Ρεπορτάζ από μπουζουξίδικο Βορείου Ελλάδος (Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ 23/8/1951)
Ο ψυχίατρος Φ. Σκούρας, μέσα από διάλεξη του 1932 («Οι χασισομανείς») εισφέρει ενδιαφέρουσα πληροφόρηση ως προς τη «λεκτική ιδιορρυθμία» των χασικλήδων και τη χασισική επιτέλεση:
Η λεκτική ιδιορρυθμία των χασικλήδων, η συνθηματική αυτή διάλεκτος έχει το δικό της ξεχωριστό ενδιαφέρον για οιονδήποτε, γλωσσολόγο ή γιατρό, απασχολεί η ποικιλία της σύγχρονης ζωής. Εκ της γλωσσικής ιδιοτυπίας του χασικλή αρυόμεθα τα εξής:
Τσιγαρλίκι : φουμάρισμα χασίς με καπνό. Άλλοι ρίχνουν «δοντιά» στον καφέ. Οι περισσότεροι όμως και μάλιστα οι ντερβίσηδες-θεργιακλήδες το καπνίζουν με το γούργουλα ή το ναργιλέ, που για τις ανάγκες της φυλακής ονομάζουν συνθηματικά Μάπας ή Θανάσης, αποτελείται από καρύδα ή άλλο δοχείο, γεμάτο νερό ως τη μέση, το τραβηχτό ή το μαρκούτσι που χρησιμεύει για να τραβάνε τον καπνό, την ντουμανότρυπα για το ξεθύμασμα. Το ουσιωδέστερο μέρος της συσκευής, δηλαδή ο λουλάς ή το φέσι, είναι μικρό ωοειδές δοχείο, κολλημένο στην κορυφή του σέρι, και προορίζεται για την εναπόθεση και το κάψιμο του χασίς. Η συγκοινωνία της καρύδας και του λουλά γίνεται διά του σέρι, που επιτρέπει την κυκλοφορία του καπνού από τον λουλά στην καρύδα και από κει στο τραβηχτό.
Οι χασικλήδες φουμάρουν όλοι μαζί, ποτέ μονάχοι. Οι μεμυημένοι μαζεύονται κάπου, όπου «κανονίζουν τα λουλαδάκια τους». Για ντεκέ εκλέγουν απόκεντρα και μακρινά μέρη, υπόγεια, καταφύγια υπαίθρου που συνθηματικά υποδηλώνουν με τη φράση «τα πέριξ». Τότε ετοιμάζεται ο λουλάς. Ανάμεσα σε δύο στιβάδες φύλλων καπνού, το χασίς, τεμαχισμένο, μισοτριμμένο, απλώνεται σε παχύ στρώμα και συμπιέζεται προσεκτικά με τα δάχτυλα. Μετά το «δούλεμα», ο αρχαιότερος της παρέας, ο ντερβίσης, αρχίζει να «μπαβαντάρη», να απορροφά δηλαδή με τέχνη και βαθιά τον καπνό, για να διευκολύνη το άναμμα του χασίς, που πυκνοστρωμένο χρειάζεται κόπο για ν’ ανάψη. Όλοι τότε κάνουν κύκλο και κάθουνται αλά τούρκα κατά γης με τα πόδια σταυρωμένα. Ο ναργιλές κάνει τον γύρο χέρι-χέρι. Η πρώτη ρουφηξιά, όσο το δυνατόν πιο βαθιά και πιο παρατεταμένη από τις άλλες, χαιρετάται ομαδόν με την ευχή «γεια χαρά!».
[…] Οι πιο εξοικειωμένοι με το ναρκωτικό ξεθυμαίνουν στο μεράκι ή στο χασάν κέφι […] καταβροχθίζουν γλυκίσματα, λουκούμια ή μπακλαβάδες και τέλος, προτού επέλθη η συγχυτική επισκότισις της συνειδήσεως, εμπνεόμενοι από το «χασάν κέφι», μουρμουρίζουν στο ακομπανιάρισμα του «μπαγλαμά» πένθιμους σκοπούς, των οποίων διακόπτουν τη στερεότυπη μονοτονία με βαθείς στεναγμούς και ατελεύτητες οιμωγές. Όταν πέφτουν σε συγκεχυμένη παράλυση, οι χασικλήδες συνηθίζουν να λεν πως «την ψώνισαν» ή πως έκαναν ένα καλό «ψώνιο».
