Μίκης Θεοδωράκης

Το θέμα του ΚΚΕ και η άποψη που μπορεί να είχε για το ρεμπέτικο την είχε εκείνη την εποχή, για κάποιους λόγους. Μην ξεχνάτε ότι η κατανόηση εκείνης της εποχής είναι μία δύσκολη περίπτωση διότι υπήρχαν πολλές παράμετροι που διαμόρφωναν τη στάση ενός πολιτικού κόμματος, πολύ περισσότερο ενός κόμματος που μισο-ήταν στην παρανομία.
1ον: Δεν μπορεί φίλε Φραγκίσκο και φίλε Γαλέο να κρίνει τη στάση οποιουδήποτε πολιτικού φορέα οι απόψεις ενός στελέχους του. Στο εκάστοτε πολιτικό έντυπο μπορεί να αρθρογραφούν διάφοροι και άλλοι να είναι υπέρ ενώ άλλοι να είναι κατά. Δε σημαίνει ότι επειδή ο Ξένος αρθρογραφούσε με μανία μπορεί να απηχεί και τις απόψεις όλου του ΚΚΕ τότε.
Αυτό που έχει σημασία είναι τα γραπτά του εκάστοτε κόμματος στις επίσημες συνεδριάσεις του. Υπάρχει κανένα γραπτό επίσημο κείμενο του ΚΚΕ που αποκηρύσσει το ρεμπέτικο; Νομίζω ότι δεν υπάρχει. Διορθώστε με επ΄αυτού.
2ον: Πως θα μπορούσε ένα τέτοιο κόμμα να εμποδίσει να ακούει ο λαός τραγούδια που βγήκανε από το λαό;
3ον: Το γεγονός ότι σήμερα το κόμμα αυτό έχει αγκαλιάσει το γνήσιο λαικό τραγούδι, δεν είναι απόδειξη ότι και παλιότερα είχε αγκαλιάσει στη μεγάλη του πλειοψηφία το ρεμπέτικο τραγούδι; Γιατί σήμερα να έχει άλλη συμπεριφορά απʼ αυτού; (Με το δεδομένο ότι το ΚΚΕ έχει μία συνεπή πολιτική (σωστή ή λανθασμένη δεν το κρίνω) απέναντι σε πολλά πολιτικά πράγματα.
4ον: Τέλος η προσωπική μου άποψη για το βιβλίο του Κώστα του Βλησίδη δεν είναι καλή διότι τα συμπεράσματα που εξάγει στηρίζονται σε ελάχιστα δεδομένα (ή καλύτερα αντλούνται από πηγές που δεν καλύπτουν την επιστημονική έρευνα). Για το λόγο αυτό την έρευνά του τη θεωρώ τουλάχιστον ανακριβή.
5ον: Επειδή η πολιτική είναι ένα καλό γήπεδο για τους ποδοσφαιρόφιλους, παρακαλώ αν συνεχιστεί η συγκεκριμένη συζήτηση να κρατηθεί ένα υψηλό επίπεδο φρασεολογίας.

Γιώργος

2 «Μου αρέσει»

Ξαναμανά και ματάπαλιν τα ίδια; Δεν έχει “εξαντληθεί” το θέμα; Το έχουμε ξεζουμίσει καλέ !
Αντμιν, υπάρχει τόοοοοσος χώρος στον “αέρα” για τα γραφόμενά μας; -επειδή επανερχόμαστε συνέχεια στα ίδια το ρωτάω.
Δε βάζεις στην πρώτη σελίδα, να αναβοσβήνει η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ; (με λίγο ευκολότερο και καλύτερο τρόπο, για να “δουλεύεται”; Καθώς, και να ανέβουν και κάτι υπόλοιπα, που παρατήρησα πως λείπουν…)

Αντιγραφω απο το Φρανκ :
“…δεδομένου ότι το ρεμπέτικο συνδέθηκε στα χρόνια της κατοχής με την δεξιά, τους μαυραγορίτες, τους δοσίλογους και όλα αυτά τα λουλούδια…”

Χωρις να συμμεριζομαι αποψεις ακραιες περι διωγμου του ρεμπετικου απο την αριστερα ή το Κ.Κ. θα ηθελα Φραγκισκο να τεκμηριωσεις την παραπανω φραση. Μπορουμε λοιπον σημερα να μιλαμε οτι συμπορευτηκε εστω και για λιγο το ρεμπετικο σαν δημιουργοι ή σαν ακροατες (ποιοι οι μαγκες του Πειραια ;:wink: με τους δοσιλογους ή τα αλλα λουλουδια (χιτες, ταγματασφαλιτες ;:wink:
Ξερουμε οτι πολλοι ρεμπετες εκαναν και εξορια ενω αλλοι απο το μετεριζι του μαγκα και αντιστασιακου πιο πολυ απο ενστικτο παρα απο ιδεολογια οπως ο Μπινης ή ο Γενιτσαρης επαιζαν με το θανατο στα χρονια της κατοχης.
Αν εχεις πληροφοριες λοιπον για δοσιλογους κλπ νομιζω εχει ερθει η ωρα να τους μαθουμε !!

