Η συζήτηση επανεξετάζει, δεκαέξι χρόνια μετά, την καταγωγή και τον ορισμό του ρεμπέτικου, με αφετηρία το παλαιότερο νήμα και το ερώτημα αν πρέπει να μελετάται όχι μόνο η καταγωγή του είδους αλλά και η καταγωγή της ίδιας της αντίληψής μας γι’ αυτό.
Κύριοι άξονες της συζήτησης:
Χρονική αφετηρία: Διατυπώνονται διαφορετικές προτάσεις, από τις προγενέστερες αστικές και λαϊκές παραδόσεις του 19ου αιώνα έως τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Οθωμανική Ανατολή, τη συνάντηση προσφύγων και Πειραιά μετά το 1922, και την επικράτηση του μπουζουκιού γύρω στο 1932-1933. Ορισμένοι τοποθετούν το «σκηνικό» του ρεμπέτικου ήδη γύρω στο 1890 ή θεωρούν ότι οι ρίζες του φτάνουν ακόμη βαθύτερα, στις αναδυόμενες πόλεις και στα λιμάνια της Μεσογείου.
Ρεμπέτικο και αστικό λαϊκό τραγούδι: Πολλοί θεωρούν τον όρο «αστικό λαϊκό τραγούδι» ευρύτερο και σαφέστερο, ενώ το «ρεμπέτικο» αμφιλεγόμενο και πολυσημικό. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το ρεμπέτικο αποτελεί διακριτή κατηγορία μέσα στο ευρύτερο αστικολαϊκό, η οποία δεν μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με αυτό. Προτείνονται διαφορετικές περιοδολογήσεις, με βασικούς σταθμούς την προδισκογραφική περίοδο, τις ηχογραφήσεις 1900-1922, την κυριαρχία του σμυρναίικου και πολίτικου, και την περίοδο των μπουζουκομπαγλαμάδων από το 1933 έως περίπου τη δεκαετία του 1950.
Περιεχόμενο και εικόνα του ρεμπέτικου: Αμφισβητείται η υπερβολική σύνδεσή του με χασίς, τεκέδες, μαχαιρώματα και τον υπόκοσμο. Επισημαίνεται ότι το ρεπερτόριο περιλαμβάνει επίσης έρωτα, ξενιτιά, φτώχεια, φυλακή, γλέντι και καθημερινές εμπειρίες. Η ετυμολογική και ιστορική εξέλιξη της λέξης «ρεμπέτικο» από τη σμυρναίικη «ρεμπέτα» παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι ο όρος μπορούσε να δηλώνει ευρύτερα έναν άτυπο, μποέμικο ή αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής.
Πολιτισμικές καταβολές: Η συζήτηση απομακρύνεται από μια αποκλειστικά ελληνοκεντρική προσέγγιση και εξετάζει τις οθωμανικές, μικρασιατικές, αρβανίτικες, ιταλικές, μεσογειακές και άλλες επιρροές. Αναφέρονται οι μετακινήσεις πληθυσμών, το εμπόριο, τα λιμάνια, η ναυτική ζωή και η διάδοση μελωδιών και οργάνων. Το πρώιμο αστικό λαϊκό τραγούδι θεωρείται από αρκετούς αποτέλεσμα της συνάντησης τοπικών δημοτικών παραδόσεων με τις νέες κοινωνικές συνθήκες των πόλεων.
Τοπικά αστικά ιδιώματα: Γίνεται λόγος για τα ταμπαχανιώτικα και τα λακκουδιανά της Κρήτης, τα γιαννιώτικα-ζαγορίσια, τα σμυρναίικα και πολίτικα, καθώς και για την αθηναϊκή καντάδα. Η καντάδα και το μαντολίνο θεωρούνται σημαντικές επιρροές, όχι όμως κατ’ ανάγκην η άμεση καταγωγή του ρεμπέτικου.
Ρόλος της δισκογραφίας: Η δισκογραφία αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως χρήσιμο χρονικό όριο, επειδή άλλαξε τη σχέση των δημιουργών με το τραγούδι και επέβαλε νέους επαγγελματικούς και αισθητικούς κανόνες. Άλλοι επισημαίνουν ότι υπήρχαν ρεμπέτικα και πριν από τις ηχογραφήσεις, τα οποία διασώζονται σε προφορικές, χειρόγραφες ή μεταγενέστερες παραδόσεις.
