Ασφαλώς και οι δυο. Η καθεμία εκεί όπου είναι χρήσιμη.
…κλπ (όλο το ποστ)
Εδώ και χρόνια τείνω να καταλήξω σε μια άποψη πολύ κοντά σ’ αυτήν του Λουκά:
Έχουμε τις μετακινήσεις πληθυσμών από προσφυγιά και από εσωτερική (και εξωτερική) μετανάστευση. Μάζες ανθρώπων μετακινούνται από χωριά προς πόλεις. Εγκαταλείπουν την αγροτική κουλτούρα μέσα στην οποία είχαν ανδρωθεί οι ίδιοι κι όλες οι αμέτρητες γενιές των προγόνων τους, και προσπαθούν / αναγκάζονται να ενσωματωθούν στην κουλτούρα των άστεων, που όχι μόνο δεν τη διέθεταν και τους ήταν ξένη και αλλόκοτη και εχθρική, αλλά δεν ήταν καν οριστικά διαμορφωμένη ούτε μέσα στα ίδια τα άστη που τους δέχτηκαν, αφού κι αυτά περνούσαν συνέχεια ανακατατάξεις και τομές στην κοινωνική τους δομή.
Στο χωριό του, ο μετέπειτα μετανάστης / πρόσφυγας διέθετε έναν μουσικό κώδικα μέσω του οποίου εκφραζόταν. Αυτός ο κώδικας ήταν κοινός με όλους τους χωριανούς του, ίσως και τους κοντοχωριανούς (αλλιώς μπορεί να είχε μικροδιαφορές), σχετικός οπωσδήποτε και με τους πιο μακρινούς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής, κ.ο.κ. - και κατά βάθος όχι διαφορετικός από όλους πανελληνίως τους αντίστοιχους κώδικες, απλώς η επιφάνεια διαφοροποιείται κατά περιοχές.
Αυτό τον κώδικα ήξερε, μ’ αυτόν εκφραζόταν, αυτόν κουβάλησε και στην πόλη.
Μόνο που εδώ πλέον είχε άλλα να εκφράσει. Στο προνεωτερικό χωριό το άτομο ήταν άρρηκτα δεμένο με την κοινότητα, η οποία χάρη στη μακραίωνη συλλογική εμπειρία είχε βρει τρόπους να ρυθμίζει τα της ζωής της και, σ’ έναν μεγάλο βαθμό, και τα της ζωής των μελών της. Η γνώση ήταν κυρίως κληρονομημένη και εμπειρική, ήταν κάποιες βασικές αναλλοίωτες αλήθειες.
Τα δημοτικά τραγούδια μιλάνε περισσότερο για αιώνιες αναλλοίωτες αλήθειες (τουλάχιστον όπως τις έβλεπαν) παρά για άτομα. Τα ονόματα των ηρώων τους, αν δεν είναι συμβολικά (η Αρετή, η Ευδοκιά), συνήθως είναι άδηλα (ο Γιάννος και η Μαριγώ, δηλαδή οποιοιδήποτε, δηλαδή θα πούμε μια ιστορία που δε συνέβη σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο αλλά απλώς είναι πάντοτε πιθανό να συμβεί σε οποιονδήποτε, έτσι ή κάπως παραπλήσια). Ακόμη και τα ιστορικά, που αναφέρονται σε συγκεκριμένα γεγονότα ή πρόσωπα, συχνά ανάγουν το περιστασιακό στο αιώνιο (π.χ. επαναλαμβάνοντας στερεότυπους στίχους από παλιότερα τραγούδια, που το ξέρει ο ακροατής ότι είναι παλιότερα κι έτσι συνδέει κι αυτός το συγκεκριμένο γεγονός με τη γενική αλήθεια).
Εδώ στην πόλη όμως ο μάγκας πρέπει να την παλέψει μόνος του. Δεν υπάρχει η κοινότητα για να στηριχτεί πάνω της, αλλά ακόμα και να υπήρχε, η συλλογική εμπειρική σοφία της θα ήταν άχρηστη, αφού εδώ οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές και πρωτόγνωρες. Στην πόλη, ο λαϊκός άνθρωπος αναγκάζεται να στραφεί περισσότερο στον εαυτό του. Εξατομικεύει. Πλέον στα τραγούδια του μιλάει για άτομα τα οποία αντιμετωπίζουν διάφορες καταστάσεις της πραγματικής ζωής των αστικών λαϊκών στρωμάτων.
Οι όμορφες των τραγουδιών δεν είναι πια «μια λυγερή», είναι συγκεκριμένες γυναίκες με όνομα, καταγωγή, επάγγελμα, με σάρκα και οστά.
Αλλά ο κώδικας στον οποίο θα τα εκφράσει όλα αυτά παραμένει εκείνος που ήξερε από τον τόπο του: τα ίδια παραδοσιακά ποιητικά μέτρα (σχεδόν αποκλειστικά ιαμβικά και τροχαϊκά) με τις ομοιοκαταληξίες τους, οι ίδιοι μουσικοί τρόποι και ρυθμοί.
Βέβαια δεν έχουμε τραγούδια με ρεμπέτικο (αστικολαϊκό) περιεχόμενο που μουσικά να είναι ξερωγώ ηπειρώτικα, ποντιακά, κρητικά. (Κι αν κάπου υπήρξαν κι αυτά και απλώς δεν τα ξέρω, περιορίστηκαν σε συγκεκριμένους κύκλους και δεν επηρέασαν συνολικά.) Έχουμε κάποιες συγκεκριμένες φόρμες, κυρίως τα διάφορα εννιάσημα, που απ’ όλη την ελληνική λαϊκή παράδοση παραπέμπουν κυρίως στη δυτική Μ. Ασία. Θα υπάρχει κάποια εξήγηση στο γιατί άνθρωποι με καταγωγή από οπουδήποτε στον Ελληνισμό κατέληξαν να υιοθετήσουν από κοινού αυτές τις φόρμες κι όχι εκείνες κάποιας άλλης περιοχής, αλλά γεγονός παραμένει ότι ο τρόπος που λειτουργούν αυτοί οι σκοποί μ’ αυτά τα δίστιχα είναι ακριβώς όπως θα λειτουργούσαν, με τα ίδια δίστιχα, σκοποί με διαφορετικό άκουσμα από την Κρήτη, τη Θράκη ή λίγο πολύ οπουδήποτε.
Συνοψίζοντας:
Το πρώιμο αστικό λαϊκό τραγούδι μουσικά πατάει σε προϋπάρχουσες τοπικές δημοτικές παραδόσεις. Η διαφοροποίησή του έγκειται στο τι εκφράζει: την ατομικότητα που ανακαλύπτει ο πρώην κάτοικος του προνεωτερικού χωριού όταν έρχεται να ενσωματωθεί στα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας των πόλεων.