Εν τω μεταξυ τυχαινει αυτο τον καιρο να ακουω τα cd του Μικη με τον τιτλο “Αξιος εστι” οπου περιγραφει την περιπετειωδη ζωη του και εχοντας στο μυαλο μου εικονες της Μακρονησου πιστευω οτι δεν μπορουμε με μια μονοκοντυλια να σβησουμε το Μικη …
Επισης προχθες πηρα πηγαινοντας στο χωριο στο αμαξι ενα γεροντή 84 χρονων
και οταν οι ιστοριες του φτασαν στον πολεμο μου διηγηθηκε ενα τοσο χαρακτηριστικο και αγριο περιστατικο -που θα διηγηθω αλλοτε- που δειχνει αναγλυφα τη μπερδεψουρα εκεινης της εποχης αλλα και τα παθη …
Παντως αξιζει τον κοπο να ακουσετε τα cd αυτα του Μικη.
Οι προσωπικες μαρτυριες παντα προσγειωνουν καποιες αποψεις τσιμεντενιες και εκ του ασφαλους, που ιστορικα απο μονες τους ριχνουν νερο στο πηγαδι του φανατισμου και του αποπροσανατολισμου. Στο κατω κατω και ο Μικης μια ζωη εμπαινε και εβγαινε απο το κομμα …

Γιώργο Παναγιωτακόπουλε, δεν αναφέρθηκε το βιβλίο «Όψεις του ρεμπέτικου» που είναι εξαγωγές συμπερασμάτων, αλλά το «Για μιά βιβλιογραφία του ρεμπέτικου». Εκεί παρατίθενται απλώς αναφορές σε έντυπα και πράγματι, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει σχετικά άνετα τις ανταλλαγές απόψεων στο Ριζοσπάστη, την Αυγή και την Επιθεώρηση τέχνης. Βέβαια, για εξαγωγή συμπερασμάτων θα έπρεπε κανείς να ανατρέξει στην πηγή και να διαβάσει πλήρη τα στοιχεία, αφού στο βιβλίο παρατίθενται (κυρίως για λόγους χώρου, φαντάζομαι) είτε περιλήψεις ή αποκόμματα ή και σκέτες αναφορές. Πάντως, αναφορές σε επίσημα πρακτικά συνεδρίων δεν παρατίθενται, βεβαίως. Και οπωσδήποτε, το βιβλίο δεν διεκδικεί περγαμηνές εξαντλητικής βιβλιογραφίας, γιαυτό και το «γιά» στον τίτλο.

Για τον Μιχαήλ Μαυροβουνιώτη :
Η υποδοχή αφορά την άποψη που εξέφρασες και όχι την προσωπικότητα και την ιστορία σου που μου είναι άγνωστες.
Εαν θέλεις να βοηθήσεις τον διάλογο καλο θα είναι να στηρίξεις τους ισχυρισμούς σου.
Για τον Φραγκίσκο :
Γνωρίζω πολύ καλά την στάση του ΚΚΕ και την άποψη του πάνω στο θέμα η καραμέλλα και τα πράσινα άλογα αφορούν αυτούς που τσαμπουνάνε την θεωρία του “διωγμού” του ρεμπέτικου απο το ΚΚΕ.
Το ότι ο διάλογος βρίσκει χώρο στο Ριζοσπάστη τι είδους προβληματισμό σου δημιουργεί?
Εγω απλώς βλέπω ενα ακόμα λόγο για να πιστέψω οτι δεν υπήρχε κανένας “διωγμός” αλλά αντ αυτού ανταλλαγή απόψεων.