Πηγές και έρευνα: Παρότι διατυπώνεται η άποψη ότι δεν έχουν εμφανιστεί πολλά νέα στοιχεία από το 2010, αναφέρονται τα έργα του Σταύρου Κουρούση και η ανάγκη επανεξέτασης παλαιών συνεντεύξεων, βιογραφιών, δημοσιευμάτων και ηχογραφήσεων. Τονίζεται ότι ίσως δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως ούτε τα ήδη γνωστά τεκμήρια.
Συνολικά, δεν προκύπτει οριστική συμφωνία. Η συζήτηση συγκλίνει, ωστόσο, στην άποψη ότι το ρεμπέτικο δεν έχει μία μοναδική, σαφώς χρονολογημένη αφετηρία, αλλά διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα από αστικές μετακινήσεις, ποικίλες μουσικές παραδόσεις, τη δισκογραφία και τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες.
Ξαναδιάβασα το νήμα Η καταγωγή των ρεμπέτικων (II), που σώπασε τον Απρίλιο του 2010, και νομίζω ότι αξίζει να το ξανανοίξουμε.
Ξεκίνησε από το άρθρο του Σαββόπουλου για τα «πρώτα ρεμπέτικα»: περίπου 60 τραγούδια ηχογραφημένα σε 78άρια 1906–1930, τα περισσότερα φτιαγμένα από αδέσποτα δίστιχα. Γρήγορα όμως έγινε κάτι μεγαλύτερο, μια προσπάθεια να συμφωνήσουμε τι εννοούμε όταν λέμε «ρεμπέτικο». Ο @nikos_politis , η @elenh , ο @kwstas_ferris και πολλοί άλλοι κατέθεσαν περιοδολογήσεις, όρους και αντιρρήσεις. Το νήμα έκλεισε με μια ερώτηση του @alexinoos που έμεινε αναπάντητη:
Mήπως πρέπει να ψάξουμε όχι μόνο την καταγωγή του είδους, αλλά και την καταγωγή της ιδέας που έχουμε γι’ αυτό;
Από τότε άλλαξαν πολλά. Οι ηχογραφήσεις εκείνης της εποχής ακούγονται πια πολύ πιο εύκολα, και το ερώτημα της ορολογίας επανέρχεται συνέχεια σε νέα νήματα, χωρίς να έχει κλείσει.
Τρεις ερωτήσεις, για όποιον θέλει να μπει:
Πού βάζετε εσείς την αρχή; Ο @kwstas_ferris είχε γράψει ότι το ρεμπέτικο «κυήθηκε» το 1922, με τη συνάντηση των Σμυρνιών προσφύγων με τον Πειραιά, και «γεννήθηκε» το 1932, με την επικράτηση του μπουζουκιού. Συμφωνείτε, ή η αρχή βρίσκεται αλλού: στα μουρμούρικα του 19ου αιώνα, στη Σμύρνη και την Πόλη, στους γιουρούκικους σκοπούς;
Η εικόνα του υπόκοσμου. Η @elenh είχε διαμαρτυρηθεί ότι η έμφαση στα χασίσια, τους τεκέδες και τα μαχαιρώματα δίνει στρεβλή εικόνα για τα πρώτα ρεμπέτικα, αφήνοντας απέξω τον έρωτα, την ξενιτιά και τη φτώχεια. Ισχύει ακόμα αυτό στο πώς παρουσιάζεται σήμερα το ρεμπέτικο;
Καταγωγή του είδους ή καταγωγή της ιδέας; Αν η εικόνα που έχουμε για το ρεμπέτικο διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από διαλέξεις, βιβλία και μεταγενέστερους καλλιτέχνες, ποια από τις δύο ερωτήσεις σας φαίνεται πιο χρήσιμη σήμερα;
Όσοι ήσασταν στην αρχική συζήτηση, πείτε μας αν άλλαξε κάτι στη ματιά σας. Όσοι ήρθατε αργότερα, πείτε μας πώς βλέπετε το θέμα.
Πολύ βιαστικά, θα σας παραπέμψω στα βιβλία του Σταύρου Κουρούση (Από τον ταμπουρά στο μπουζούκι Α&Β τόμος, Αδέσποτα) τα οποία έχουν συνεισφέρει αρκετά καινούρια στοιχεία και ερμηνείες. Επίσης, νομίζω ότι και εδώ στο φόρουμ έχουν γίνει κατατεθεί τεκμήρια αλλά και συζητήσεις πάνω σε αυτά.
