Νέο λήμμα: τσετσέκι

τσετσέκι: ανθοφόρο, ποώδες φυτό με πολλές ποικιλίες λουλουδιών σε χρώμα, μέγεθος και μορφή. Άλλες ονομασίες: κατιφές, ταγέτης, μεξικανική καλέντουλα

Ακούγεται στο τραγούδι «Γαλιάνδρα» (1934) με την Αμπατζή

πονείς εσύ πονώ κι εγώ

μαζι έχομ’ έναν πόνο

τσετσέκι μου, τσετσέκι μου

να σ’ έχα μες την τσέπη μου

1 «Μου αρέσει»

Νομίζω ότι σημαίνει απλώς λουλούδι.

Περιέργως δε είναι η ίδια λέξη που εμφανίζεται και στη μορφή «τσουτσέκι». Όταν λέμε «τι πετάγεσαι σαν το τσουτσέκι», η παρομοίωση δεν είναι με οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστείτε αλλά με τα αγριολούλουδα, που ως γνωστόν φυτρώνουν εκεί που δεν τα σπέρνουν.

Νομίζω δε ότι άλλη μορφή της ίδιας λέξης είναι και το τσατσάκι: τσατσάκι μου, τσατσάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου, αξώτικο δίστιχο της Βλάχας (χορός).

Όχι. Ο κατιφές είναι

Ε τι να πω, φαίνεται ότι η διαφορά από τσιτσέκι σε τσετσέκι είναι η διαφορά μεταξύ είδους και γένους:

Εδώ πάλι, και με -ι- είδος είναι κι όχι γένος, άλλο είδος όμως, όχι ο κατιφές:

(Για την περίπτωση που το 2ο από τα τρία λινκ δε σας φανεί και τόσο αξιόπιστο, τσιτσέκαρα και τρία κανονικά κρητικά λεξικά, αλλά κανένα δεν είχε τη λέξη.)

Εγώ καταλαβαίνω ότι σε κάποια ντοπιολαλιά τον κατιφέ τον λένε με τη λέξη που σημαίνει λουλούδι. Όπως αλλού τη βελανιδιά τη λένε δέντρο. Δε θα πούμε όμως ότι δέντρο σημαίνει βελανιδιά!

çiçek όντως σημαίνει λουλούδι. Οτιδήποτε λουλούδι, γενικώς. Ο νονός μου λεγόταν Τσιτσεκλής και οι «μεγάλοι» εξηγούσαν ότι έτσι προσονόμαζαν (οι Μικρασιάτες) τους άντρες που φρόντιζαν να κοσμεί το τσεπάκι δίπλα στο πέτο του σακακιού τους ένα λουλούδι.

Κάνω μια σκέψη:

Η τούρικη λέξη τσιτσέκ σημαίνει λουλούδι, ως γένος. Ωραία. Αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να συμπεράνουμε ότι και στα ελληνικά τσιτσέκι-τσετσέκι (& τσουτσέκι, τσατσάκι κλπ.) θα πρέπει οπωσδήποτε να σημαίνει το ίδιο. Από γλώσσα σε γλώσσα συχνά οι έννοιες των λέξεων πλαταίνουν ή στενεύουν. Ακόμη και στην ίδια γλώσσα άλλωστε, αλλά θυμήθηκα δυο ωραία παραδείγματα: (α) η ελληνική λέξη μπάλος σημαίνει έναν χορό, αλλά προέρχεται από το βενετικό ballo που σημαίνει «χορός» γενικά. (β) η τούρκικη λέξη horon, που κι αυτή σημαίνει έναν χορό αλλά προέρχεται από το ελληνικό χορός, που σημαίνει (…ξέρετε!) τον κάθε χορό.

Συνεπώς δεν αποκλείεται στα ελληνικά η λέξη τσετσέκι (τσετσέκι κλπ.) να έφτασε να σημαίνει ένα συγκεκριμένο λουλούδι, ας πούμε τον κατιφέ.

Στην πράξη όμως αυτό φαίνεται να συνέβη μόνο κάπου τοπικά. Κάπου αλλού η σημασία στένεψε πάλι σε συγκεκριμένο λουλούδι αλλά άλλο αυτή τη φορά, το λουλούδι του καπνόφυτου. Και κάπου αλλού διατήρησε την αρχιή σημασία, τη γενική, «κάθε λουλούδι».