Μετεμφυλιακά, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, στα τραγούδια που ερμήνευσε κυρίως ο Στέλιος Καζαντζίδης, εκφράστηκε ένας κόσμος ολόκληρος. Είναι ο κόσμος της φτωχολογιάς. Δεν έχει υπάρξει κανένας άλλος Έλληνας καλλιτέχνης που να έχει ερμηνεύσει τόσο μεγάλο αριθμό τραγουδιών, που να αναφέρονται, άμεσα, σε θέματα φτώχειας, κοινωνικής απόγνωσης, κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης. Στα τραγούδια του κυριαρχεί η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας, με τρόπο μερικές φορές αφελή, πάντως όχι διακηρυκτικό, όπως συμβαίνει στο πολιτικό τραγούδι διαμαρτυρίας. Ο Στελάρας (όπως τον αποκαλούν οι χιλιάδες ορκισμένοι στο όνομά του και φανατικοί θαυμαστές του, σ’ όλα τα πέρατα της οικουμένης) δεν ήταν στρατευμένος πολιτικός τραγουδιστής. Η δική του διαμαρτυρία ήταν άμεση και αυθόρμητη. Μιλάει τη γλώσσα του κόσμου στον οποίο απευθύνεται κι εκφράζει το επίπεδο εργατικής και λαϊκής κοινωνικής συνείδησης, σε συνθήκες ήττας και διάψευσης ελπίδων. Ως εκ τούτου, το τραγούδι του δεν εμπεριέχει συνθήματα διεξόδου, δεν προτείνει στόχους πάλης. Κι είναι αυτός ο λόγος που, ενώ η εργατική τάξη της εποχής αγκαλιάζει αυτό το τραγούδι κι εκφράζεται μέσα απ’ αυτό, η Αριστερά και η οργανωτική της διανόηση θα το παραβλέψουν, θα το υποτιμήσουν, ακόμα θα το χλευάσουν, χαρακτηρίζοντάς το “μοιρολατρικό”. Άρα εμπόδιο στην ταξική συνειδητοποίηση.

Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα η εργατική τάξη δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι επαναστατική. Η ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων στον Εμφύλιο Πόλεμο λειτουργούσε καταλυτικά. Δεν ήταν, όμως, και δεν θα μπορούσε να είναι “ενσωματωμένη”, δεν αποδέχτηκε και δεν θα μπορούσε να αποδεχτεί την υπάρχουσα πραγματικότητα, που διαμόρφωσε η νίκη του αστισμού. Οι συνθήκες ζωής και εργασίας, πολλά χρόνια μετά τον εμφύλιο, δεν άφηναν περιθώριο για αυταπάτες. Ταυτόχρονα, ο κόσμος αυτός έβγαινε μέσα απ’ το μεγάλο σχολείο των σκληρών αγώνων μιας δεκαετίας, κατά την οποία αμφισβήτησε την αστική ταξική κυριαρχία. Στη μεγάλη αυτή ταξική αντιπαράθεση ηττήθηκε και το γνώριζε καλά. Μπορεί, πλέον, το όραμα της Λαοκρατίας να είχε συντριβεί στις πλαγιές του Γράμμου, αλλά η λαϊκο-δημοκρατική ιδεολογία που διαμορφώθηκε στα χρόνια του αγώνα της Αριστεράς παρέμενε βαθειά ριζωμένη στις λαϊκές συνειδήσεις. Το απέδειξε το εντυπωσιακό 25% της διωκόμενης -τότε ακόμα- Αριστεράς, στα 1958, εννιά μόλις χρόνια από την πολιτικο-στρατιωτική της ήττα. Το απέδειξαν τα ποσοστά που προσέγγιζαν το 50% στις εργατογειτονιές και λαϊκές συνοικίες. Ακόμη και στα 1964, όταν το πανελλαδικό ποσοστό της ΕΔΑ συρρικνώθηκε στο 12%, οι ίδιες αυτές συνοικίες της έδιναν 30 και 40%.

Αυτός ο ηττημένος κόσμος δεν τραγουδούσε και δεν μπορούσε να τραγουδάει επαναστατικά θούρια, όπως έκανε στα χρόνια της ΕΑΜικής Επανάστασης. Δεν τραγουδούσε, όμως, ούτε και τα ανάλαφρα τραγουδάκια, που αναφέρονταν στις χαρές της ζωής των μεσαίων και υψηλών ελληνικών κοινωνικών στρωμάτων, στους ρομαντικούς έρωτες και την ξενοιασιά της διανόησης, της ελίτ και του ωχαδελφισμού. Τραγουδούσε, κατά βάση, Καζαντζίδη, γιατί είχε συνείδηση της κατάστασης την οποία βίωνε. Και το τραγούδι του Στελάρα μπόρεσε να παρακολουθήσει τη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης βήμα-βήμα, ακριβώς γιατί διατηρήθηκε η άμεση σχέση με τον κόσμο αυτόν.

