Υπάρχει ένα μεγάλο ανοιχτό θέμα στην έρευνα σχετικά με το αστικό λαϊκό τραγούδι. Το ψιλοανέφερα (στο#15):
Πρόκειται, για να το δούμε πλέον αναλυτικότερα, για τους ορισμούς “ρεμπέτικο” και “λαϊκό”, βεβαίως πάντα σε συνδυασμό με τον όρο (ελληνικό) “αστικό λαϊκό τραγούδι” ως σύνολο όλων των υποκατηγοριών που εντάσσονται σε αυτό. Το θέμα, μαζί με πολλά άλλα παρεμφερή, έχει συζητηθεί πάμπολλες φορές στο φόρουμ, εδώ ήταν η σοβαρότερή μας απόπειρα να προσπαθήσουμε να βρούμε κάποιαν άκρη. Φυσικά, αποτελέσματα δεν βγήκαν.
Αυτό λοιπόν το θέμα, που όσο το αστικό λαϊκό τραγούδι δεν είχε ακόμα μπεί στα ενδιαφέροντα των ερευνητών, δεν απασχολούσε κανέναν απολύτως, σήμερα είναι δυσεπίλυτη ασάφεια που δημιουργεί σειρά ολόκληρη προβλημάτων / παρανοήσεων / παρεξηγήσεων. Αλλά πριν αναλύσουμε λεπτομερέστερα τις έννοιες ρεμπέτικο και λαϊκό, ας πιάσω κάτι που ανέφερε η Ελένη και θα ήθελα να σχολιάσω:
Το μοντέλο “Ποτάμι, που συντίθεται από τα επί μέρους ρυάκια Σμύρνη, κουτσαβάκικα ελλαδικού χώρου, τραγούδια φυλακής, τραγούδια του τεκέ, επιρροές από δημοτικό / νησιώτικο, δυτικές επιδράσεις” νομίζω πως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Άλλο, τελείως άλλο, το επονομασθέν “Σμυρναίικο” τραγούδι, δηλαδή τα σμυρναίικου ύφους τραγούδια που γράφτηκαν και δισκογραφήθηκαν στην Αθήνα του μεσοπολέμου από Σμυρνιούς / Πολίτες μουσικούς, άλλο το επονομασθέν “Πειραιώτικο” ύφος, με αρχικούς εκφραστές τους Μάρκο, Μπάτη, Γιοβάν Τσαούς κλπ. Το πρώτο δημιουργήθηκε πάνω στα σμυρναίικα / πολίτικα πρότυπα που ήταν βεβαίως οικεία στους μουσικούς που κατέληξαν στην Αθήνα, διωγμένοι και επιζήσαντες από τη μικρασιατική καταστροφή, το δεύτερο από τους “Πειραιώτες”, σε φόρμες τελείως, μα τελείως διαφορετικές από εκείνες του Σμυρναίικου, τόσο σε επίπεδο μουσικής μορφολογίας όσο και σε οργανολογικό επίπεδο. Καμμία σχέση. Εδώ έχουμε μίαν ανατροπή, όπου ξαφνικά μπαίνει εμβόλιμη η Τετράς των “Πειραιωτών”, ανατρέποντας το μέχρι τότε κατεστημένο των σμυρναίικων. Η μοναδική σύνδεση μεταξύ τους είναι κάποιοι εννεάσημοι ρυθμοί, (ζεϊμπέκικο / απτάλικο / καρσιλαμάς), που όμως ήταν ήδη γνωστοί στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν την έλευση των προσφύγων, έχοντας ταξιδέψει σε όλες τις θαλάσσιες διαδρομές του Αιγαίου και έχοντας αποκρυσταλλωθεί στο λεγόμενο “κουτσαβάκικο” τραγούδι, που ανθούσε στις ελλαδικές μεγαλουπόλεις, τις φυλακές κλπ. ήδη από το 19ο αιώνα. Αυτή είναι η “ανατολίτικη υφή”, ναι, αλλά δεν μας κληροδότησε κανένα “υβρίδιο”: άλλη η “Πασαλιμανιώτισα, τσαχπίνα ζωντοχήρα” του Τούντα ή το “Φονιάς θα γίνω” του Μπαϊντιρλή, άλλο το “εφουμέρναμ’ ένα βράδυ” ή το “Καραντουζένι” του Μάρκου. Δεν ήταν πολυποίκιλες οι μουσικές φόρμες, διαφορετικές ήταν. Παράλληλα έτρεχαν τα ρυάκια, δεν συγχωνεύτηκαν σε ένα ποτάμι. Το ποτάμι το έφτιαξε ο Πετρόπουλος, αν θέλετε, τσουβαλιάζοντας διαφορετικά μεταξύ τους είδη όπως το Σμυρναίικο και το Πειραιώτικο, μέσα στο τσουβάλι που του έδοσε την επιγραφή “Ρεμπέτικο”. Και έτσι, ερχόμαστε στο κυρίως θέμα: την ασάφεια ανάμεσα στους ορισμούς “ρεμπέτικο” και “λαϊκό” και, αν θέλετε, και “σμυρναίικο”. Τούτο το τελευταίο πάντως, σχετικά εύκολα ξεκαθαρίζεται: έχει τα δικά του χαρακτηριστικά, που δεν τα έχει κανένα άλλο είδος, οπότε ξέρουμε ακριβώς γιατί μιλάμε.
Για το “λαϊκό” όμως και το “ρεμπέτικο”, υπάρχει τεράστιο πρόβλημα. Και ξεκινάει απ’ τους ίδιους τους λαϊκούς δημιουργούς. Ούτε εκείνοι ήταν σε θέση να προσδιορίσουν με σαφήνεια τα όρια μεταξύ των δύο ορισμών, πολύ περισσότερο δεν έβλεπαν, συνήθως, καμμία διαφορά. Στην πασίγνωστη αφίσα της Τετράδος για το “ρομαντικόν μπάρ Ο Μάρκος”, η ορχήστρα που θα παίζει κάθε βράδυ είναι “λαϊκή ρεμπέτικη”. Αν κάποιος ρώταγε τότε (1936) το Μάρκο, - Καλά, τι ορχήστρα είσαστε, λαϊκή ή ρεμπέτικη; , ο Μάρκος απλά θα τα μπουρδούκλωνε, μη ξέροντας να απαντήσει σαφώς. Κάτι ανάλογο έγινε και με δεκάδες συνεντεύξεις του Τσιτσάνη στον τύπο της εποχής μετά το 1960 και μέχρι το θάνατό του, καθώς και με άλλους συνθέτες.
Κατά μίαν άποψη, από το 1932 που έγινε η “μεγάλη ανατροπή” και μέχρι χοντρικά τη δεκαετία 1950 είχαμε “ρεμπέτικο”, μέσα στη δεκαετία αυτή όμως το ρεμπέτικο μετεξελίσσεται σταδιακά σε “λαϊκό”. Ποιός είναι σε θέση να μας προσδιορίσει τα μουσικολογικά χαρακτηριστικά του ενός και εκείνα του άλλου;
Δυστυχώς εγώ, τουλάχιστον, δεν είμαι σε θέση ούτε να δώσω απάντηση ικανοποιητική σε αυτό το ερώτημα, ούτε να προτείνω κάποιον άλλο τρόπο κατηγοριοποίησης του αστικού λαϊκού τραγουδιού. Ακούω, λοιπόν, τυχόν προτάσεις.