Μπουργάνα, μουργκάνα, βουργάρα

Η κούλια τἀκροποτάμου. Εντάξει, δεν είναι δα και προβληματικό. Εμένα δε μου είναι άνετο, αυτό είπα μόνο. Άμα έχεις μεράκι, Νίκο, διάβασέ το όλο, αξίζει τον κόπο!

Τί να διαβάσω, Περικλή μου, ένα μικρό απόσπασμα είναι μόνο, εκτός κι αν δεν τελειώνει στο “- μην έρχεσ’ από” αλλά συνεχίζει κάπου αλλού της εφημερίδας.

Όχι, είναι μπόλικο. Αλλά…

…!

Ε, πού συνεχίζεται, ντέ; Πες μου τουλάχιστον πώς αρχίζει το επόμενο απόσπασμα~

Είναι το κάτω μισό όλων των σελίδων. Ξεχωρίζει με μια οριζόντια γραμμή. Στην τελευταία σελίδα, είναι το κάτω μισό μόνο της πρώτης στήλης, που καταλήγει στο «(ακολουθεί)».

«το κοντό, μη ιδή κανένας» (η προηγούμενη αράδα τελειώσει στα μισά μιας πρότασης).

Δεν είναι αποσπάσματα, είναι πλήρες μυθιστόρημα ή μεγάλο διήγημα σε συνέχειες.


Edit: Α, κατάλαβα πού μπερδεύτηκες! Λοιπόν, έχεις μείνει στο «ο λοχίας είχε πέσει ολόβολος στο δίχτυ»; Συνεχίζεις ακριβώς δίπλα, στο «Θα μ’ τα πάρ’ς, ε;».

Το “το κοντό, μην ιδεί κανένας” δεν το βρήκα. Πάντως ναι, πλάκα είχε το διάβασμα όσων μπόρεσα να διαβάσω. Τί είναι βελούχι; Κούλια = κάστρο, έ; Αντράνοβα, σήμερα = ; Ξέρουμε; Σ’νάρισα = σονάρισα = κούρδισα; Στάφησε; (τ’ όργανό του).

Πρόκειται για προδημοσίευση του γνωστού έργου του Κ. Χατζόπουλου, Ο πύργος του ακροπόταμου, Αθήνα, Φέξης, 1915

Εδώ όλο το βιβλίο προς άνετη ανάγνωση:
https://e-her.org/collection/category/1002/book/200

2 «Μου αρέσει»

Εμένα μου θυμίζει μάλλον το σινιάρισα = έσιαξα, συγύρισα, περιποιήθηκα (σινιαρισμένος = καλοντυμένος, καλοχτενισμένος κλπ.). Βέβαια δεν το έχω ακούσει με -να- αντί -νια-, αλλά άλλη ιδέα δεν έχω.

Δεν ξέρω αν είναι σχετικό αλλά η λέξη Kaba σημαίνει ακατέργαστο, τραχύ.

Σχετικότατο. Δεν ξέρω όλο το εύρος των σημασιών στα τούρκικα, όπου αρχικά ανήκει η λέξη, αλλά έχει περάσει με τη σημασία «μπάσο και μεγαλύτερου μεγέθους» [όργανο] στα ελληνικά, τα βουλγαρικά και πιθανώς άλλες γειτονικές γλώσσες. Το αντίθετο είναι τζουρά.

Περίεργο! Κι εγώ ξέρω (και το λεξικό μου το επιβεβαιώνει) kaba = αγενής, άξεστος, χονδροειδής, μπάσος όμως όχι. Και βέβαια, ένα ευμεγέθες από κατασκευής μουσικό όργανο δεν θα το αποκαλέσεις χοντροκατασκευή, μη επιμελημένη κατασκευή. Εκτός κι αν είναι…


Edit: Φτου να πάρει η ευχή, δεν εμφανίζονται πια οι τίτλοι των βιντέων! Τέλος πάντων, εκεί με την μπάσα λύρα λέει kaba kemence, στο δεύτερο με τον μπάσο ζουρνά λέει kaba zurna, και στο τρίτο με την μπάσα γκάιντα λέει kaba gaida. Τα δύο πρώτα τούρκικα, το τρίτο βουλγάρικο.

Μαλλον δεν ειναι θέμα κατασκευης αλλα έκτασης η οποία μελωδικά δεν είναι και τοσο εύπλαστη

Έχει πολλούς άλλους μουσικούς όρους το λεξικό;

Νομίζω ότι και οι μουσικοί λένε κανονικά «καμπά-όνομα νότας» άμα θέλουν να αναφερθούν κάτω από το γεγκιάχ. «Βελούχι», όπως εξηγεί το ίδιο το βιβλίο αρκετά μετά από αρκετές αναφορές της λέξης (μάλλον και οι αναγνώστες του «Νουμά» θα είχαν την ίδια απορία) είναι ο πρόχειρος εξοχικός καφενές που στήνεται άνοιξη με σανίδια που παρατιούνται το χειμώνα.

Αν βάλεις τον κέρσορα επάνω στην εικόνα του βίντεο δείχνει το όνομα κανονικά σε μικρό πλαίσιο.

1 «Μου αρέσει»

Ξεκινάνε λίγο πριν, βρίσκω στον Αϋντεμίρ (όπως «ζεϋμπέκικο»; ) ότι το «γεγκιάχ δίεση» το λένε «καμπά νιμ χισάρ», με λίγη ακόμα «καμπά χισάρ», και με άλλη ακόμα λίγη «καμπά ντικ χισάρ».

1 «Μου αρέσει»

Καμιά σχέση μ’αυτό το Βελούχι;

1 «Μου αρέσει»

ναι μεν κούρδισμα περιγράφει αλλά βγάζει νόημα και με τη σημερινή σημασία του σονάρω όπως π.χ. εδώ

Αυτό που έλεγα για το «σινιάρω» πρέπει να το πάρω πίσω. Το σινιάρω είναι ιδιωματική προφορά του «σενιάρω» = κάνω κάποιον/κάτι σένιο, άρα φωνολογικώς αποκλείεται να γίνει σ’νάρω.

Φωνολογικώς όμως εξίσου αποκλείεται να γίνει σ’νάρω και το σονάρω. Εξάλλου, τέτοιου είδους δάνεια μού φαίνονται πολύ πρόσφατα. Τέτοια λέξη το 1909 ίσως να την έλεγαν άνθρωποι με μουσική παιδεία (κλασική) από Ιταλούς δασκάλους, από πιο λαϊκούς ίσως τίποτε Επτανησιοι, αλλά για τους τύπους που περιγράφει ο Βασιλικός (Χατζόπουλος) πολύ αμφιβάλλω.

Αν γδύσουμε το άγνωστο ρήμα από την ιδιωματική του προφορά, θα πρέπει οπωσδήποτε, πιστεύω, να είναι είτε «σουνάρω» είτε «σινάρω». Μόνο αυτά τα δύο φωνήεντα χάνονται όταν είναι άτονα. Καμία από αυτές τις δύο υποθετικές λέξεις δε μου θυμίζει τίποτε, αλλά σάμπως ήξερα την κούλια; Κι όμως ο Νίκος την αναγνώρισε…

…, οπότε η δική μου άγνοια δε λέει τίποτε.

(Πάντως suonare ετυμολογικά μεν θα σήμαινε «ηχώ», κάτι ηχεί, στην πράξη δε είναι το ρήμα που χρησιμοποιούν οι Ιταλοί για να πουν «παίζω» ένα όργανο / ένα τραγούδι κλπ.)