_________________________________________________________

Εδώ πιστεύω ότι πρέπει να ανήκει και το «τσεντί τσιτσελί». Σπάνια κρητική ονομασία, άγνωστη ακόμη και σε πολλούς Κρητικούς (και στα λεξικά και στο ίντερνετ, πλην δικών μου αναφορών), για ένα νυχτολούλουδο. Πιστεύω ότι πρέπει να είναι παραφθορά κάποιου τούρκικου δίλεκτου, όπου το τσιτσέκ θα γίνεται τσιτσεγί (όπως από το zeybek έχουμε XYZ-zeybegi, ξέρετε, με το καπελάκι στο g) και στο ελληνικό στόμα τσιτσελί.

Αν δεις π.χ. στο Γενικό Λεξικό Babi στο λήμμα “κατιφές” γράφει: “αλλιώς τσετσέκι”

Υπάρχει πολυσημία στις ονομασίες των φυτών και των λουλουδιών, ανάλογα με την περιοχή που τα συναντάμε.

Διαφορετική ονομασία έχει το τσετσέκι στην Κοζάνη π.χ., διαφορετική στη Ζάκυνθο.

Θα έλεγα να μέναμε στη γενικότερη ονομασία “λουλούδι” όπως είναι η αντίστοιχη τουρκική, από όπου προέρχεται η λέξη.
Ίσως, με κάποια επιφύλαξη, αν εννοείται στο στίχο ο κατιφές και όχι κάποιο άλλο λουλούδι.

Εντύπωση, πάντως, προξενεί το γεγονός, να επιλέγεται / να υπονοείται , ο κατηφές και όχι ένα άλλο, εύοσμο κυρίως λουλούδι.

Και ο Βλαστός (Συνώνυμα κλπ) και ο Λιθοξόου κ.ά τσετσέκι=κατιφές
τσετσέκι / φυτά του γένους Tagetes || Πελοπόννησος: το τσετσέκι [Λαγκάδια, Σκεπαστό] | ο καντιφές [Λυγουριό, Ροεινό, Σαρακίνι] | α γαρφαλίνα [Πέρα Μέλανα, Τυρός] || Κρήτη: ο κατιφές [Σέλλες] | ο καντιφές [Βρύσες].

τσετσεκιά / ή κατιφές, το φυτό Tagetes patula || Πελοπόννησος: η τσετσεκιά [Άγιος Δημήτριος] | τα τσετσέκια [Αγία Άννα].

Δεν συμφωνώ με τη συμπεριληπτική ονομασία “λουλούδι”

Κατ’ αρχήν, ας δούμε ακριβώς το συμφραζόμενο. Διαβάσαμε ότι…

…, αλλά αυτό δεν είναι απολύτως ακριβές. Η ηχογράφηση είναι αυτή:

Το τραγούδι αποτελείται από 15σύλλαβα ομοιοκατάληκτα δίστιχα (το πρώτο είναι μισό, τα άλλα δύο ολόκληρα), όπου μετά από κάθε στίχο παρεμβάλλεται ένα 8σύλλαβο ομοιοκατάληκτο δίστιχο ως τσάκισμα. Εδώ λοιπόν μοιάζει μεν να λέει:

Πονείς εσύ, πονώ κι εγώ, μαζί έχομε έναν πόνο
τσετσέκι μου, τσετσέκι μου, αχ, να σε ’χα μέσ’ στην τσέπη μου

Μα εγώ τον έχω στην καρδιά κι εσύ στα χείλη μόνο
ζαλίζω το κεφάλι μου, αχ, τι θα γενεί το χάλι μου

Στην πραγματικότητα τα λέει αρκετά διαφορετικά. Το κύριο δίστιχο είναι:

Πονείς εσύ, πονώ κι εγώ, μαζί έχομε έναν πόνο,
μα εγώ τον έχω στην καρδιά κι εσύ στα χείλη μόνο.

Και μετά τον πρώτο στίχο παρεμβάλλεται το δίστιχο

τσετσέκι μου, τσετσέκι μου,
να σε ‘χα μες στην τσέπη μου,

ενώ μετά τον δεύτερο ένα άλλο που δε μας απασχολεί.

