Ύστερα από μια έρευνα που έκανα πάνω στην πλούσια μουσικοχορευτική παράδοση της Λήμνου, αποφάσισα να την μοιραστώ με την κοινότητα και να ακούσω τις γνώμες σας. Στην Λήμνο παρατηρούνται 6 βασικοί χοροί. Ο κεχαγιάδικος ή κεχαγιάς, το πάτημα ή πάτμα, ο κατσιβέλικος (καρσιλαμάς ανδρών), το ελενάκι (γυναικείος καρσιλαμάς), ο Παναγιά χορός και ο μπροστοπισινός ή τσιμανδριανά κορίτσια (όνομα του τραγουδιού του χορού). Φαίνεται οι περισσότεροι χοροί να έχουν καταγωγή από το χωριό Τσιμάνδρια εκτός από τον χορό Παναγιά, που παραπέμπει στο χωριό Παναγιά στα ανατολικά του νησιού. Οι χοροί χορεύονται και διατηρούνται μέχρι και σήμερα σε ολόκληρο το νησί. Η Λήμνος είχε σαν παραδοσιακό όργανο την Λημνιά λύρα. Τις παλιές εποχές κάθε χωριό είχε από τουλάχιστον έναν ή παραπάνω λυράρηδες σύμφωνα με ντόπιους κατοίκους. Ο τελευταίος σπουδαίος λυράρης που είχε γίνει ηχογράφηση και διατήρηση στα τραγούδια του με την Λημνιά λύρα, ήταν ο Θανάσης Κοτσιναδέλης που απεβίωσε το 2022. Αυτήν την στιγμή οι λυράρηδες που υπάρχουν στην Λήμνο είναι δύο. Ο ένας είναι ο Μαρίνος Κεφάλας, ο οποίος χρησιμοποιεί από όσο φαίνεται κρητική λύρα ή κρητική λύρα με αλλαγή στο κούρδισμα. Ο δεύτερος είναι ο Αχιλλέας Καλτσούνης, ο οποίος διδάσκει Λημνιά λύρα στο Λύκειο Ελληνίδων Λήμνου. Τον τελευταίο καιρό υπάρχει προσπάθεια στην αναβίωση της λύρας από κατασκευαστές οργάνων. Πάνω στην έρευνα μου διαπίστωσα πως σε μερικές εργασίες σχολείων σχετικά με την παράδοση της Λήμνου καθώς και με την λειτουργία AI της Google, αναφέρεται πως η τσαμπούνα αποτελεί και αυτή παραδοσιακό όργανο της Λήμνου. Η αλήθεια είναι πως δεν βρήκα κάποια άλλη πληροφορία πάνω σε αυτό, ούτε ηχογραφήσεις. Βλέποντας τις τσαμπούνες σε ολόκληρη την Ελλάδα, βλέπω πως αυτό το όργανο απουσιάζει στο βόρειο Αιγαίο. Εάν έχετε κάποια άλλη πληροφορία πάνω σε αυτό το κομμάτι της τσαμπούνας, θα ήμουν στην ευχάριστη θέση να το ακούσω. Προφανώς τοπικοί κάτοικοι και τοπικοί μουσικοί θα γνωρίζουν κάτι σε αυτό το κομμάτι. Σας ευχαριστώ πολύ, περιμένω να ακούσω τις απόψεις και τις γνώσεις σας!
Παρανόηση λόγω συνωνυμίας. “Τσαμπούνα” ονομάζουν στη Λήμνο αυτό που αλλού ονομάζουν μαντούρα ή μονοτσάμπουνο: έναν αυλό τσαμπούνας μόνο του. Πρόκειται για ένα από τα πιο στοιχειώδη μουσικά όργανα που υπάρχουν, ένα καλάμι με μια άκρη κλειστή, μια εγκοπή που κάνει το «σφύριγμα» και συνήθως πέντε τρύπες. Φτιάχνεται σε λίγα λεπτά.
