Αυτοβιογραφία του Γεράσιμου Μηλιαρέση: αναφορά στον Μπέζο

Διαβάζοντας τη διατριβή του Γιάννη Ανδρονόγλου για την τεχνική και τη διδασκαλία της κιθάρας στην Ελλάδα, σε ένα σημείο παραπέμπει στην αυτοβιογραφία του Μηλιαρέση . Ο Μηλιαρέσης, αυτοδίδακτος τότε κιθαρίστας που μόλις είχε έρθει στην Αθήνα στη δεκαετία του 30, ψάχνει για δάσκαλο και συναντά το Μπέζο και τον άλλο κιθαρίστα του συγκροτήματος του, Ανδρέα Ζαφειρίου, ο οποίος αναφέρεται ότι έπαιζε το «Καρναβάλι της Βενετίας» του Tarrega. (τέλος του κεφαλαίου 3.2)

Δεν έχω την αυτοβιογραφία για τις λεπτομέρειες, αξίζει να το ψάξουμε. Η διατριβή έχει και ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία για επτανήσιους κιθαρίστες στην Ελλάδα, από την εποχή του Καποδίστρια και μετά, αλλά επικεντρώνεται περισσότερο σε θέματα τεχνικής του οργάνου.

7 «Μου αρέσει»

Έφτασε η αυτοβιογραφία:

Η οικογένεια Μηλιαρέση ήρθαν σαν πρόσφυγες από τη Ρουμανία στην Αθήνα το 1938. Ο 20χρονος Γεράσιμος, αυτοδίδακτος κιθαρίστας, πάει και βρίσκει το Γεώργιο Λυκούδη, σολίστα και καθηγητή του βιολιού. Ο Λυκούδης του λέει: να πας εκ μέρους μου να βρεις τον Κώστα Μπέζο. (Ο Μηλιαρέσης εδώ σημειώνει πως είναι ενδεικτικό της τότε θέσης της κιθάρας στη συνείδηση του μουσικού κατεστημένου, Ωδείου Αθηνών, Συμφωνικής ορχήστρας κλπ).

Το συγκρότημα Μπέζου έκανε πρόβες στο σπίτι του στην οδό Διδύμου, πάροδο της Αχαρνών. Ο Μηλιαρέσης τους έπαιξε κάποιες σπουδές του Carulli, αυτοί του είπαν να μάθει να παίζει με πένα. Κάπου εκεί τελειώνει η ιστορία γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει καλά με την πένα. Έγινε φίλος όμως με τον Ανδρέα Ζαφειρίου, μέλος του συγκροτήματος Μπέζου και μετέπειτα του τρίο Κιτάρα, που τον βοήθησε να προχωρήσει στην κλασσική κιθάρα.

Λέει και διάφορα ενδιαφέροντα για τις χορδές: το 1938 στην αγορά υπήρχαν κυρίως οι μεταλλικές χορδές, και κάποιοι ελάχιστοι κιθαρίστες έπαιζαν με εντέρινες, οι οποίες ήταν πανάκριβες και ξεφτούσαν γρήγορα. Ο Μηλιαρέσης αν και έπαιζε κλασσικά κομμάτια με τα δάκτυλα, αρχικά το έκανε με μεταλλικές χορδές, και ακόμα κι όταν άρχισε να χρησιμοποιά εντέρινες, πολλές φορές έβαζε συρμάτινο καντίνι για τη μελέτη, γιατί το εντέρινο θα άντεχε μια βδομάδα χρήσης μόνο. Στην Αθήνα θα αγοράσει τη δεύτερη του κιθάρα από τον Φώτη Αυγέρη, που τότε είχε κατάστημα/εργαστήριο στην οδό Λυκούργου 1, μέσα στη στοά Kodax.

Νομίζω αυτό με τις χορδές ίσως να εξηγεί αντίστοιχα φαινόμενα στα παραδοσιακά όργανα π.χ. η λαύτα σαν κωνσταντινουπολίτικο αντίστοιχο των ελάχιστων ευκατάστατων αθηναίων που έπαιζαν κιθάρα με εντέρινες χορδές, ενώ το πιο λαϊκό λαούτο πέρασε στις πιο πρακτικές και οικονομικές μεταλλικές.

Για την κιθάρα, φαίνεται ότι υπήρχαν οι δυο σχολές στην τεχνική του δεξιού χεριου, με πένα και με δάχτυλα, αλλά χρησιμοποιούσαν τα ίδια όργανα και τις ίδιες μεταλλικές χορδές, εκτός από ελάχιστους «σκληροπυρηνικούς» της κλασσικής. Και φυσικά πολλοί παίχτες έπαιζαν σε δυο ταμπλώ, όπως ο Ζαφειρίου, ή ο Σταμάτης Τυρταίος που έγραψε μεθόδους και για δάχτυλα και για πένα.

Το σολίστικο ρεπερτόριο της κιθάρας με δάχτυλα εκτός από τα κλασσικά κομμάτια περιλαμβάνει μουσικές της εποχής. Προς το τέλος της μέθοδου του Σ. Τυρταίου βρίσκουμε τα ακόλουθα 7 σόλα: Βαλς , Φοξ τροτ, Τσάμικος (Τούρκα), Βαγγελιώ, Γερακίνα, Τρία παιδιά βολιώτικα.

