Για το λήμμα: "κουβέρτα"

(Ελένη) #1

Το λήμμα “κουβέρτα” υπάρχει ήδη στο γλωσσάρι, ως εξής:

κουβέρτα (η)
το κατάστρωμα του πλοίου, στη ναυτική ορολογία.
Γενικά, μια συνεχής οριζόντια επιφάνεια που μπορεί να εκτείνεται σε όλο το μήκος του πλοίου ή να περιορίζεται σε μέρος αυτού.
Ακούγεται στο τραγούδι: «Βάρκα μου μπογιατισμένη»(1973)

Στ. - μουσ. - ερμην.: Μουφλουζέλης

“…και ζεϊμπεκάκι πα’ στην κουβέρτα…”


Όμως, το συναντάμε π.χ. στο “Ο Μανώλης ο Χασικλής”

"…"Έλα βρε Μανωλάκη να τα λιμάρουμε
να στήσουμε κουβέρτα να τους τα πάρουμε…"

όπου με το “κουβέρτα” πρέπει να εννοεί μια λεία επιφάνεια (π.χ. τσόχα) για να μπορούν να παίξουν ζάρια οι παίκτες.

Είναι γνωστή και η φράση: "στήνω κουβέρτα" ή "στρώνω κουβέρτα", με τη σημασία “οργανώνω παιχνίδια, χαρτοπαιξία”.

Συμπληρώστε / διορθώστε όπου νομίζετε ότι χρειάζεται, για να προστεθεί και αυτή η ερμηνεία.

3 Likes
(Νίκος Πολίτης) #2

Η κουβέρτα του Μουφλουζέλη είναι πράγματι το (ένα και μοναδικό) κατάστρωμα ενός μικρού ξύλινου πλοίου. Στα μεγάλα, σιδερένια καράβια μιλάμε για κατάστρωμα, ο όρος “κουβέρτα” δεν συνηθίζεται, και βεβαίως έχουμε και πολλά επάλληλα καταστρώματα, επίπεδα, ενώ η κουβέρτα του μικρού πλοίου έχει κάποια καμπυλότητα. Άρα θα προτιμούσα

“το κατάστρωμα μικρού ξύλινου πλοίου”

απλά και μόνο.

Η κουβέρτα του Μανωλάκη τώρα, πρέπει να είναι κανονική κουβέρτα ύπνου που στρώνεται πρόχειρα και βιαστικά στο δρόμο, δεν νομίζω να περνούσαν τότε πολυτέλειες όπως πράσινες τσόχες κλπ. στους μικροαπατεώνες του ποδαριού. Σε μια πιό οργανωμένη κατάσταση βέβαια, σε επί τούτου και στεγασμένο χώρο, κάλλιστα μπορεί να εννοείται τσόχα, πράσινη φυσικά, που στρώνεται σε τραπέζι. Επειδή όμως πολύ συχνά κάποια λέξη μπορεί να έχει και δεύτερη, ίσως και τρίτη ερμηνεία, θα έλεγα ας μείνει μόνο η κουβέρτα του πλοίου, που ως ναυτικός όρος δεν είναι ευρέως γνωστή, ενώ η κουβέρτα του Μανώλη του χασικλή δεν διαφέρει και από τη σημερινή ακόμα.

1 Like
#3

Μικρός όταν ήμουν, μας μπάρκαρε ο (καπετάνιος) πατερας κ κάναμε ταξίδια, υπερωκεάνια, με (ατσάλινα) εμπορικά βαπόρια. Εκεί, ανάμεσα σε Έλληνες ναύτες, Μαρκόνιδες κ μηχανικούς πρώτ’ άκουσα την λέξη “κουβέρτα” με αυτήν την έννοια. Το κύριο, συνεχές κ στεγανο, κατάστρωμα (main deck) που συνήθως είναι κ η τελευταία κάλυψη.
Μετά, στην Ιταλία που σπούδαζα, επιβεβαìωσα ότι προέρχεται από την Ιταλική ναυτική αργκο (sopra/sotto coperta). Έμαθα επίσης ότι κ στα μεγάλα καράβια μπορεί να δοθεί καμπυλοτητα (παλιότερα ) ή τέλος πάντων κλίση (με ακμες/τσακίσεις πλεον) στα καταστρώματα.

2 Likes
(Νίκος Πολίτης) #4

“Κουβέρτα” ως ναυτικός όρος, σημαίνει “κάλυμμα” ή κάλυψη (του σκάφους) και πράγματι, “ανοιχτά” σκάφη όπως μια βάρκα ή μια μαούνα, απλά δεν έχουν κουβέρτα. Η κουβέρτα στα μεγάλα πλοία είναι ακριβώς αυτό που και ο Ζόρικος αναφέρει ως “(main) deck”, (κύρια) κάλυψη δηλαδή, to deck = καλύπτω. Και συμφωνώ και με αυτό που θυμάται, ότι και σε μεγάλα σιδερένια καράβια το κατάστρωμα μπορεί να έχει καμπυλότητα. Δεν την βρίσκεις πλέον, στα σημερινά λαμαρινένια καταστρώματα, αλλά ήταν διακριτή στα “κουβερτωμένα” καταστρώματα παλιών ατμοπλοίων, όπου η λαμαρίνα εκαλύπτετο με σανίδωμα, με τους χαρακτηριστικούς ασφάλτινους αρμούς ανάμεσα στις σανίδες και τις στρογγυλές, σφηνωμένες πάνω στο ξύλο τάπες, από ίδιο ξύλο, που έκρυβαν τη βίδα που στερέωνε τη σανίδα πάνω στη λαμαρίνα.