Κατά την δεκαετία του ‘50, λοιπόν, επικράτησε το λαϊκό τραγούδι απόγνωσης, για ν’ ακολουθήσει η έξαρση του εργατικού και λαϊκοδημοκρατικού κινήματος, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60. Περνάμε, πλέον, στην περίοδο της μεγάλης έκρηξης της δημοκρατικής αντίστασης απέναντι στο μετεμφυλιακό καθεστώς, που θα αποκορυφωθεί με την εξέγερση των “Ιουλιανών” του 1965. Τα τραγούδια, που απορρίφτηκαν σαν “μοιρολατρικά”, εξέφρασαν την άρνηση του εργαζόμενου λαϊκού κόσμου ν’ αποδεχτεί την εφιαλτική μετεμφυλιακή πραγματικότητα. Συνέβαλαν, παράλληλα, στη μορφοποίηση της αυθόρμητης εργατικής ιδεολογίας, στην αναπαραγωγή της συνείδησης των ταξικών διαφορών. Οι εργάτες, η εργαζόμενη και η φοιτητική νεολαία, οι οικοδόμοι, που κατέβαιναν στα μαχητικά συλλαλητήρια και υποχρέωναν σε άτακτη φυγή τις αστυνομικές δυνάμεις καταστολής, με τα τραγούδια αυτά συνόδευαν τις ώρες της δουλειάς στα εργοστάσια, στα γιαπιά και στις σκαλωσιές των οικοδομών, μια και η ανοικοδόμηση όλης της χώρας ήταν σε πλήρη έξαρση. Και, όπως φάνηκε, κάθε άλλο παρά ανασταλτικά λειτούργησαν στην ταξική συνειδητοποίηση και στην αγωνιστικότητά τους…

Είναι η περίοδος που ο νέος αριστερός συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, που ένιωσε στο πετσί του την “καλοπέραση” των φυλακίσεων και των εξοριών, θα πραγματοποιήσει τη μεγάλη τομή με το έντεχνο πολιτικό και επαναστατικό τραγούδι του, το οποίο θεμελιώνεται στις βάσεις του λαϊκού τραγουδιού, που μέχρι τότε ήταν περιφρονημένο από την Αριστερά και τη διανόησή της και έτσι, τελικά, γίνεται αποδεκτό. Την εποχή αυτή, ο Καζαντζίδης θα ερμηνεύσει, μεταξύ πολλών άλλων, το συγκλονιστικό “Βράχο-βράχο τον καημό μου”, το 1961, σε στίχους του Δημήτρη Χριστοδούλου, χαστούκι στο καθεστώς που εξακολουθεί να κρατάει στα ξερονήσια χιλιάδες λαϊκούς αγωνιστές. Την ίδια περίοδο, κατά χιλιάδες φεύγουν καθημερινά οι μετανάστες για τις φάμπρικες της Γερμανίας, τις στοές των λιγνιτωρυχείων του Βελγίου και τις μακρινές χώρες της Αυστραλίας, της Βραζιλίας και του Καναδά. Επομένως, ήταν απόλυτα φυσιολογικό, το άμεσο ταξικό αισθητήριο να καταστήσει τον Καζαντζίδη τραγουδιστή της μετανάστευσης, εκφραστή του πόνου του εργάτη που παίρνει “το τρένο Γερμανίας - Αθηνών, στην τρίτη θέση σε μια άκρη καθισμένος”, καθώς “Πικρό σαν δηλητήριο είναι το διαβατήριο” και “Όταν ζεις χωρίς ελπίδα, όπου γης είναι πατρίδα”. Ο ίδιος ερμηνευτής, αναγνωρισμένος ως εκφραστής της αυθόρμητης συνείδησης του κόσμου της βιοπάλης, απ’ αυτόν τον ίδιο κόσμο, θα αντιμετωπιστεί “θετικά” και από την Αριστερά, όταν πλέον οι συνθήκες έχουν καταστήσει ανεπίκαιρο και ξεπερασμένο μεγάλο μέρος από το έργο του.

