Γλωσσαριακές παρατηρήσεις

Σκόρπιες παρατηρήσεις περιδιαβάζοντας τα λήμματα:

αγάντα: κρατήσου γερά, μείνε κοντά

Από πού προκύπτει;

Ανάπλι (το)

γνωστή, παλιά φυλακή ανατολικά της Ακροναυπλίας, στο εσωτερικό του όρμου

για ποια φυλακή μιλάμε και πώς γνωρίζουμε ότι είναι η συγκεκριμένη;

βάζω σάνο

Πώς μας έχει προκύψει το ερμήνευμα και η ετυμολόγηση;

γκεζί

Η ετυμολόγηση είναι τουρκ. gez: κύκλος

γκιζερίζω:

Στο παράδειγμα στίχων το «καταράκτια» θα πρέπει να γίνει «καταρράχια»

καράρι

Στα ετυμολογικά να προστεθεί: δίκαιη-μέτρια-λογική ποσότητα, αναλογία

κοχλαράκιας-κοχλάρι

Σχολιάσαμε πρόσφατα

κρεπάρω

Λείπει παράδειγμα στίχων:

Δώδεκα και πέντε και πάω να κρεπάρω

κι από το κακό μου θα σκάσω, δεν μπορώ

«Δώδεκα και πέντε» των Χιώτη-Κολοκοτρώνη (1957)

λακριντί

Στα ετυμολογικά διαβάζουμε:

< λατιν. lacrimae = δάκρυ,

;;;;;;

λεβέντης

πασίγνωστη λέξη

μαργιολιά

Το «Aρχικά, σήμαινε μαγεία και μαργιόλα μάγισσα» αν δεν τεκμηριώνεται, καλό είναι να αφαιρεθεί

Μαρούδας

Διαβάζουμε: “δεν είναι γνωστή η ακριβής ημερομηνία γέννησής του.”

Αυτό θα πρέπει να απαλειφθεί και να μπει η πληροφορία ότι ο Μαρούδας γεννήθηκε το 1865. (Πηγή: Ναπολέων Δοκανάρης, Ελληνική Χωροφυλακή -151 χρόνια εθνικής και κοινωνικής προσφοράς, Ιωάννινα 2009)

Μαχμουρλής (και μαχμούρης)

Το μαχμουρλής θα πρέπει να απαλειφθεί εάν δεν συναντάται σε ρεμπέτικο και να προστεθεί «μαχμούρικο» (= «λάγνο»), ενώ τα «μαχμούρικα μάτια» είναι τα λιγωμένα μάτια.

Στο τραγούδι του Δραγάτση «Μάτια μαχμούρικα» (1929) συναντάμε τόσο το «μαχμούρικο» κορίτσι, όσο και τα «μαχμούρικα» μάτια:

Μάτια γλυκά μαχμούρικα έχεις και καμαρώνεις

[και στο σεβντά σου μ’ έριξες κακούργα και με λιώνεις] δις

Κι αδιάκοπα με τυραννεί, μαχμούρικο, η άπονη καρδιά σου

και μ’ έχεις κάνει σαν τρελό, μαχμούρικο, με τα καμώματά σου

μέγκλα

Είναι λέξη, όχι φράση

μετζίτι

Σε ποιο τραγούδι ακούγεται; Δεν υπάρχει παράδειγμα στίχων

μουστερής

Σε ποιο τραγούδι ακούγεται; Δεν υπάρχει παράδειγμα στίχων

μπαγιαντέρα

ατεκμηρίωτο ως είδος κουρέματος…

μπουλασιλίκι

θεωρώ ότι ετυμολογείται από το bulaşιklιk και όχι το bulaskan

Σημασιολογικά, το bulaşιklιk θαρρώ είναι η ροπή σε μπλεξίματα και ανακατωσούρες και όχι η συναισθηματική έκρηξη. Συνηγορεί και το ποιητικό κείμενο:"Κοίτα καλά συνάχη μου, αμάν αμάν/που πάντα ξεσπαθώνεις/

και ‘κεί π’ ανακατεύεσαι"

ρεμπελιά

Το λήμμα θα πρέπει να αφαιρεθεί, αφενός γιατί πρόκειται για παράκουσμα (αντί «ρε Δελιά») και αφετέρου γιατί

είναι ούτως ή άλλως κατασκευή («ρεβελιά»>ρεμπελιά)

ρέφα

Εδώ διαβάζουμε:

«Το μερίδιο του αστυνομικού επί των κλοπιμαίων, με αντάλλαγμα τη σιωπή του.»