Στα νησιά όπου παίζουν τσαμπούνες (κανονικές), το μονοτσάμπουνο χρησιμοποιείται ως πρώτο στάδιο εκμάθησης. Παλιότερα χρησιμοποιόταν επίσης ως ένα υποτυπωδώς μουσικό παιδικό παιχνίδι, που έφτιαχναν τα παιδιά μόνα τους. Το είχαν πιο πολύ σαν σφυρίχτρα, όχι για καθαυτού μουσική, αλλά όσα τύχαινε να ‘χουν και μουσική κλίση κατάφερναν να βγάλουν μερικούς σκοπούς, πράγμα που πιθανόν στην πορεία να τους οδηγούσε και στην πλήρη τσαμπούνα (που έχει επίσης 5 τρύπες, άρα πρακτικά τις ίδιες μουσικές δυνατότητες: περιορισμένες μεν, κι όμως αρκετές για πολύ μεγάλο ρεπερτόριο).
Είχαν λοιπόν και στη Λήμνο μονοτσάμπουνα, αλλά μόνο ως παιχνίδι. Άντε κατ’ εξαίρεση να υπήρχε κανένας μεγάλος που να μπορούσε να παίξει ολοκληρωμένους σκοπούς. Κανονικές τσαμπούνες όμως δε μαρτυρούνται.
Σε μέρη όπου δεν υπάρχουν τσαμπούνες, βρίσκουμε καμιά φορά τη λέξη «τσαμπούνα» με κάποια άλλη σημασία. Στη Λήμνο είναι το μονοτσάμπουνο. Σε κάποια χωριά της Μακεδονίας είναι το γλωσσίδι της γκάιντας.
Στην παρανόηση μεταξύ τσαμπούνας και μονοτσάμπουνου έπεσε και η Δ. Μαζαράκη. Στο «Λαϊκό κλαρίνο» της έχει κάποιες ενότητες όπου μιλάει για την τσαμπούνα αλλά στην εικόνα δείχνει ένα μονοτσάμπουνο.
Σάμο-Φούρνους-Ικαρία έχει. Και Χίο επίσης. Μυτιλήνη όχι, αλλά κυκλοφορούν κάποιες ανεπιβεβαίωτες ενδείξεις για παλιότερη ύπαρξή της (όμως σ’ ένα χωριό είχαν γκάιντες!). Θάσο-Σαμοθράκη όχι, όμως στη Θάσο -που βέβαια πρακτικά είναι Μακεδονία- είχαν γκάιντες.
Μερικοί ακόμη λυράρηδες έχουν ηχογραφηθεί παλιότερα μεν από τον Σίμωνα Καρά (LP τραγούδια Θάσου, Λήμνου και Σαμοθράκης =~cd Ταγούδια Β+Α Αιγαίου), πιο πρόσφατα δε από το Αρχείο Μουσικού Πολιτισμού Βόρειου Αιγαίου, από το οποίο και η παρακάτω έκδοση (βιβλίο + 5 σιντί):
ή, ακριβέστερα, οι πληροφορητές της, αποκλειστικά επαγγελματίες κλαριτζήδες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις (αλλά σίγουρα με απαξίωση) σχετικά με τσαμπούνες, μονοτσάμπουνα κττ.
Όχι, η ίδια. Οι πληροφορητές μια χαρά ήξεραν τι έλεγαν, αλλά το να μεταφέρεις σωστά τις πληροφορίες τους δεν είναι κάτι που γίνεται αυτόματα. Αν ο ερευνητής δεν ξέρει ο ίδιος περί τίνος πρόκειται, ακόμη και με κατά λέξη παράθεση μπορεί να τα αλλοιώσει.
Και στο παραπάνω βιβλίο για τη Λήμνο τα ‘χουν κάνει λίγο θάλασσα με το μονοτσάμπουνο. Όχι οι πληροφορητές.
Αυτό ναι, ξαναπές το, και ξαναματαπές το!
