοτομήθηκε :wink: η λέξη, δικη(γ)όρον.

Ντάξει, μ’ αυτά τα τελευταία του Ιστορικού (Ρόδος, Καστελλόριζο, Σέρρες, Ήπειρος…) πάω πάσο. Μόνο με Τσάκωνες και Καππαδόκες δε θα πήγαινα εύκολα.

Πολύ φοβάμαι πως και πάλι ήταν φορσέ να πας πάσο, διότι το ζήτημα δεν είναι αν είναι ασυνήθιστη η λέξη αλλά εάν εκφωνείται στο τραγούδι, αν όντως υφίσταται τέτοια λέξη και εάν έχει νόημα στην κατάστρωση του ποιητικού κειμένου :slightly_smiling_face:

Καταιγισμός λημμάτων από Άνθιμο! Γιαβάς γιαβάς να προλαβαίνουμε! Μερσί πάντως! Πλούτος λέξεων στο ρεμπέτικο στερέωμα!

Υπάρχουν και τα ομόηχα!

Δεν αρκεί ν’ ακούς. Και το βιολί σαν του Ροβιόλη όλοι το ακούνε ξεκάθαρα, αλλά δεν υπάρχει.

1 «Μου αρέσει»

Ε, και τόσο ξεκάθαρα, όχι… άλλο αυτό και άλλο το βιολί - σαντουροβιόλι. Υπάρχει και ο επί τούτου τονισμός των λέξεων…

Αν δεν αουγόταν απολύτως το ίδιο, τουλάχιστον μέσα στον στίχο (στο μιλητό ο τονισμός μπορεί όντως να τα ξεχωρίσει), δε θα υπήρχαν άνθρωποι που νομίζουν ότι λέει για τον Ροβιόλη.

Το ίδιο και με άλλα τραγούδια. Στον περίφημο Αθηναίο Σεβνταλή, όσοι γράφουν «μεζεφκλής» (είμαι ντερτλής, είμαι ζεφκλής) σωστά ακούνε, αλλά λάθος καταλαβαίνουνε. (Κι αν ήμασταν δυο μέρες πιο μπροστά κι είχε ανοίξει το τριώδιο, θα σας έλεγα και για ένα ποίημα που καταλήγει «ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση», αλλά τώρα που είναι ακόμη κανονικές μέρες δε μου επιτρέπεται.)

Ε λοιπόν, όπως συλλαβές διάφορων λέξεων μπορεί να ταυτίζονται ακουστικά με άλλες λέξεις, έτσι και μια λέξη από μόνη της μπορεί να ταυτίζεται ακουστικά με μιαν άλλη άσχετη, π.χ. αρκάς (καππαδόκικο κλπ.) - *αρκάς (κοινότερο), και να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα και να έχουν διαφορετική ετυμολογία. Ακριβώς αυτή είναι η περίπτωση της μπομπίνας που συζητάγαμε κατ’ αυτάς.

Θα μου πεις: μα υπάρχει τέτοια λέξη, ο δεύτερος αρκάς;

Εγώ ούτε τον πρώτο ήξερα, κι όμως νά που υπάρχει. Θα μπορούσε να υπάρχει κι ο δεύτερος και πάλι να μην τον ξέρω. Το ότι τελικά δε χρειάζεται να υποθέσουμε ότι υπάρχει, το βρίσκουμε από τη διαπίστωση ότι ο πρώτος αρκάς δεν είναι τελικά μόνο καππαδοκικός, τσακώνικος κλπ. όπως έδειχνε στην αρχή.