Η Αριστερά θα δείξει την ίδια συμπεριφορά απέναντι στο μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι, που είχε δείξει και προς το ρεμπέτικο. Απαξιώνοντάς το στην εποχή της ακμής του και εκθειάζοντάς το (ένα μέρος του τουλάχιστον, το πιο εύπεπτο και ενσωματώσιμο στη χαρακτηριστική μικροαστική κουλτούρα της) αργότερα, ως ξεπερασμένο και μουσειακό είδος. Είναι αξιοσημείωτο το ότι στη συμπεριφορά της αυτή έχει καταπληκτική σύμπτωση με τη στάση των εκπροσώπων της επίσημης αστικής ιδεολογίας, αν και από διαφορετικές αφετηρίες!!

Το ρεμπέτικο χλευάστηκε από την αστική διανόηση και διώχτηκε από τους μηχανισμούς καταστολής, ως ξενόφερτο, ανατολίτικο, περιθωριακό, παρακμιακό και αταίριαστο με τον εθνικό ελληνοχριστιανικό πολιτισμό, που τόσο “πετυχημένα” εξέφραζαν τα γλυκανάλατα δυτικότροπα τραγουδάκια του ελαφρού και επιθεωρησιακού τραγουδιού, πολλά από τα οποία ήταν απομιμήσεις και διασκευές ξένων επιτυχιών. Σήμερα, ο συκοφαντημένος και εν πολλοίς περιφρονημένος, στον καιρό του, Μάρκος Βαμβακάρης (καθώς και η παρέα του της “Πειραιώτικης Σχολής”) κατατάσσεται μεταξύ των σκαπανέων του εθνικού νεοελληνικού πολιτισμού και αναζητούνται οι βυζαντινές ή, ακόμα, και οι …αρχαιο-ελληνικές ρίζες του έργου του!

Αντίστοιχα, το θεωρούμενο από την Αριστερά ως “μοιρολατρικό” και “παρακμιακό” και επίσης ως “ξενόφερτο” και “ανατολίτικο” από την επίσημη αστική ιδεολογία, μεταπολεμικό λαϊκό τραγούδι παίζεται και ακούγεται στα μπουζουξίδικα, έστω και εν μέσω τεκνο-τσιφτετελιών και “σκυλάδικων”. Με την κατάλληλη προσαρμογή στην ενορχήστρωση, κάποια λαϊκά τραγούδια ακούγονται ως και στους σύγχρονους ναούς της μουσικής, στα Μέγαρα Μουσικής. Βέβαια, εκεί μέσα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να ακουστεί το τραγούδι της άμεσης ταξικής έκφρασης που ερμήνευσαν μοναδικά ο Στέλιος Καζαντζίδης, πρωτίστως, αλλά επίσης υπέροχα και οι Πάνος Γαβαλάς, Σταύρος Τζουανάκος, Δημήτρης Ρουμελιώτης, Γιάννης Τζιβάνης, Γιάννης Κουλουκάκης, Καίτη Γκρέϋ, Πόλυ Πάνου, κ.α.

Τα τραγούδια αυτού του είδους -φευ- ουσιαστικά δεν έχουν “υπάρξει” ποτέ για το ελληνικό εθνικό σύστημα μουσικής. Ίσως, μάλιστα, να είναι καλύτερα έτσι για δύο λόγους: αισθητικά, γιατί αποφεύγεται η κακοποίησή τους, και ιδεολογικά, γιατί επιβεβαιώνεται -ακόμα και σήμερα- η δυνατότητα εκρηκτικής λειτουργίας τους στις λαϊκές συνειδήσεις. Αυτή τη λειτουργία που η Αριστερά όχι μόνον δεν ήθελε, αλλά ουσιαστικά απεχθάνονταν μετά βδελυγμίας, και το χειρότερο, δυστυχώς, δεν μπορούσε καν να αντιληφθεί. Γεγονός, βέβαια, που λειτούργησε εις βάρος της.

(Απόσπασμα από το βιβλίο μου “Το Ελληνικό Αστικό Τραγούδι Στα Πέτρινα Χρόνια 1940 - 1949”)
Βασική πηγή συγκεκριμένου κειμένου: «ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ», Τεύχος 10, Δεκέμβριος 2004, Άρθρο Γιώργου Αλεξάτου “Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα”

Σ.Π

(Το μήνυμα τροποποιήθηκε από τον/ην ΣΑΚΗΣ 16 Μάρτιος, 2006)

Είναι τόσο γνωστό, και πραγματικά απορώ για την εξεναντίας στάση ορισμένων, ότι την περίοδο που συζητάμε, οι μαυραγορίτες και οι λαχαναγορίτες εθανατώνοντο στις γωνιές των δρόμων με συνοπτικές διαδικασίες.

