Στο εν λόγω λήμμα έχουμε παράδειγμα στίχων από το “Αϊβαλιώτικο” του Καραπιπέρη.
Κατ’ αρχάς πρέπει να γραφτεί “στο κατσαρό σου τ’ άρμενο”, όχι “το κατσαρό”
Η απορία μου είναι η εξής: τι σημαίνει “άρμενο” στο ποιητικό κείμενο του Καραπιπέρη και πώς συσχετίζεται με το λήμμα;
Όπου έχω πετύχει τη λέξη, π.χ. στη «Γραμπούσα» του Μουντάκη (όλα τ’ άρμενα αρμενίζουν με πανιά και με κουπιά), φαίνεται να σημαίνει πλεούμενο, αν και δεν καταλαβαίνω αν είναι συγκεκριμένος τύπος πλοίου/βάρκας ή γενικός όρος για όλα τα πλεούμενα.
Ο ορισμός λέει:
Στο ΛΚΝΕ βλέπουμε την επέκταση της έννοιας να γίνεται σε τρία στάδια:
**1.**πανί ιστιοφόρου πλοίου. 2. (πληθ.) το σύνολο των εξαρτημάτων και των οργάνων ιστιοφόρου πλοίου· ξάρτια: Tα άρμενα του πλοίου / του καϊκιού / της βάρκας. ΠAΡ Xωρίς άρμενα και κουπιά Aι-Nικόλα βόηθα, γι΄ αυτούς που χωρίς να καταβάλουν προσπάθεια οι ίδιοι, περιμένουν σωτηρία, βοήθεια από άλλους. 3. ιστιοφόρο πλοίο.
Άρα μπορεί να είναι και απλώς το πανί.
Κατσαρό πανί; Μήπως εννοεί τη φράντζα ή κάτι τέτοιο στα μαλλιά της όμορφης;
Δεν ξέρω αν έχει σχέση, αλλά ο Καραπιπέρης και πάλι είναι που λέει, στο άλλο του ίδιου δίσκου, και «ρίξε τα μαλλιά σου πλώρα / ελληνικιά τροπιλλοφόρα»: παρομοίωση της όμορφης κοπέλας με καράβι, σε συνδυασμό με ειδική αναφορά, απ’ όλα τα κάλλη της κοπέλας, στα μαλλιά της. Βέβαια θα μου πεις, η τορπιλλοφόρα δεν πάει με πανιά…
Την έχω χρόνια την απορία, για αυτό και δεν ξεκίνησα ποτέ ο ίδιος τέτοιο λήμμα με παράδειγμα Καραπιπέρη (το δεύτερο παράδειγμα στίχων εκτός συζήτησης, είναι από σύγχρονη σύνθεση…)
Είχα κοιτάξει και τότε που έβγαλε το βιβλίο για τη Σάμο ο Διονυσόπουλος…τίποτε ερμηνευτικό…έχει περαστεί στο “ντούκου” γενικώς το ποια είναι η ερμηνεία σε αυτό το χωρίο ή είναι τόσο αυτονόητη που δεν τη συλλαμβάνω…
Ε, εντάξει… Κι εδώ ισχύει ότι είναι σπάνιο. Μπορεί να είναι 2005, Χαΐνηδες, αλλά είναι εμφανώς γραμμένο σε στυλ σκοπίμως παλαιινό, με αναφορά προς τη δημοτική τεχνοτροπία.
Τραβώντας το στα άκρα, ίσως κανένα μαντήλι ή άλλο υφασμάτινο ριχτό αξεσουάρ, αλλά οπωσδήποτε το πρώτο που πάει αυτονόητα ο νους είναι το μαλλί. Πρβλ. κι άλλα δύο δίστιχα, ένα κανονικό:
Στα κατσαρά σου τα μαλλιά
να ‘μουν πουλί, να ‘χα φωλιά
κι ένα παρωδιακό:
Στο κατσαρό σου το μαλλί
κάθεται ψύλλος και λαλεί.
Φαίνεται, χωρίς να τεκμηριώνεται και με ασφάλεια, ότι ο συνδυασμός μαλλιών και πουλιών σε δίστιχα με το συγκεκριμένο ποιητικό μέτρο (=που μπορούν άρα να τραγουδηθούν σ’ έναν σκοπό όλα μαζί) αποτελεί σταθερό μοτίβο… Αλλά το λέω και με κάποια επιφύλαξη, γιατί για άλλα παρόμοια μοτίβα έχουμε πολύ περισσότερα παραδείγματα και με πολύ πιο εμφανείς τις αναφορές από το ένα στο άλλο, ενώ εδώ μόνο τρία παραδείγματα με ερωτηματικά και πιο χαλαρή ομοιότητα μεταξύ τους.
Α, εντωμεταξύ το δεύτερο δίστιχο του Αϊβαλιώτικου δεν το θυμόμουν, τώρα το ξανάκουσα:
Στο κατσαρό σου το μαλλί
θα ξενυχτήσω μιαν αυγή.