Λοιπόν, πάμε ξανά με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Ιδού τι λέει η Μαζαράκη (Το λαϊκό κλαρίνο, Κέδρος 1984, α’ έκδ. 1959):
Παραθέτω τη σελ. 17*, που είναι η πρώτη του κυρίως βιβλίου, και την εικόνα της σελ. 20. Στις σελ. 18-20, όσες αναφορές υπάρχουν στην τσαμπούνα είναι όμοιες με αυτές της σελ. 17.
Η Μαζαράκη δεν έχει καμία σύγχυση η ίδια. Ονομάζει τσαμπούνα τη μαντούρα, και μιλάει για τη μαντούρα. Τα όσα λέει για την ιστορική οργανολογία του κλαρίνου, δηλαδή για την προέλευσή του, είναι σε γενικές γραμμές σωστά, εξ όσων γνωρίζω, και αποδεκτά και σήμερα (ίσως έχουν αλλάξει κάποιες λεπτομέρειες).
Η τσαμπούνα ως άσκαυλος δεν την ενδιαφέρει (και ορθώς) εδώ. Απλώς αναφέρει, παρεμπιπτόντως, ότι από την «τσαμπούνα=μαντούρα» ονομάζεται και ο άσκαυλος «τσαμπούνα».
Πού το βρήκε όμως ότι η μαντούρα λέγεται τσαμπούνα; Ο Νίκος λέει, από τους πληροφορητές. Εγώ λέω, τα μπέρδεψε μόνη της. Φαίνεται ότι πιο κοντά στην αλήθεια είναι ο Νίκος:
Δεν πρόκειται μεν για πληροφορητές. Πού να τους βρει; Οι τσαμπούνες κι οι μαντούρες υπάρχουν στα νησιά, τα κλαρίνα κυρίως στις στεριές. Δεν είχε καμία δουλειά να κάνει επιτόπια έρευνα για την τσαμπούνα στα νησιά. Υπήρχε μόνο η βιβλιογραφία. Φαίνεται (και δηλώνει) ότι το βρήκε από δύο πηγές που αναφέρει στην υποσημείωση. Ο Carse δεν ξέρω ποιος είναι. Ο Sachs υπήρξε κορυφαίος οργανολόγος. Όμως και τα δύο παραπεμπόμενα έργα είναι της δεκαετίας 1930. Ποιος είχε κάνει επιτόπια έρευνα στα ελληνικά νησιά το 1930 ώστε να τους πληροφορήσει ακριβέστερα; Ό,τι μπορούσαν μάζεψαν.
Προσθετέον ότι πέρα από «μαντούρα», που είναι λέξη αποκλειστικά της Κρήτης, σε άλλα νησιά, εκτός από «μονοτσάμπουνο», ο εν λόγω αυλός λέγεται επίσης «τσαμπουνάκι». Αλλού πάλι «τσαμπουνάκι» είναι μόνο η καλαμίδα (το πάνω κομμάτι, με το γλωσσίδι). Και σίγουρα υπάρχουν και μέρη, όπως η Λήμνος, όπου λέγεται αυτούσια «τσαμπούνα».
Επομένως θεωρώ ότι η σύγχυση περί την ονοματολογία είναι δικαιολογημένη, τουλάχιστον ως ένα σημείο. Πραγματολογική σύγχυση επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει: εννοεί μαντούρα, μιλάει για τη μαντούρα, και δίνει σωστές πληροφορίες γι’ αυτήν.