Πάντα υπάρχει χώρος για νέες πληροφορίες και προσεγγίσεις Νίκο, ειδικά μετά από 16 χρόνια που σταμάτησε το νήμα. Άλλωστε μπορεί να υπάρχουν και νέοι φίλοι που μπορεί να καταθέσουν ενδιαφέρουσες ιδέες. Πάντως θα είχε ενδιαφέρον να μαζέψουμε πηγές με ερευνητικές αναφορές στο θέμα αυτό!
Προσπάθεια να ανοίξει μια συζήτηση για νέες απόψεις και ιδέες είναι @liga_rosa
Ενδιαφέρον είναι ότι και ο Κουρούσης έχει καταθέσει κάποιες ερμηνείες. Επειδή είναι και μέλος του φόρουμ, ίσως να μας έδινε κάποια σημεία @stavros_k
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
7
Εδώ νομίζω δεν υπάρχει συμφωνία για το ποιο ακριβώς ρεπερτόριο είναι το “ρεμπέτικο”.. Όταν ο Χατζιδάκις έκανε τη γνωστή διάλεξη είχε κυρίως υπόψη τραγούδια της εποχής του, οι Βούλγαρης-Βανταράκης μιλάνε για “σμυραναίικα και πειραιώτικο ρεμπέτικο”, άλλοι θα έλεγαν “ρεμπέτικο” μόνο το πειραιώτικο..
Προσωπικά θεωρώ ότι οι ρίζες του ρεμπέτικου πάνε πολύ βαθύτερα από τον 19 αιώνα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι φτάνουμε στο σημείο που δημιουργήθηκαν οι πόλεις - κέντρα με την έννοια που έχουμε σήμερα για τις πόλεις. Η ζωή των κατοίκων σε αυτές διαφοροποιήθηκε από την “επαρχία”. Οι αλλαγές αυτές άλλαξαν και τον τρόπο διασκέδασης και έκφρασης. Δεν θεωρώ το ρεμπέτικο αποκλειστικά συνδεδεμένο με το μπουζούκι. Έχουμε παραδείγματα που ρεμπέτικα παίζονται με λύρες, με ταμπουράδες και άλλα παραδοσιακά όργανα. Κοινώς με ότι όργανο διέθετε ο εκάστοτε παίκτης. Πιθανολογώ ότι τραγουδούσαν ρεμπέτικα και α καπέλα χωρίς συνοδεία οργάνων. Άρα για μένα η συγκεκριμένη μουσική είναι ένα συνεχόμενο νήμα που δεν πιστεύω ότι διακόπηκε, παρά μόνο στην σύγχρονη εποχή λόγω τεχνολογίας.
Τώρα θα συμφωνήσω με την Ελένη σχετικά με την θεματολογία. Εδώ θα πάρω παράδειγμα το δημοτικό γιατί θεωρώ ότι υπήρχε μια παράλληλη διαδρομή. Όπως το δημοτικό καταπιάνεται με όλα τα θέματα, αγάπη, ξενιτειά, φυλακή, κλπ έτσι και το “ρεμπέτικο”, ως κομμάτι του αστικού λαϊκού τραγουδιού δεν χρειάζεται να “εφεύρει” νέα θέματα. Ίσα ίσα που χρησιμοποιεί δίστιχα ήδη γνωστά και διαδεδομένα.
Προσωπικά πιστεύω ότι τα “προβλήματα” που έχουμε για περιοδολογήσεις και για ξεκάθαρες ημερομηνίες, έχουν να κάνουν με το μπουζούκι. Αυτή η μουσική παράδοση υπήρχε πολύ πριν το μπουζούκι εμφανιστεί και κατασταλάξει ως όργανο. Για εμένα η περίοδος του μπουζουκιού είναι σταγόνα χρονικά, στην διαδρομή του ρεμπέτικου.
Πέρα απο το τι ρεπερτόριο ειναι Ρεμπέτικο και τι όχι, πράγμα που δεν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια, παρατηρώ πως η συζήτηση και ερευνα για το ρεμπέτικο παραμένει Ελληνοκεντρικη, δηλαδή ακόμα προσπαθούμε να ορίσουμε το ρεμπέτικο ο καθένας με τον τρόπο του αλλά μάλλον αυστηρά εντός κάποιου ειδους Ελληνισμού. Είναι θέμα που παραμένει λίγο ταμπού. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να αναγνωρίσουμε πιο ενεργα ΚΑΙ τις οθωμανικες καταβολές ακόμα και όταν αυτές δεν αφορούν άμεσα τον Ελληνισμό. Για παραδειγμα, αδέσποτους σκοποί δεν λέγανε μόνο οι Ελληνόφωνοι των παραλίων και μάλλον Ελληνικοί σκοποί δεν υπηρχαν αλλά υπήρχαν ντόπιες (Οθωμανικές;) μελωδίες που μπορεί να τραγουδούσε ο καθένας στη γλώσσα του. Αν λοιπόν θέλουμε να ορίσουμε ρίζες, θα πρέπει, πιστεύω, να απομακρυνθούμε απο την μόνο Ελληνοκεντρική προσέγγιση και να κοιτάξουμε την παράδοση σχετικών περιοχών.