Έχουμε λοιπόν συρραφή τριών ανεξάρτητων διστίχων, που μουσικά λειτουργούν το ένα ως κύριο και τα άλλα δύο ως τσακίσματα, παραγεμίσματα, λόγια που καλύπτουν το περίσσευμα του μουσικού χρόνου. Δεν εννοώ ότι είναι λόγια χωρίς περιεχόμενο ή αξία, είναι όμως ανεξάρτητα και αυτοτελή. Υπάρχουν ένεκα της μουσιής. Αν τραγουδήσει κανείς το ίδιο 15σύλλαβο δίστιχο (πονείς εσύ κλπ.) σε άλλον σκοπό δε θα τα βάλει, γιατί δε θα χωράνε.

Επομένως το «τσετσέκι μου, τσετσέκι μου, / να σε ‘χα μες στην τσέπη μου» είναι ένα πλήρες σύντομο ποιητικό κείμενο, χωρίς άλλο συμφραζόμενο. Είναι απλώς ένα δίστιχο μέσα στα χιλιάδες που, αναλόγως τι σκοπό τραγουδάμε, μπαίνει είτε ως τσάκισμα σε δίστιχα με μέτρο περισσότερων συλλαβών, είτε ως κύριο δίστιχο, συνδυαζόμενο με ό,τι άλλα δίστιχα επιλέξει ο τραγουδιστής.

Και τι ακριβώς λέει; Λουλούδι μου, να σ’ είχα στην τσέπη μου; Κατιφέ μου, να σ’ είχα στην τσέπη μου; Καπνολούλουδό μου, να σ’ είχα στην τσέπη μου;

Μάλλον όχι το τρίτο, αλλά οι άλλες δύο πιθανότητες είναι ισοδύναμες. Κι αν τυχόν βρούμε ότι σε κάποιαν άλλη ντοπιολαλιά το τσετσέκι είναι ξερωγώ το γαρύφαλλο ή το γιασεμί, κι αυτό εξίσου θα ταίριαζε.

Άρα το συμφραζόμενο δεν έχει να μας δώσει άλλες πληροφορίες. Πάμε παραπέρα.

Για να υπάρχει ο στίχος, πάει να πει ότι ήταν κατανοητός. Άρα, τον έβγαλαν άνθρωποι που στην καθομιλουμένη της κοινότητάς τους το τσετσέκι ήταν συνηθισμένη φιλοφρόνηση προς όμορφες κοπέλες, αλλά ταυτόχρονα και η κυριολεξία του, όποια κι αν ήταν (λουλούδι γενικώς ή συγκεκριμένο είδος λουλουδιού), παρέμενε αρκετά κατανοητή ώστε να μεταφέρει την εικόνα του λουλουδιού στο αντρικό τσεπάκι, όπως την περιέγραψε προηγουμένως ο Νίκος #5.

Συνεπώς, το ερώτημα είναι σε τι ντοπιολαλιά είναι το τραγούδι. Από τα υπόλοιπα δίστιχα που επέλεξε η Αμπατζή (ή κάποιος άλλος παράγοντας της ηχογράφησης) δεν έχουμε ενδείξεις, όλα μοιάζουν με την πανελλήνια κοινή ελληνική. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να ψάξουμε την προέλευση του τραγουδιού, κι αν βρούμε ότι είναι από την Χ περιοχή, να αναζητήσουμε ένα λεξικό ή γλωσσάρι του τοπικού ιδιώματος για να δούμε τι λένε εκεί τσετσέκι.

Αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος. Τον Μπαμπινιώτη δεν έχουμε κανέναν λόγο να τον εμπιστευτούμε προκειμένου για ιδιωματικές λέξεις, ούτε και κανέναν άλλο λεξικογράφο της κοινής νεοελληνικής. Δεν είναι διαλεκτολόγοι (ούτε οφείλουν να είναι), ασχολούνται με άλλα χωράφια. Η πληροφορία ότι κάπου στην Πελοπόννησο τσετσέκι σημαίνει κατιφές θα μπει απλώς στην ίδια σειρά με τις άλλες πληροφορίες, ότι στην Καππαδοκία (που ξέρουν καλύτερα τούρκικα!) και την Κρήτη σημαίνει λουλούδι, και σε κάποιον καπνοπαραγωγικό τόπο που δεν κατονομάζεται σημαίνει καπνολούλουδο.