Ο επίσης ψυχίατρος Κουρέτας σε ανάλογη διάλεξη του 1931 («Οι τοξικομανείς εν τω στρατεύματι») συμπληρώνει κάτι ολίγα:
Το χασίς λέγεται και μαύρο, μαυράκι, ντουλμέρα. Μία δόσις: τσίκα. Το υπόλοιπον του καπνίσματος: τζούρα.
Ο ευφρανθείς λέει: «έκανα μια μαστούρα φίνα».
[…]Αι αισθήσεις αποκτώσι καταπληκτικήν οξύτητα: άλλοτε τυχαίος τις ήχος εκλαμβάνεται ως θελκτικωτάτη μουσική αρμόνία και ηδυπαθές άσμα: τούτο έχοντες υπόψιν οι καπνισταί, εφοδιάζονται εκ των προτέρων διά του καλουμένου «μπαγλαμά», όστις είναι είδος μικρού μανδολίνου ιδικής των κατασκευής.
Ο Βασίλης Περσείδης («Το λαϊκό τραγούδι», στο Το εθνικό μας τραγούδι –μελέτη εθνικής αυτογνωσίας, τόμος Α΄, 1983) επικρίνει:
«Το λαϊκό τραγούδι είναι περισσότερο πηγαίο και ειλικρινές από το ελαφρό και έχει μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη, ιδιαίτερα η μουσική του. Δεν έχει όμως αυτοτέλεια, δεν έχει καθαρότητα ούτε στη μορφή ούτε στο περιεχόμενο. Δεν έχει το πηγαίο εκείνο και δυνατό ξέσπασμα του δημοτικού τραγουδιού που συγκινεί βαθιά και λυτρώνει. Στο μέγιστο ποσοστό του δεν είναι καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά μουσικοποιητικό κατασκεύασμα. Οι κατασκευαστές του παίρνουν μοτίβα από το δημοτικό τραγούδι, από το ελαφρό, μοτίβα τούρκικα, βαλκανικά, ιταλικά, σπανιόλικα, αρπάζουν οτιδήποτε πέσει στο ανοιχτό αφτί τους και έχει σουξέˑ το παραλλάσσουν, του δίνουν το καθιερωμένο μπουζουκίστικο ύφος και το σερβίρουν σαν ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Το δημιούργημα αυτό έχει όλες τις ατέλειες και τα μειονεχτήματα του εμπορικού καταναλωτικού κατασκευάσματος. Όπου όμως το προσέξομε κάπως καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι τις περισσότερες φορές δεν πρόκειται για καλλιτεχνική δημιουργία αλλά για φτηνό και κακόγουστο κατασκεύασμα.»
Κατά την παλαιοτέραν εποχήν ειρηνικώτατοι αντάμηδες διετάρασσον την ησυχίαν των δρόμων και την μακαριότητα του ύπνου μας, τραγουδούντες:
Μαχαίρια και περίστροφα
θα πάρω μια ντουζίνα
για να σου κλέψω αφεντικό
τη δούλα απ’ την κουζίνα
(ΣΚΡΙΠ, 16/12/1915)
«Τα λαϊκά τραγούδια απηγορεύθησαν εις το ραδιόφωνον», ΒΡΑΔΥΝΗ, 9/4/1958
«Κατόπιν διαταγής του αρχηγού του Γ.Ε.Σ., απηγορεύθη από τριημέρου η μετάδοσις λαϊκών τραγουδιών από τον Ραδιοφωνικόν Σταθμόν Ενόπλων Δυνάμεων. Το απαγορευτικόν μέτρον πρόκειται να επεκταθή επίσης και εις τον Σταθμόν Αθηνών. Ως εγνώσθη, η απόφασις ελήφθη κατόπιν αλλεπαλλήλων παραπόνων ακροατών του Σταθμού και με σκοπόν να δοθή εις το πολύ κοινόν μουσική ποιότητος. Σημειωτέον ότι το μέτρον θίγει ιδιαιτέρως τα συμφέροντα των συνθετών λαϊκής μουσικής, οι οποίοι και ετοιμάζουν κατόπιν τούτου ομαδική διαμαρτυρίαν.»
Να δώσουμε λίγο το πλαίσιο της παρακάτω επιστολής αναγνώστη. (ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 10/6/1949)
Ο ΠΜΣ, διαχρονικός εχθρός του ρεμπέτικου, σε μία επίκρισή του μνημονεύει μία Εγκληματολογία που επικρίνει το ρεμπέτικο. Και απαντά ο αναγνώστης (ν’ αγιάσει η γραφίδα του!)