Υπάρχει μια πολύ καλή εκδοχή για τη λέξη ρεμπέτης - ρεμπέτικο από έναν εκ των πρωταγωνιστών της εποχής “Μπαγιαντέρας”. Μπορείτε να τον ακούσετε στην συνέντευξη που υπάρχει στο αρχείον Κουνάδη στη Συνέντευξη Δημήτρη Γκόγκου ή Μπαγιαντέρα, Β΄ μέρος έκτο μέρος “6. Μάγκας και συναφείς έννοιες”.
Αυτή την εκδοχή πρώτη φορά την άκουσα για να είμαι ειλικρινής. Αλλά αυτό έχει να κάνει με την ονομασία.
Για την καταγωγή τώρα, η κοινή λογική λέει ότι δεν μπορεί να ψάχνουμε Ελληνοκεντρικά όπως ανέφερε και ο @alk. Παρόλα αυτά την εξέλιξη του ρεμπέτικου την θεωρώ Ελληνικότατο ζήτημα. Η μουσική αυτή ζυμώθηκε και συγχωνεύτηκε στη συνείδηση του Έλληνα στα μεταγενέστερα χρόνια ώστε ο Μπαγιαντέρας και όχι μόνο να μιλάει(νε) πια για λαϊκό τραγούδι!
Πολύ ενδιαφέρον αυτό που λες. Αλλά νομίζω ότι δημιουργεί ένα “πρόβλημα”, υπό την έννοια ότι, εντάξει, είναι παράγωγο σαν είδος, κάποιων μουσικών της Μεσογείου, αλλά το ζήτημα ζεϊμπέκικο χασάπικο και μπουζούκι δεν είναι έτσι γενικά από παντού. Πέρα από τα προφανή, που είναι η παράδοσή μας και η οθωμανική, θεωρώ ότι πολύ συμμετέχει και η Αρβανιτιά, καθώς και η Ιταλία, βλέποντας το μπουζούκι να επηρεάζεται από το μαντολίνο, για να το πάμε πιο γενικά και μη ελληνοκεντρικα. Αλλά νομίζω θα χάσουμε λίγο το μπουσουλα! Ας το επιχειρήσουμε!
Φυσικά στο ρεμπέτικο έχουν συμμετέχει βλάχοι, νησιώτες, μικρασιάτες, Πόντιοι, Αρβανίτες, Πολίτες, Εβραίοι, Αθηναίοι και Μυκηναίοι. Από το πρίσμα αυτό και μόνο, έχει μέσα άπειρα στοιχεία πολλών παραδόσεων! Αλλά αυστηρά θα πω, ότι το ρεμπέτικο σκηνικό κοντά σε αυτό που ξέρουμε, είναι εκεί στο 1900. Το μπουζούκι είναι διαδεδομένος όρος ήδη. Από το ποστ του Ανθίμου νομίζω, με τα αρχεία της Βουλής, βλέπουμε στον γραπτό τύπο να γράφεται το 1905 η λέξη μπαγλαμάς. Επίσης τα κουτσαβάκια και τα λοιπά μαστίζουν τους δρόμους το 1890 περίπου. Από το βιβλίο του Αρχιγενη, μαθαίνουμε ότι πολλοί μάγκες από την Τουρκία, όταν κάνανε φόνο, περνάγαμε Σύρο και από κει Πειραιά και κάπως κάπως, το βλέπεις να ζωγραφίζεται… Ο Μάρκος πάντως αποτελεί τον πρώτο ρεμπετη συνθέτη, που απογειώνει το είδος έπειτα από τριάντα περίπου χρόνια περιθωρίου.. και θα είναι για καιρό ακόμα περιθωριακό!