Θα αναλάβει κάποιος να κάνει όλη αυτή την έρευνα με το αβέβαιο αποτέλεσμα, προκειμένου να συμπληρώσουμε ένα λήμμα στο ρεμπέτικο γλωσσάρι;

Κι αν την κάνει και τελικά βρει ότι εκεί δεν υπάρχει ολωσδιόλου τέτοια λέξη, ότι δεν ξέρουν το συγκεκριμένο δίστιχο, κι ότι η Αμπατζή (που δεν είναι εκπρόσωπος καμιάς τοπικής παράδοσης αλλά υπερτοπική επαγγελματίας της διασκέδασης) το έβαλε εκ περιουσίας; Προφανώς θεωρούμε δεδομένο ότι η συρραφή αυτοσχεδιάζεται κάθε φορά που τραγουδιέται το τραγούδι, έτσι λειτουργούν οι σκοποί, δεν είναι παγιωμένη η σειρά των διστίχων. Όποιος ξέρει πολλά δίστιχα επιλέγει όποιο θέλει, χωρίς φυσικά να κάτσει να αναρωτηθεί αν το ξέρει από τον ίδιο τόπο απ’ όπου ξέρει τον σκοπό και τα υπόλοιπα δίστιχα. (Ελπίζω να είναι σαφές ότι δε μιλάμε για αλλοίωση, ίσα ίσα το αντίθετο: αλλοίωση θα ήταν να λες κάθε φορά τα ίδια δίστιχα στην ίδια σειρά. Έτσι τραγουδούν μόνο όσοι δεν ξέρουν.)

Εγώ προσωπικά, αν ήμουν πιστοποιημένα έγκυρος μελετητής της γλώσσας του ρεμπέτικου, δύο πράγματα θα είχα να πω γι’ αυτή τη λέξη:

α) Δεν ξέρω τι σημαίνει, δεν έχω τα φόντα να βρω τι σημαίνει, είναι πολύ έξω από την ειδικότητά μου να εντοπίζω από ποια τοπική δημοτική παράδοση προέρχεται κάθε σκοπός και κάθε δίστιχο. Ρώτα με για ρεμπέτικα, για τα δημοτικά ψάξε άλλη ειδικότητα.

β) Δε μ’ ενδιαφέρει τι σημαίνει, ρεμπέτικο γλωσσάρι γράφω. Για τα τραγούδια των τοπικών παραδόσεων συμβουλευτείτε λεξικά των αντίστοιχων τοπικών ιδιωμάτων. Αν δεν ξέρετε τι περιοχή έχουμε και τι ιδίωμα, καληνύχτα.

Πάντως στην Ηλεία το τσετσέκι είναι ο κατιφές και ο κατιφές είναι το τσετσέκι.

Ήταν πικρός ο τρόπος που το έμαθα, όταν προσφέροντας ένα ματσάκι κατιφέδες στην αγαπημένη μου η φίλη της από δίπλα αναφώνησε: Α! τσετσέκια!

Μα “τσετσέκια” τους κατιφέδες μου!!!

Προσωπικά με καλύπτει το οιοδήποτε Λεξικό έχει λημματογραφήσει την εξίσωση “κατιφές=τσετσέκι”
Βρείτε τα με τον λεξικογράφο :slightly_smiling_face:
Αλλά βλέπεις ότι δεν είναι ο μόνος “εξισωτής”…

Το τραγούδι είναι παραδοσιακό κάποιας περιοχής. Δεν ξέρω ποιας. Δεν ξέρω τι μιλούνε εκεί, και τι εννοούν αυτοί τσιτσέκι. Ξέρω ότι διάφοροι άλλοι εννοούν ο καθένας και κάτι άλλο, αναλόγως της ντοπιολαλιάς (δηλ. αναλόγως της περιοχής).

Για τέτοια ζητήματα λοιπόν δε συνηθίζω να ανατρέχω σε λεξικά της κοινής νεοελληνικής. Είναι αλλουνού μαστόρου ειδικότητα.

_______________________

Παρεμπιπτόντως: ο σκοπός μού είναι πολύ οικείος, νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον σε μία αν όχι περισσότερες σύγχρονες εκτελέσεις, από νεοπαραδοσιακούς, που το έχουν κάνει σουξέ, όπως το Μαραίνομαι ο καημένος, τον Αφούση κλπ. Αλλά δε θυμάμαι με τι λόγια το έχω ακούσει, ώστε να το αναζητήσω. Ξεκινώντας από μια σύγχρονη διασκευή μπορεί κανείς, ενδεχομένως, να βρει από πού τελικά προέρχεται το τραγούδι.

Ξέρει κανείς;