Η λέξη έχει ευρύτερο σημασιολογικό πεδίο: προμήθεια/ποσοστά/αμοιβή

ταπί δίνεται η ετυμολογία:

[ΕΤΥΜ. < τουρκ. tabī «νικημένος , υποτελής»].

Ωστόσο, αφενός δεν βρίσκω τέτοια τουρκική λέξη και αφετέρου η ετυμολογία είναι άλλη και γνωστή:

<tapis "τάπητας

χαρτοπαικτικός όρος tapis vert "πράσινη τσόχα, με τον οποίο όρο ο παίκτης δηλώνει ότι δεν έχει άλλα χρήματα να ποντάρει στην πράσινη τσόχα

τεμπεσίρι

Ο «πίνακας» πώς προκύπτει;

Η πρότασή μου: Τεμπεσίρι: 1. Η κιμωλία , 2 (μεταφ.) η πίστωση

τζιμάνι

Δεν ισχύει η ετυμολόγηση. Ο όρος G-men γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 1933, ο όρος “τζιμάνι”, όμως υπάρχει ήδη στην Ελλάδα τουλάχιστον από το 1922 Οπότε, στην ετυμολόγηση μπαίνει ο παράλληλος τύπος “τζιμάλι/τζεμάλι” (τουρκικό cemal (κάλλος, ομορφιά, χάρη)

Ο Μουστερής εδώ.

AΑν μου μοστράρισες αυτόν τον μουστερή

για να μου κάψεις την καρδιά από τη ζήλεια

κρίμα που νόμιζα πως είσαι πονηρή

γιατί αυτός δείχνει κορόιδο από μίλια.

Ο καινούριος μουστερής σου από πέρα κάνει μπαμ

1 «Μου αρέσει»

Γιατί έχω την εντύπωση ότι το συζητήσαμε πρόσφατα αυτό;

και αυτό

1 «Μου αρέσει»

Όντως, αλλά θα ήθελα να τα έχω εδώ μαζεμένα προς διευκόλυνση περαιτέρω συζήτησης

1 «Μου αρέσει»

Δεν βλέπω κάποιο αντιρρητικό επιχείρημα/αντιπαρατήρηση, οπότε θεωρώ ότι πρέπει οι παρατηρήσεις να ενσωματωθούν στο Γλωσσάρι

Και ο τύπος “ύπαρχε” (πιο κούπα και) νομίζω θέλει προσθήκη.

Από τα διασημότερα Κουνάδεια ροβιόλια!

Βλ. “Τα ρεμπέτικα” 7ο τομίδιο σελ. 54, όπου ο Κουνάδης επινοεί βεβιασμένη ερμηνεία : “τον κούπα”: προέρχεται από το χαρτοπαικτικό λεξιλόγιο και εννοεί εκείνον που είναι ανώτερος από όλους

1 «Μου αρέσει»

Υπάρχει και άλλο, το έχουμε ήδη συζητήσει:
Κάργα ρασκέτα και λοστό, το μπέϊ να περάσω

Ο Κουνάδης θεώρησε ότι υπάρχει ακρωτήριο «ο Μπέης» το οποίο και πρέπει να καβατζάρεται, όταν χρειάζεται. Όταν του εξήγησα ότι εδώ, μπέϊ σημαίνει «Biskaya bay», ο Βισκαϊκός κόλπος δηλαδή, με τις φοβερές του τρικυμίες ίσαμε να πιάσεις Κάρντιφ, το πήρε πίσω απ’ το ένθετο του δίσκου που είχε γράψει.

Και μάλλον δεν είχε διαβάσει και Καββαδία.

Να υπενθυμίσω, μια και πέρασε καιρός, τις παραπάνω παρατηρήσεις, ώστε να γίνουν οι ανάλογες τροποποιήσεις στο Γλωσσάρι