@ΓιωργοςΦ Πολύ όμορφη η σκέψη σου και απόλυτα δικαιολογημένος ο πειρασμός στον οποίο έχεις μπει. Η άποψή μου είναι πως η αγορά ενός δεύτερου οργάνου δεν είναι υπερβολή, εφόσον δεν καταλήγει ένα διακοσμητικό αντικείμενο στον τοίχο, αλλά παραμένει ένα ζωντανό μέσο έκφρασης.
Γνωρίζω αρκετούς μουσικούς που διατηρούν μια συλλογή οργάνων, και ο λόγος δεν είναι η ποσότητα, αλλά η διαφορετική προσωπικότητα που προσφέρει το καθένα. Στην περίπτωσή σου, το τρίχορδο και το τετράχορδο δεν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο, συμπληρώνονται.
Το τρίχορδο έχει αυτόν τον αυθεντικό, δωρικό και στεγνό ήχο που είναι ταυτισμένος με το παραδοσιακό ρεμπέτικο. Το τετράχορδο, από την άλλη, προσφέρει την αρμονική ευελιξία, την ταχύτητα και τον πλούσιο ήχο που απαιτεί το μεταπολεμικό και νεότερο λαϊκό ρεπερτόριο (από τον Χιώτη και τον Ζαμπέτα μέχρι τις μεταγενέστερες λαϊκές ορχήστρες).
Το να περνάς από το ένα όργανο στο άλλο σε υποχρεώνει να σκέφτεσαι διαφορετικά μουσικά.
Η δομή του τρίχορδου (D-A-D) ευνοεί την τροπική προσέγγιση της μουσικής (δρόμους) και το ισοκράτημα. Το αυτί εκπαιδεύεται να ακούει τη μελωδική γραμμή σε βάθος, τα μικροδιαστήματα, τις έλξεις και τα ποικίλματα πάνω στον βασικό τόνο της Ρε (εάν δε συμπεριλάβουμε τα ντουζένια). Το τετράχορδο (C-F-A-D) εισάγει την τέταρτη χορδή και μαζί με αυτό τη συγχορδιακή αρμονία προσφέροντάς σου μια πολύ πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Το αυτί μαθαίνει να αντιλαμβάνεται αλλαγές συγχορδιών, περάσματα και πλούσιες αρμονικές αλληλουχίες της δυτικής (κυρίως) μουσικής. Επομένως αναπτύσσεται μια ολοκληρωμένη ακοή που αντιλαμβάνεται τόσο τη μελωδική δωρικότητα (με τρίχορδο) όσο και την αρμονική πολυπλοκότητα (με τετράχορδο) ενός κομματιού. Στο αριστερό χέρι, το τρίχορδο, λόγω λιγότερων χορδών, σε αναγκάζει να κινείσαι «κατά μήκος» της ταστιέρας αναπτύσσοντας ταχύτητα σε μεγάλες μετατοπίσεις θέσεων, ενώ στο τετράχορδο η επιπλέον χορδή προσφέρει πλάτος, απαιτώντας οικονομία κινήσεων, διαφορετικά ανοίγματα δακτύλων και εκμετάλλευση των κλειστών συγχορδιών. Στο δεξί, το τρίχορδο απαιτεί κοφτή, βαθιά πεννιά με έμφαση στο ρυθμό και το σκάσιμο. Το τετράχορδο απαιτεί πιο ανάλαφρη, γρήγορη πεννιά για να υπηρετηθούν τα γρήγορα περάσματα και τα ακομπανιαμέντα. Όταν παίζεις χρόνια μόνο ένα όργανο, τα δάχτυλα κινούνται μηχανικά μέσω της μυϊκής μνήμης. Παίζεις «σχήματα» που έχει μάθει το χέρι σου, χωρίς απαραίτητα να σκέφτεσαι τις νότες εκείνη τη στιγμή. Η εναλλαγή από D-A-D σε C-F-A-D σε βγάζει από τον αυτόματο πιλότο. Όταν περνάς από το ένα στο άλλο, οι ίδιες μελωδίες βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία και τάστα. Δεν μπορείς να βασιστείς σε έτοιμα «πατήματα». Εξαναγκάζεσαι να σκέφτεσαι ενεργά τη νότα και τη μελωδία, γλιτώνοντας έτσι από εκτελεστικές ευκολίες. Ουσιαστικά, η εναλλαγή αυτή σε μετατρέπει από έναν εκτελεστή που βασίζεται στη συνήθεια των δακτύλων, σε έναν συνειδητοποιημένο μουσικό που κατανοεί τη γεωμετρία της ταστιέρας και την ουσία της κάθε μελωδίας.
Αν νιώθεις ότι η δημιουργικότητά σου εκφράζεται καλύτερα παίζοντας τα ρεμπέτικα με το τρίχορδο και τα λαϊκά με το τετράχορδο, τότε το νέο όργανο θα σου ξεκλειδώσει δρόμους που το τρίχορδο εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να καλύψει.
Αν λοιπόν έχεις τη δυνατότητα και, πάνω απ’ όλα, τη διάθεση να αφιερώνεις χρόνους μελέτης και στα δύο, μη διστάζεις καθόλου. Η αναζήτηση μαστόρου και η αναμονή μέχρι να σου παραδοθεί το όργανο είναι από μόνα τους μέρος της μαγείας.
Με το καλό να πάρεις την απόφαση και καλές πενιές!