Οι εφημερίδες της εποχής έτρεμαν να ξεσκεπάσουν στα ανατριχιαστικά γεγονότα που σημάδεψαν τόσες γενιές θεόπτωχων κατοχικών κουκουλοφόρων: Τις υγρές και σκοτεινές νύχτες των χειμώνων του '50 και του '60, ορδές άσπλαχνων Κουκουέδων εβολτάριζαν κουμπουροφόροι εδώθε και εκείθε αναζητώντας άοπλην και απροστάτευτην ανθρώπινην λείαν. Απαξ και τη συναντούσε… στο ψαχνό!

Και είναι να απορεί κανείς «μα δεν είχαν σπίτι να πα να ντερλικώσουν και να κοιμηθούνε, γυναίκα να ζαρώξουν και να πηδήξουν, παιδιά να κοιτάξουν αν διάβασαν τα μαθήματά των;»

Μα ακριβώς επ’ αυτού – μερικοί εξ υμών, όχι όλοι – αποκαλύπτουν άγνοια των νόμων της κοινωνίας: Κύριοι, μια χορτάτη γενιά σαν αυτή των Κουκουέδων, των κερδισμένων δηλαδή της Γερμανικής και της Αγγλικής κατοχής, άμα φάει και χορτάσει και μετά αρχίσει να βαριέται και ξύνει τα αρχίδια της, επιδίδεται στις τέχνες (ρεμπέτικο, τζαζ, φοξ-τροτ κ.α.) και στο σολφέζ (κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των μπεμολίων, των εμβουζουκίων και των τουρκότροπων μουσικών εν γένει).

Το καταλάβατε; Ωραία!
Τώρα θα σας έρθει ο καταπέλτης!

Τώρα θα σας αποκαλύψω τον τρόπο με τον οποίο, οι συγκεκριμένοι κύριοι του Κουκουέ είχαν την ικανότητα, το πολιτικό εκτόπισμα, τον τσαμβουκά και, βεβαίως την συνοχή, ώστε να εμφυσήσουν στην κοινωνία τέτοιες ανόητες και ανιστόρητες απόψεις περί ρεμβέτικου, τσάρλεστον και σουϊνγκ.
Θα σας το αποκαλύψω, αλλά παρακαλώ να είσθε καθιστοί διότι θα δοκιμάσετε έκπληξη, θάμπωμα και τρόμον τρομερόν:

Οι Κουκουέδες τότε είχαν δικιά τους κυβέρνηση!

Μάλιστα κύριοι. Τα άθλια προπαγανδιστικά έντυπά τους εμοιράζοντο με το στανιό κατά εκατοντάδες χιλιάδων, στα σχολεία, στους στρατώνες αλλά και στις εξορίες όπου είχαν ξαποστείλει τις ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες των μαυραγοριτών, των ισχνών γερμανοτσολιάδων και των δύσμοιρων κουκουλοφόρων.

Αυτή είναι η αλήθεια και καλά θα κάνετε να την λουστείτε μερικοί από εσάς, που δεν λέτε να βάλετε μυαλό. Δυο - τρία παράνομα βιβλία που λένε την ΑΛΗΘΕΙΑ υπάρχουν, θα τα βρείτε αν ψάξετε επαρκώς. Τα χιλιάδες υπόλοιπα που λένε ακριβώς το ανάποδο, οφείλουν την ύπαρξή τους στην ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ που σας έκανα στην προηγούμενη παράγραφο. Οτι ήλεγχαν όλους τους εκδοτικούς οίκους της Ελλάδος διότι οι Κουκουέδες είχαν την κυβέρνηση!

Και εκείνος ο μαυραγορίτης, ο κουκουλοφόρος της κατοχής, ο Μίκης (μα τι άθλιο όνομα) Θεοδωράκης, καλά θα κάνει να συμμαζέψει τις υποχρεώσεις του και να ξαπλώσει σε κάνα ντιβάνι να ψοφήσει διότι πολύ μας τα έπρηξε που ζει τόσα χρόνια και δεν μας αρέσει. Να φεύγει σιγά - σιγά διότι έχουμε κι εμείς σειρά!