Βέβαια η βιβλιογραφία της Μαζαράκη δεν περιλαμβάνει το ειδικό άρθρο του Σπ. Περιστέρη για την τσαμπούνα του 1960-κάπου εκεί, ούτε τον Ανωγειανάκη, που επιχείρησε να βάλει μια τάξη στη χαώδη ονοματολογία των λαϊκών οργάνων, ούτε τον Καρακάση που, λίγο πριν τον Ανωγειανάκη, έκανε κι αυτός τη δική του αντίστοιχη προσπάθεια (που ειδικά μεταξύ μαντούρας και άλλων καλαμένιων αυλών δεν ήταν επιτυχής), ούτε το Bagpipes του Baines, που είναι η βίβλος των ανά τον κόσμο ασκαύλων. Όλα αυτά μπορεί να μην είχαν βγει το 1959, το 1985 όμως είχαν βγει.
Αλλά η β’ έκδοση του 1985 είναι αυτούσια ανατύπωση της πρώτης του 1959, εκτός ότι έχει προστεθεί καινούργιος πρόλογος.
Το 1959, για την α’ έκδοση, δεν ξέρω αν υπήρχε η δυνατότητα πρόσβασης σε εγκυρότερη και πιο πρόσφατη ενημέρωση εκτός από τα βιβλία που αναφέρει η υποσημείωση.
Εκεί που υπάρχει και πραγματολογική σύγχυση είναι σε κάποια άλλα σημεία, παρακάτω στο σώμα του βιβλίου, όπου γίνεται κάποια φευγαλέα αναφορά στην τσαμπούνα (π.χ. ότι στην Τζια εξακολουθούσαν να την προτιμούν πολύ αφότου είχαν εισαχθεί τα βιολιά στο νησί), κι εκεί είναι σαφές πλέον σ’ εμάς ότι εννοεί τον άσκαυλο. Δεν ξέρω αν είναι σαφές και στην ίδια.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Θα επανέλθω για το βιβλίο της Λήμνου, όπου εκεί υπάρχει πραγματική σύγχυση.
_____________________________________
*: Το «2» στον πάτο της σελίδας μη μας μπερδέψει. Είναι η αρίθμηση του τυπογραφικού φύλου. Η σελίδα είναι 17.
Ως προς το βιβλίο της Λήμνου τώρα.
Παραθέτω τη σελίδα τίτλου με τα πλήρη στοιχεία της έκδοσης, και στη συνέχεια την αναφορά στην τσαμπούνα, που βρίσκεται στις σελ. 243 και 244 της ενότητας «Οι μουσικές πρακτικές»:
Παράλληλα γίνεται αναφορά και στο σιλιάβρι, δηλαδή σουραύλι (φλογέρα με τάπα), η οποία συνεχίζεται στη σελλ. 244 κάτω από την εικόνα.
Διαβάζουμε λοιπόν για «ύπαρξη τσαμπούνας (χωρίς ασκό)». Το μεταφέρω αυτολεξεί. Είναι λάθος. Δεν υπήρχε τσαμπούνα χωρίς ασκό, υπήρχε κάτι άλλο, που ονομάζεται τσαμπούνα. Τσαμπούνα χωρίς ασκό θα ήταν αυτό που σημαίνουν οι λέξεις: μια τσαμπούνα (με δύο αυλούς, σκελετό και κέρατο) που την έχεις βγάλει από τον ασκό και την παίζεις με το στόμα. Υπάρχει αυτό σε άλλους λαούς. Στην Ελλάδα όχι.
Τι ακριβώς υπήρχε όμως στη Λήμνο, με το ίδιο όνομα; Δεν το είδαν. Τους το περιέγραψαν.
Αν δεν έχεις δει μαντούρα, ιδανικά μάλιστα να ‘χεις φτιάξει και παίξει κιόλας, είναι πολύ δύσκολο να την καταλάβεις από μια περιγραφή. Και εξ ιδίας πείρας μπορώ να βεβαιώσω ότι πριν την προτοδώ ο ίδιος είχα διαβάσει ακριβέστατες περιγραφές με καλές φωτογραφίες, και δεν είχα καταλάβει τίποτε. Όταν καταπιάστηκα μαζί της στην πράξη, μόνο τότε έβγαλα νόημα από τα διαβάσματά μου.
