Εδώ από τον Γιαγκούλη (Μικρός ερμηνευτικός και ετυμολογικός θησαυρός της Κυπριακής διαλέκτου : από το δέκατο τρίτο αιώνα μέχρι σήμερα, 1997) αρκάς , ο [ τουρκ . arka ] προστάτης , υπερασπιστής . " Ανάγκη πάσα να ’ βρουμεν αρκάν τζαι δικηό ρον " .
Από την ΑΘΗΝΑ 1933 arka vermek ) , δίδω ράχην , ὑποστηρίζω
Από το λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου (1986)
Το τουρκ . arka . 1. Περιποίηση , προστασία κοιν . Θα νι ποίου αρκά για το χειμωνικό Μ , ειρων . , θα τον περι- ποιηθώ , θα τον κάνω θρεφτάρι για το χειμώνα . 2. Βοήθεια Μ . 3. Δύναμη Μ . Ον ’ έχου αρκά , δεν έχει δύναμη
Ωραία, άρα δεν εμφανίζεται μόνο σε μία εσχατιά της ελληνικής γλώσσας.
Και πάλι πάντως, μακράν κείται. Τα καππαδόκικα είναι μια έντονα διαφοροποιημένη διάλεκτος, τα τσακώνικα μια ακόμη πιο διαφοροποιημένη ή κατ’ άλλους και ξεχωριστή γλώσσα, τα κυπριακά λίιιγο πιο κοντά στο κέντρο αλλά και πάλι απέχουν.
(Γιαγκουλλής, νομίζω)
(Και κάτι άσχετο: δεν περίμενα ότι το 1933 θα έλεγαν, και σε καθαρεύουσα μάλιστα, δίδω ράχιν, «βάζω πλάτη», για το «υποστηρίζω»!)
Ομολογώ δεν αντιλαμβάνομαι σε τι συνίσταται ο προβληματισμός…
Είναι ένα τραγούδι ενός συνθέτη μικρασιατικής καταγωγής και βρίσκουμε αυτή τη λέξη, που φαίνεται να ήταν σε χρήση στη ευρύτερη Μικρά Ασία
Δεν είναι πειραιώτικο ρεμπέτικο να προβληματιστώ πούθε βρε ψώνισε τέτοια λέξη ο Μάρκος π.χ.
Για μένα το θέμα είναι: όντως την ακούμε; Όντως λέει “αρκά”; Αν ναι, τι στο καλό σημαίνει;
Α, αυτό σημαίνει. Και βγάζει νόημα έτσι το ποιητικό κείμενο; Βγάζει…
Το ότι κάτι ενδεχομένως “κείται μακράν” δεν το καθιστά οιονεί ανύπαρκτο όταν καταφανώς το συναντάμε σε ένα ποιητικό κείμενο αστικολαϊκού τραγουδιού, νομίζω
Πολύ φοβάμαι πως και πάλι ήταν φορσέ να πας πάσο, διότι το ζήτημα δεν είναι αν είναι ασυνήθιστη η λέξη αλλά εάν εκφωνείται στο τραγούδι, αν όντως υφίσταται τέτοια λέξη και εάν έχει νόημα στην κατάστρωση του ποιητικού κειμένου
Αν δεν αουγόταν απολύτως το ίδιο, τουλάχιστον μέσα στον στίχο (στο μιλητό ο τονισμός μπορεί όντως να τα ξεχωρίσει), δε θα υπήρχαν άνθρωποι που νομίζουν ότι λέει για τον Ροβιόλη.
Το ίδιο και με άλλα τραγούδια. Στον περίφημο Αθηναίο Σεβνταλή, όσοι γράφουν «μεζεφκλής» (είμαι ντερτλής, είμαι ζεφκλής) σωστά ακούνε, αλλά λάθος καταλαβαίνουνε. (Κι αν ήμασταν δυο μέρες πιο μπροστά κι είχε ανοίξει το τριώδιο, θα σας έλεγα και για ένα ποίημα που καταλήγει «ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση», αλλά τώρα που είναι ακόμη κανονικές μέρες δε μου επιτρέπεται.)
Ε λοιπόν, όπως συλλαβές διάφορων λέξεων μπορεί να ταυτίζονται ακουστικά με άλλες λέξεις, έτσι και μια λέξη από μόνη της μπορεί να ταυτίζεται ακουστικά με μιαν άλλη άσχετη, π.χ. αρκάς (καππαδόκικο κλπ.) - *αρκάς (κοινότερο), και να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα και να έχουν διαφορετική ετυμολογία. Ακριβώς αυτή είναι η περίπτωση της μπομπίνας που συζητάγαμε κατ’ αυτάς.
Θα μου πεις: μα υπάρχει τέτοια λέξη, ο δεύτερος αρκάς;
Εγώ ούτε τον πρώτο ήξερα, κι όμως νά που υπάρχει. Θα μπορούσε να υπάρχει κι ο δεύτερος και πάλι να μην τον ξέρω. Το ότι τελικά δε χρειάζεται να υποθέσουμε ότι υπάρχει, το βρίσκουμε από τη διαπίστωση ότι ο πρώτος αρκάς δεν είναι τελικά μόνο καππαδοκικός, τσακώνικος κλπ. όπως έδειχνε στην αρχή.