Προσωπικά θα έβαζα όλα τα μεγάλα λιμάνια της μεσογείου. Οι Υδραίοι εφοπλιστές για παράδειγμα φτιάξανε κατά κύριο λόγο τις περιουσίες τους από το σπάσιμο του αποκλεισμού των Άγγλων των λιμανιών της Γαλλίας κατά τους ναπολεόντειους πολέμους. (Μασσαλία κ.α.). Τα πληρώματα κατέβαιναν και διασκέδαζαν στα μαγαζιά τους. Ότι άκουγαν πιθανά το μετέφεραν πίσω στον Ελλαδικό χώρο. Ή κουβαλούσαν σιτάρι από την Μαύρη θάλασσα και το πουλούσαν σε όλη την δυτική Ευρώπη.
Ως προς το πρώτο ποστ μου να εξηγήσω ότι αναφέρομαι στο αστικό λαϊκό τραγούδι γενικότερα. Σε αυτό θεωρώ ότι υπάρχει παράδοση αιώνων. Το “ρεμπέτικο” ήταν και είναι λανθασμένος όρος.
Το συγκεκριμένο κομμάτι που εξετάζουμε σίγουρα αναπτύχθηκε στην Ελλάδα και όχι αλλού, αλλά για τις ρίζες συμφωνώ με το Αλέξανδρο ότι πρέπει να τις αναζητήσουμε και έξω από τον Ελληνισμό.
Πολύ ωραίες πληροφορίες. Θα προσπαθουσα να το περιορίσω κάπως, πιο πολύ στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά υπάρχει το how dry I am, ή αλλιώς ο μπουφετζης
Αυτό που συνειδητοποιείς, μελετώντας οτιδήποτε ανθρώπινο, είναι ότι ισχύει το φαινόμενο της πεταλούδας. Πόλεμοι, μετακινησεις, εμπόριο κλπ, μέσα στ κάποια αποτελέσματα έχουν, είναι και τρόποι πολιτισμικού διαλόγου. Αυτο που εμείς θεωρούμε γενικά, ως πληθυσμός, παραδοσιακά τραγούδια, π.χ. κλαρίνα, είναι παντελώς διαφορετικό από ότι ήταν πριν διακόσια χρόνια π.χ. και μόνο που εισήχθη το κλαρίνο, ως όργανο, άλλαξε και τις ερμηνείες! Δύναται να πει κάποιος ότι αυτό είναι μια γερμανική μουσική επιρροή από μια σκοπιά.. που ποιος δεν επηρεάστηκε και από την κλασσική μουσική; Δεν την ακούμε αρκετά στο λαϊκό μας τραγούδι; Ο Τσιτσάνης προπολεμικά έχει συνθέσεις που είναι Δύση. Αλλά εκεί δεν ξέρω αν μιλάμε για ρεμπέτικο ή για προσωπική πλέον δημιουργία.. τα μπερδεύω με σκόρπιες σκέψεις λίγο
Διάβασα όλη την συζήτηση που έβαλε σαν αφορμή ο Χρήστος στο αρχικό ποστ. Η Ελένη και ο Νίκος Πολίτης έφτιαξαν κάποια χρονικά όρια προσπαθώντας να ξεκινήσουν μια πιο εμπεριστατωμένη κουβέντα.
Κατά την γνώμη μου η καλύτερη ιδέα ήταν να βγει εκτός ο όρος “ρεμπέτικο” και να ξεκινήσουν να εξετάζουν συνολικότερα το Αστικό Λαικό Τραγούδι οριοθετόντας όσο γινόταν, (γιατί επικαλύψεις υπάρχουν), τα είδη που αυτό περικλείει. Θεωρώ ότι από την κουβέντα εκείνη το πιο ουσιαστικό που βγήκε, είναι ότι ο όρος “ρεμπέτικο” ως ομπρέλα μπερδεύει τα πράγματα.
Σίγουρα ο όρος «αστικολαϊκό» είναι πιο εύληπτος, δεν δημιουργεί σύγχυση, δεν εγείρει τόσες αμφισβητήσεις και απορίες, δεν χρειάζεται πολλές επεξηγήσεις κ.λπ., σε αντίθεση με τον όρο «ρεμπέτικο». Επομένως και η αντίστοιχη περιοδολόγηση καθίσταται πιο εύκολη.