Και αυτά τα ψεύδη, ότι δήθεν προσέφερε πολλά στη μουσική και στους αγώνες, έρχομαι να ρωτήσω: Αντε να είναι και αλήθεια, τι αξία έχει αφού αμείφθηκε;. Και γιατί δεν τα εδώρισε τα χρήματά του εις το Κόμμα των ισχνών Μαυραγοριτών ή τουλάχιστον στους ασθενέστερους οικονομικά Λαχαναγορίτες που βολοδέρνονται στα μαγαζά; Ε; Να τα αφήσει λοιπόν αυτά που ξέρει! Εμείς δεν μασάμε!

Χαχαααααα-χαχαααααα!!! Απόσπασμα είναι κι αυτό από το βιβλίο σου; “Το Κουκουέδικο Έντυπο Μονοπώλιο Στα Σκουριασμένα Χρόνια 1945-1965” ???
Χαχαχααααα…
Α, ρε κονσερβοκούτι που χρειάζεται !

Οχι βρε Κώστα, λάθος γελάω ! Θα το επικαλούνται κάποιοι αυτό το κείμενο -και καλά να είσαι και τυχερός να μην αναφέρουν την πηγή, αλλιώς αν σε ονοματίζουν… ! Χαχαααααα!!!

Σάκη πολύ μεστό το απόσπασμα.Στείλε αν θές ένα μήνυμα που μπορώ να το βρώ.

Ο Θεοδωράκης, Κώστα, αν και έχει κάνει διάφορες “στροφές” και λακίσματα και λέει που και που καμιά χοντρή μαλακία στη τηλεόραση τώρα στα γεροντάματά του, έχει μια ιστορία πίσω του κι ένα σημαντικό καλλιτεχνικό έργο. Κι αυτό το έργο δε μειώνεται από τη συμπεριφορά του.

Ο Θεοδωράκης και κυνηγήθηκε και φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Φινίτο. Κι έγραψε μουσική. Μια μουσική που αγκάλιασε τον Λαό και τους Αγώνες του σε καιρούς δύσκολους, μια μουσική που άφησε εποχή κι έγινε κλασσική. Φινίτο.
Έβαλε μπουζούκια για λόγους λαϊκισμού; Τα κονόμησε; Κυνήγησε τη δόξα; Υπήρξε καιροσκόπος; Ναι. Όμως Έτερον εκάτερον!! Σταματήστε επί τέλους να μπερδεύετε δύο άσχετα πράγματα.

¶κου εκεί τί αξία έχει αφού αμείφθηκε… Σιγά ρε Κώστα, μη πάθεις τίποτα από την υπερβολική ανιδιοτέλεια και αγνότητα!

Μερικές φορές η μόνη λύση είναι να πάρεις τα βουνα

Για αυτούς που θέλουν να ξαναθυμηθούν τις παλιές συζητήσεις :

Θεοδωράκης / Ελληνική Μουσική - Ιούλιος 07, 2002 (από μια ερώτηση της Μάρθας, με γόνιμο διάλογο του Κ.Φέρρη και του Αρη Νικολαϊδη)

Οκτώβριος 25, 2005 (Νίκος Α. Πολίτης) – αλλά έμεινε η κουβέντα στη μέση…
http://www.rembetiko.gr/cgi-bin/forum/show.pl?tpc=161&post=105373

ΥΓ: Αντμιν, δε βρίσκω και μια άλλη μεγάλη, παλιότερη, ανάλυση του θέματος… Χμ…

(Το μήνυμα τροποποιήθηκε από τον/ην Ιωάννα 16 Μάρτιος, 2006)

Ωπ, τόμπολα! Στις 3 τα ξημερώματα που ανέβασα το κείμενο, θολωμένος από το ξενύχτι, παρέλειψα να δώσω και την συγκεκριμένη πηγή μου (μία από τις 50 που χρησιμοποίησα στο βιβλίο). Sorry!!!

Με προλάβατε και …βιαστήκατε τα μάλα μαμαζέλ Κλειάσιου, όπως κάνατε και τις προάλλες εξ’ άλλου (γνωρίζετε εσείς…το τηλεφώνημα…κλπ), για να ξεράσετε -για ακόμα μια φορά!!- όξος και χολή!
Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί μου …“συμπαρασταθήκατε” στην προώθηση του βιβλίου μου! Ανταγωνισμός; Ζήλεια; Φθόνος; Τι από όλα σας ταιριάζει;
Τέλος πάντων. Με την κακία σας να μείνετε. Μπράβο σας και άξιος ο “μισθός” σας. Κρίμα, λυπάμαι πολύ, γιατί είστε εμπαθής, προκατειλημμένη και κυρίως ΑΓΝΩΜΩΝ!! Και πάλι ξέρετε εσείς…