Μ’ αυτά τα δεδομένα, φαίνεται ότι οι πληροφορητές τους ήσαν πολύ ικανοί στην περιγραφή, γιατί όσα διαβάζουμε περιγράφουν με ακρίβεια μια μαντούρα. Είναι διαμεσολαβημένα όμως από την πένα των δύο συγγραφέων της ενότητας, οι οποίοι φαίνεται ότι δε γνωρίζουν τη μαντούρα κι έτσι δεν την αναγνώρισαν από την περιγραφή. Περιορίστηκαν να τη μεταφέρουν αρκετά πιστά ώστε να βγάζει νόημα (σ’ όποιον είναι σε θέση να το βγάλει).
Στην εικόνα βλέπουμε αυτό που φαντάστηκαν οι ίδιοι από τις περιγραφές. Δύο παραλλαγές της λεγόμενης «τσαμπούνας» και ένα σιλιάβρι. Την περιγραφή για το σιλιάβρι δεν την παρέθεσα, αλλά λέει τα αναμενόμενα: ένα σουραύλι όπως είναι λίγο-πολύ όλα τα σουραύλια στην Ελλάδα και όλες οι φλογέρες/φλάουτα με τάπα στον κόσμο. Βλέπουμε λοιπόν αφενός ότι οι εικόνες δεν έχουν πιάσει ούτε κατ’ ελάχιστον το πώς μοιάζουν αυτά τα δύο όργανα, αφετέρου όμως η κάθε λεπτομέρεια στις εικόνες θα μπορούσε πράγματι να περιγραφεί με τα λόγια που διαβάζουμε στο κείμενο!
Ξεφλουδίζοντας λοιπόν όλες αυτές τις πληροφορίες, κρατώντας τις σωστές, αποκαθιστώντας τις παρανοημένες και αφαιρώντας τα λανθασμένα συμπεράσματα, καταλήγουμε στην πραγματική πληροφορία, που είναι η εξής:
Στη Λήμνο έπαιζαν μαντούρες, άλλοτε μονοκόμματες και άλλοτε με ξεχωριστή καλαμίδα, με έξι ή λιγότερες τρύπες (σ.τ.Π.: το κλασικό στα άλλα νησιά είναι πέντε, όπως στην τσαμπούνα), και τις ονόμαζαν τσαμπούνες. Πλέον έχουν χαθεί. Και ότι ήταν όργανο μοναχικής ενασχόλησης, όχι για «κοινωνική» - κανονική μουσική.
Θα μπορούσα επίσης να προσθέσω ότι η δομή της ντόπιας λημνιάς μουσικής, όσο (μου) είναι γνωστή, δε μαρτυρεί να έχει διαμορφωθεί στα μέτρα της τσαμπούνας. Ακόμη και η λύρα, που σε πολλά νησιά παραδοσιακά ήταν σχεδιασμένη έτσι ώστε να παίζει περίπου ό,τι κι η τσαμπούνα, στη Λήμνο, με τον ίδιο σχεδιασμό αλλά διαφορετική χρήση, αξιοποιεί πολύ διαφορετικές δυνατότητες από τις «τσαμπουνόλυρες» άλλων νησιών.
Και, τέλος, ότι στη Λήμνο ήμουνα φαντάρος, είχα την τσαμπούνα, είχα γνωρίσει έναν ντόπιο βοσκό, την είχε δει, και μου είπε ότι δεν έχει ξαναδεί τέτοιο πράγμα αλλά ότι εκείνοι παλιά λέγανε τσαμπούνα αυτό που μόλις λέγαμε παραπάνω, τη μαντούρα. Κανονική έρευνα στη Λήμνο δεν έχω κάνει, ωστόσο γνώρισα τον μακαρίτη τον Νάσο Κοτσιναδέλη, μιλήσαμε, για τις λύρες βέβαια πιο πολύ, αλλά του ανέφερα και τις τσαμπούνες και μου είπε κι εκείνος ότι δεν είχανε.