Ακριβώς. Γιαυτό και η φράση
απλά, δεν ισχύει, ενώ ισχύει ακριβώς το αντίθετο, όπως βεβαιώνει και η αρχική παράθεση. “Συγχυτική επισκότισις της συνειδήσεως” μπορεί να επέλθει με την κατανάλωση οπιούχων, όχι χασίς.
Ο Γιαννουκάκης δίνει χιουμοριστικά ρέστα με τη “Συμφωνία του μαστούρη”, “το πρελούδιο του χαρμάνη” και άλλα… (ΕΜΠΡΟΣ 5/10/1951)
Ας αφήσουμε τις διαγνώσεις για τους ειδικούς μεσοπολεμικούς ψυχιάτρους που ασχολήθηκαν με τους χασισοπότας ![]()
Δεν πρόκειται για διάγνωση, για γνώση πρόκειται, για την κτήση της οποίας δεν χρειάζονται απαραίτητα ειδικοί μεσοπολεμικοί ψυχίατροι, να έχουν ασχοληθεί με χασισοπότας
.
Κ. Τσίπης, «Ναρκωτικά-ηδονιστικά», Αστυνομικά Χρονικά, τχ. 12, 15/11/1953
«Η κατά την χασισικήν μέθην ευτυχία συμπαρακολουθείται και υπό μουσικής υποκρούσεως εξ ειδικού εγχόρδου μικροσκοπικού σχήματος οργάνου, καλουμένου μπαγλαμά. Οι ελαφροί μονόηχοι και κλαυθμηρίζοντες τόνοι του οργάνου τούτου, όπερ πλήττει εις των συνδαιτυμόνων, απηχούσιν εις τας ψυχάς αυτών ως χαρμόσυνος υπερκόσμιος μουσική αρμονία ή ως μεμακρυσμένοι μηκυθμοί αγνώστων θηρίων. Πολλάκις τινές ή όλοι συμπαρακολουθούν τους τόνους των οργάνων άδοντες αυτοσχέδια της τάξεώς των άσματα, δι’ ών εξυμνούνται αι πράξεις ή τα ήθη ομοίων των ή κατακρίνονται υπό μορφήν παραπόνων αι πράξεις των αντιτιθεμένων εις αυτούς.»
Βασικό κείμενο του Αφθονίδη (1891) για τους Ζεϊμπέκηδες
Και βεβαίως, μην ξεχνάμε το βασικό βιβλίο Οι Ζεϊμπέκοι της Μικράς Ασίας του Θ. Κοροβίνη (2005)!
Και βεβαίως δεν ξεχνάμε ότι το 1891 η θάλασσα ήταν θάλασσα, ενώ το 2005 είχε γίνει πλέον γιαούρτι ![]()
Με τη θάλασσα όμως να είναι, ακόμα, θάλασσα το 1891, ο Αφθονίδης στην περιγραφή της ενδυμασίας των Ζεϊμπέκων και τις ιδιαιτερότητές της, βεβαίως και αναφέρει ότι επί της κεφαλής των, οι Ζεϊμπέκοι «φέρουσιν έν είδος κώνου πηχυαίου σχεδόν το ύψος, κιουλάφι καλουμένου, και αποτελουμένου από 6 – 8 περίπου φέσια, το έν εντός του άλλου εισερχόμενα και δεδεμένα ή περιτυλισσόμενα από της κορυφής μέχρι της βάσεως δια ταραμπουλούζ κρωσσωτού, οι κρωσσοί του οποίου κρέμανται μέχρι του στήθους ένθεν και ένθεν», χωρίς όμως να σημειώνει τον λόγο για τον οποίον φορούν τα 6 – 8 αυτά φέσια (ή περισσότερα ή λιγότερα κατά περίσταση, όπως αμέσως θα δούμε, προσθέτω εγώ), αγνοώντας προφανώς τον λόγο για τον οποίον φοριούνται αυτά. Συλλαμβάνεται, δηλαδή, αγνοών ότι κάθε ζεϊμπέκης προσέθετε στην ενδυμασία της κεφαλής του ένα ακόμα φέσι, κάθε φορά που σκότωνε κάποιον ακόμα.
Τι λες βρε παιδί μου; Τον συνέλαβες αγνοώντα τέτοιο θηριώδες ζήτημα στα 1891; ![]()
Ξέρεις πόσους έχω συλλάβει εγώ (στα δικά μας χρόνια τα γιαουρτωμένα) να ψιττακίζουν και να επαναλαμβάνουν χιλιοειπωμένα πράγματα και να υποδύονται τους “ερευνητές”; ![]()
Ε, πού να το ξέρω; Δεν έχω πρόσβαση στα αρχεία σου…
Μπράβο σου, πάντως!