Και θα ρωτήσω με ανθρώπινο παράπονο: Γιατί καλή και γλυκειά μου Ιωάννα; Έτσι δεν συνηθίζω στα τηλεφωνήματά μας να σε προσφωνώ; Τι σου έκανα; Γιατί πας να μου βγάλεις τα μάτια; Δεν είμουνα εντάξει απέναντί σου; Δεν σου φέρθηκα καλά, ευγενικά, με νοιάξιμο, αγάπη, θαυμασμό και εκτίμηση;;;
Δεν σου έδειξα τη φιλία και την συμπαράσταση μου;
Καταλαβαίνεις τι κάνεις; Προς τι το μίσος και η κακία αυτή;;;;!!!
Τίποτα άλλο… Να 'σαι καλά. Ο Λαός μας όμως, ο θυμόσοφος, λέει: “Όλα εδώ πληρώνονται”!

(Υ.Γ: Συγγνώμη από τους υπόλοιπους φίλους για το ξέσπασμά μου. Είμαι και παραπονιάρης, πανάθεμά με. Αν δεν τα 'λεγα θα 'σκαγα.
Συγγνώμη κι από σένα καλή μου φίλη Ιωάννα για το …κακό(?) που σου 'κανα…Δεν το ξέρω ποιο είναι, αλλά δεν μπορεί, κάτι κακό θα πρέπει να σου έκανα για να συμπεριφέρεσαι έτσι!!!)

Σ.Π.

Σωτήρη,

αν μου επιτρέπεις, πριν πάρουμε τα βουνά, κοίταξε καλύτερα το μήνυμα του Κώστα. Κατάφερε μέσα από καταλυτικό χιούμορ ως δεξιοτέχνης φωτογράφος, αλλά και με αρκετή ευαισθησία, να ζουμάρει στην ελληνική κοινωνικο-πολιτική σκηνή των νεότερων χρόνων.
Τελικά μόνο με χιούμορ αγγίζουμε κάποιες πικρές αλήθειες…
Κώστα, συγχαρητήρια!

Ελένη.

Μπάχαλο το κάναμε παιδιά…
κάπου έχω ενα scriptακι για υπότιτλους, πρέπει να το εγκαταστήσουμε αδμινορα…

ΚΚ- κορυφαίος
Πάνος- δεν…
Σώτος - προς Πάνο, προφανώς
Ελένη - προς Κώστα σωστά, προς Σώτο ατυχώς…
λοιποί - …

Ρε παιδιά, αν θέλετε να μου την πείτε, κάντε το με επιχειρήματα, κι όχι με εξυπνακίστικα πόστιγκ τύπου “νόου κόμεντ”. Να ξέρω δηλαδή κι εγώ που ακριβώς δεν τα βρίσκουμε.

Τώρα είδα το μέηλ.

Μιας και μου αρέσουν τα “καθαρά” θέματα, καθώς και οι ξεκάθαρες εξηγήσεις, άνοιξα άλλο τόπικ για να απαντήσω στον Πάπιστα, ώστε εδώ να συνεχιστεί η εποικοδομητική αρχική συζήτηση.

ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΟ ΚΡΕΣΕΝΤΟ ΠΑΠΙΣΤΑ :
http://www.rembetiko.gr/forum/messages/53/102683.html


Αν θες κι εσύ Web-μάστορα μετακίνησε το σχόλιο σου εκεί. Να μην τα κάνουμε όλα τα θέματα μπάχαλο…

(Το μήνυμα τροποποιήθηκε από τον/ην Ιωάννα 16 Μάρτιος, 2006)

γιαυτό καλύτερα να ασχολούμαστε με το τί συνέβη στη μικρασία μεταξύ 1100 και 1700!!!οσο πλησιάζουμε πιό κοντά στο σήμερα,τόσο υπάρχουν μεγαλύτερα προβλήματα συνεννόησης.απο αυτήν την πλευρά μπράβο των ΧΜ και του Αργύρη Μπακιρτζή.
Πίσω στο παρελθόν,λοιπόν!
Μόνο μην πιάσουμε το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη,γιατί θα…στενοχωρηθούμε πάλι…

ΟΚ, το αντέγραψα στο νέο topic αλλά χρειάζεται παρέμβαση “εξ’ άνωθεν” για να διαγραφεί από εδώ.
Παρακαλούνται οι κ.κ. Διαχειρισταί όπως επιληφθούν του θέματος.