Και μια ανατροπή: η συνειδητοποίηση ότι ο όρος «ρεμπέτικο» που πρωτοχρησιμοποιήθηκε και ετικοπροσδιόρισε τραγούδια καθόλουδεν ήταν εφεύρημα κάποιων υπευθύνων εταιρειών δίσκων [όπως υποστηριζόταν από αρκετούς ερευνητές] και επίσης όπου και από όποιους πρωτοχρησιμοποιήθηκε, αυτό έγινε συνειδητά και καθόλου τυχαία. Γνωρίζοντας πια ότι ο όρος «ρεμπέτικο» προήλθε από τη λ. «ρεμπέτα», έναν όρο που υπήρχε ήδη στη σμυρνέικη αργκό, νωρίτερα από το 1871 (όταν επίσημα καταγράφεται) , και παρακολουθώντας την πορεία της λ., διαπιστώνεται μέσα από μελέτη πηγών ότι από ιδιόλεκτος του υποκόσμου [: χαρακτηρισμός παράνομων / περιθωριακών ομάδων (νυκτοκλεπτών) ] συν τω χρόνω έφτασε να προσδιορίζει είτε μια κατάσταση χωρίς επισημότητες / καθωσπρεπισμούς και πέρα από κανόνες είτε ανθρώπους που ζουν μποέμικα, ανέμελα, με ροπή προς τη διασκέδαση και την ανώφελη απασχόληση.
Δικαιώνεται λοιπόν και ο Προκοπίου σύμφωνα με τον οποίο «τα ρεμπέτικα μυρίζουν μαχαλά τσι Σμύρνης» και σαν τέτοιο αναφέρει το:
«…*Δεν σου τώπα μια μες στην Αρμενιά
δεν σου τώπα δυο μες στο μπαρμπεριό
δεν σου τώπα τρεις να μην παντρευτείς…»
Αλλά και οι υπεύθυνοι των εταιρειών που και αυτοί με τη σειρά τους ετικοπροσδιορίζουν ως «ρεμπέτικα» τραγούδια όπως η «Απονιά», το «Τικ τακ», τραγούδια γλεντζέδικα, μποέμικα, ελαφρά, του κεφιού και της ανεμελιάς.
Και η «επιβεβαίωση» ίσως από τον Innes ο οποίος μιλώντας για τα «ρεμπέτικα» τα χαρακτηρίζει ως «…ελαφρά τραγούδια των λαϊκών/κατώτερων στρωμάτων…».
Έχει τη σημασία της αυτή η επισήμανση [πέρα από τα λεξικολογικά που αναφέρθηκαν] γιατί ακόμα και κάτω από τον όρο «ρεμπέτικο» πρέπει να συμπεριλάβουμε και τραγούδια αυτής της κατηγορίας (ελαφρά / γλεντζέδικα κ.κπ) τα «προ – ρεμπέτικα», να τα ονομάσω; Εννοώ τα αδισκογράφητα, αυτά που σώζονται στο χειρόγραφο της Βιέννης π.χ. ή στη συλλογή του Φωριέλ, δίστιχα εξάλλου από αυτή τη μεγάλη παρακαταθήκη αξιοποιήθηκαν επιτυχώς από τους δημιουργούς του σύγχρονου αστικολαϊκού μας τραγουδιού.
Επομένως, έστω και μια πρόχειρη ματιά σε όλη αυτή την πολιτισμική μας παρακαταθήκη, μάς απομακρύνει από την ταύτιση έστω του «ρεμπέτικου» (αν όχι του «αστικολαϊκού) με μαχαιρώματα, ουσίες, αίματα και γενικά περιθωριακή συμπεριφορά. Τραγούδια με τέτοιο περιεχόμενο ασφαλώς και υπάρχουν, είναι όμως ο κανόνας; Είναι η πλειοψηφία, ώστε να γίνει η ταύτιση;
Η καταγωγή της ιδέας τώρα πια, μετά από τόσο μελάνι που έχει χυθεί, θεωρώ ότι δεν «κατάγεται από διαλέξεις και βιβλία γραμμένα από ανθρώπους οι οποίοι ομιλούν αναρμοδίως», αλλά από τις βιογραφίες των καθ’ ύλην αρμοδίων, των ίδιων των συντελεστών του λαϊκού μας τραγουδιού, από πληθώρα γραπτών πηγών από τον Τύπο, από τη γενικότερη βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη κ.λπ.
Θεωρώ ότι το “λάθος” σε εκείνο το νήμα ήταν ότι απλώθηκε πολύ και κατά την γνώμη μου χωρίς λόγο. Ενώ είχαν στα χέρια τους τα πρώτα “εργαλεία” για να προχωρήσουν και να βρουν κάποια άκρη, αναλώθηκαν σε δευτερεύοντα ζητήματα που στο τέλος κούρασαν και αποθάρρυναν τη συμμετοχή.
Για να μην μιλήσω για τα ελιτίστικα σεντόνια χωρίς ουσία.