Αυτά θα αλλάξουν μεταπολεμικά με την εισαγωγή των νάυλον χορδών, την δραστηριοποίηση της νέας γενιάς των κλασσικών κιθαριστών/δασκάλων όπως ο Μηλιαρέσης, και τη σχέση τους με τους οργανοποιούς: Οι αδελφοί Παναγή θα φτιάξουν την πρώτη τους κλασσική κιθάρα για τον Μηλιαρέση αντιγράφοντας γερμανική κιθάρα ιδιοκτησίας του Νίκου Ιωάννου γύρω στο 1946.

3 «Μου αρέσει»

Εξαιρετικά ενδιαφέροντα όλα αυτά! Δεν το θεωρώ πιθανό, αλλά μήπως διευκρίνιζε σε σχέση με τα μπάσα για την χρήση νίκελ/ασημιού;
Οι κλασσικοί έχουν πάντα μια ιδιόμορφη σχέση με την λαϊκή μουσική, πχ ο Φάμπας με τον Ζαμπέτα. Ακόμα και σήμερα συνεχίζεται αυτή η τροφοδότηση, φυσικά και σε άλλα είδη μουσικής (μη ωδειακά).

1 «Μου αρέσει»

Λέει μόνο

οι εντέρινες χορδές, οι τρεις πρώτες (διότι τα τρία μπάσα ήταν από μεταξωτή κλωστή με μεταλλική περιέλιξη)

χωρίς να ονομάζει το μέταλλο. Αλλά αναφέρει μια μάρκα χορδών

Πολύ αργότερα, το 1950, ένα εντέρινο μι καντίνι «Pirastro» εστοίχιζε έντεκα δραχμές και το ψωμί δύο δραχμές η οκά.

Και ακόμα ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο: το 1931 έρχεται ο Σεγκόβια στην Αθήνα, τον παίρνουν στην Αθηναϊκή μαντολινάτα, και τους κάνει παρατήρηση γιατί παίζουν κιθάρα με συρμάτινες χορδές :slight_smile:

Ο Φάμπας και ο Μηλιαρέσης θέλουν να ζήσουν από την κιθάρα, οπότε διδάσκουν αλλά παίζουν και συνθέτες του έντεχνου τραγουδιού, παίζουν για τον κινηματογράφο κλπ. Σε αντίθεση με κάποιους κλασικούς κιθαρίστες της προηγούμενης γενιάς που περιγράφει, που είχαν εισόδημα από αλλού, έκαναν κάποια δουλειά γραφείου κλπ., και έπαιζαν σε σαλόνια φιλόμουσων.

2 «Μου αρέσει»

Βρήκα κάποια ενδιαφέροντα λινκς για τις χορδές στον μεσοπόλεμο, τα βάζω στο σχετικό νήμα:

1 «Μου αρέσει»

Παράλληλα βέβαια υπήρχε και η χρήση του εντέρου στις χωριάτικες λύρες. Εκεί πιστεύω ότι ίσχυε ακριβώς το αντίθετο: ότι μπορούσαν με μηδέν κόστος να τις φτιάξουν μόνοι τους.

Τα τελευταία 20 χρόνια, που ενδιαφέρομαι για τέτοια πράγματα, δεν άκουσα κανέναν να φτιάχνει χορδές μόνος του (ενώ φτιάχνουν λύρες - οι οργανοπαίχτες εννοώ). Μόνο μία πολύ πιο παλιά μαρτυρία μού έχουν μεταφέρει. Όλοι όσους έχω προλάβει τις παρήγγελναν από κάποια πόλη, και τις ακριβοπλήρωναν. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι λίγο παλιότερα, με σημαντικές δυσκολίες στις μετακινήσεις, έκαναν το ίδιο. Λογικά τις έφτιαχναν μόνοι τους, και όταν δημιουργήθηκε η δυνατότητα να παίρνουν αγοραστές συνέχισαν να παίρνουν τον ίδιο τύπο χορδών.

Νομίζω ότι σε άταστο σχεδόν μονοφωνικό όργανο οι μικροατέλειες της χορδής δεν είναι τόσο προβληματικές όσο στην κιθάρα που είναι κατ εξοχήν συγχορδιακό όργανο, ειδικά αν θα μετακινηθείς πέρα από την πρώτη θέση. Αν θα παίξεις ένα λα μινόρε μπαρρέ στο πέμπτο τάστο, θέλεις όλες οι νότες στα πρίμα να είναι μια τέταρτη πάνω από τις ανοιχτές χορδές κλπ. Οπότε η μάζα ανα μονάδα μήκους της χορδής πρέπει να είναι κατανεμημένη ομοιόμορφα.

Στα αναγεννησιακά και μπαρόκ όργανα που είχαν διπλές χορδές (και μπερντέδες) έβαζαν μονό καντίνι, γιατί δε μπορούσες να βρεις δυο εντέρινα καντίνια με την ίδια «συμπεριφορά».

1 «Μου αρέσει»