Άρα στο ως άνω ενδεχόμενο μοτίβο μαλλί-πουλί-8σύλλαβο προστίθεται και το στοιχείο ότι το μαλλί μπορεί να είναι κατσαρό. Και εδώ τα δύο δίστιχα είναι όντως μαζί, σαν απάντηση το ένα στο άλλο. (Τα άλλα δύο δίστιχα της ηχογράφησης κάνουν πάλι παρόμοιο παιχνίδι πάνω σε άλλο μοτίβο, «έχεις ελιά…»)
…Ε ναι, μαλλί θα είναι. Τι άλλο; Αλλά παραμένει ασαφές γιατί διάλεξε τη λέξη άρμενο.
Και προσθέτω τώρα εγώ:
Στο κατσαρό σου το μαλλί, κάθεται ψύλλος και λαλεί
Στο κατσαρό σου τ’ άρμενο, να ΄μαν πουλί πετάμενο
… και (είμαι σίγουρος, υπάρχουν!) τέσσερα - πέντε ακόμα.
Πλουσιότατο το καλάθι της λαϊκής παράδοσης από τέτοια στιχάκια, απ’ τα οποία ο καθένας αντλεί ό,τι θελήσει για όπου αυτό μπορεί, περισσότερο ή λιγότερο πετυχημένα, να κολλήσει. Όμως μη μας διαφεύγει, ο λαϊκός άνθρωπος που θα τα χρησιμοποιήσει αυτά τα στιχάκια, ποτέ δεν πρόκειται να κάτσει να σκεφτεί για συνδυασμούς μαλλιών – πουλιών, άρμενων – πετάμενων ή ό,τι άλλο. Έτσι έτυχε να του έρθουν, έτσι τα «τσίμπησε», έτσι τα σερβίρισε και απολύτως τίποτα δεν θέλει να τεκμηριώσει, χρησιμοποιώντας τα. Ποτέ δεν θα τον απασχολήσει το κατά πόσον ένα μαλλί θα πρέπει να είναι και κατάλληλο για να ξενυχτήσει κάποιος πάνω του, την όποιαν αυγή.
Τί θέλω να πώ; Άδικα χρόνο ξοδεύουμε, προσπαθώντας να αιτιολογήσουμε το γιατί (π.χ.) προτιμήθηκε η λέξη άρμενο και όχι κάτι άλλο… Έτυχε, απλά.
Στόχος είναι να καταγράφονται στο Γλωσσάρι λέξεις/ όροι / φράσεις κ.λπ. προς διευκόλυνση των ακροατών / αναγνωστών του ρεμπέτικου / λαϊκού τραγουδιού.
Λημματογραφούνται, δε, στη συγκεκριμένη μορφή που απαντούν, η οποία τις περισσότερες φορές είναι και η πλέον διαδεδομένη.
Καλώς καταγράφεται στη συγκεκριμένη περίπτωση το «άρμενο», επειδή είναι λέξη όχι ευρύτερα γνωστή και – στο μέτρο του δυνατού – επεξηγείται.
Ας έχουμε όμως στο νου μας, πως ειδικά στα παραδοσιακά μας τραγούδια δεν έχει νόημα (τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) να αναλωνόμαστε στο «τι θέλει να πει ο ποιητής»: πρόκειται είτε για συρραφή δίστιχων είτε για τυχαία επιλογή από στιχάκια που αντλούνται από τη μεγάλη δεξαμενή της παράδοσής μας.
Σωτό, αρκεί να γίνει αντιληπτό σωστά και να μην παρανοηθεί:
α) Δεν έχει νόημα να ψάξουμε τι θέλει να πει π.χ. ο Καραπιπέρης: σωστά, δεν είναι του Καραπιπέρη τα δίστιχα, είναι αδέσποτα. (Φυσικά, και τα αδέσποτα κάποιος τα έφτιαξε, άρα γιατί όχι, κάποια, κι ο Καραπιπέρης; Όταν όμως ο Καραπιπέρης -ή οποιοσδήποτε στη θέση του- λειτουργεί ως άλλος ένας από την ατελείωτη στρατιά των ανώνυμων στιχουργών, τότε η τυχόν πληροφορία ότι κάποιο δίστιχο είναι δικό του δεν αλλάζει τίποτε. Άσε που λογικά δε θα το μάθουμε ποτέ. Στην πράξη, πάλι αδέσποτο είναι.)
β) Δεν έχει νόημα να αναζητούμε συνολικό νόημα στο τραγούδι: σωστά, κάθε δίστιχο είναι αυτοτελές. Έχει το δικό του νόημα, και εκεί τελειώνει το πράγμα. Εδώ, για παράδειγμα, δεν έχουμε ένα τραγούδι που να μιλάει για μια κοπέλα με κατσαρά μαλλιά και ελιές, έχουμε απλώς μια επιλογή διστίχων που επαινούν τις όμορφες κοπέλες. Έτυχε, ή επελέγη, δύο από αυτά να μιλάνε για μαλλιά (το ένα σίγουρα, το άλλο μάλλον) και τα άλλα δύο για ελιές.
Όλο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι γενικώς μάταιο να ψάχνουμε το νόημα. Φυσικά και υπάρχει νόημα, δεν είναι ασυναρτησίες, ούτε σκατ (scat singing), είναι σύντομα επιγραμματικά ποιητικά έργα. Κάποια είναι αξιολογότατα, άλλα πιο κοινότοπα, μερικά καμιά φορά μπορεί να βγουν φτωχά, πάντως νόημα υπάρχει ή τουλάχιστον επιδιώκεται να υπάρχει.