Αστικολαϊκά παραλειπόμενα

Ο Λαρισινός σχολιαστής επί των καλλιτεχνικών αναφέρεται και στα ρεμπέτικα (ΚΗΡΥΞ 24/6/1935)

2 «Μου αρέσει»

Ενδιαφέρουσα προσέγγιση από τον Νίκο Αγγελή (ΚΗΡΥΞ Χανίων 23/2/1954)


1 «Μου αρέσει»

Ο ποιητής Μανώλης Κουτσουράκις για το ρεμπέτικο (ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ 3/8/1961)

1 «Μου αρέσει»

Σε αυτό το κείμενο (ΚΗΡΥΞ 14/2/1954), εκτός από τα “όμορφα” λόγια για το ρεμπέτικο, παρουσιάζονται και από- ψεις Τσαρούχη

Η επιφανής μουσικοκριτικός Αλεξάνδρα Λαλαούνη μάς έχει χαρίσει το 1940 δύο πολύτιμα άρθρα για το ρεμπέτικο. Εδώ, 20 χρόνια μετά (ΓΥΝΑΙΚΑ 10/5/1961) κάνει μια συνολική αναδρομή στην ελληνική μουσική και αναφέρεται και στο ρεμπέτικο.


Διαμαρτυρία για την μπουζουκοκρατία (ΓΥΝΑΙΚΑ 6/4/1965)

Πρώιμη και ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Μάρκου Δραγούμη (ΓΥΝΑΙΚΑ 1971)


1 «Μου αρέσει»

Τρέξτε μερακλήδες! (ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Αλεξανδρείας 28/1/1922)

Δεν θυμάμαι να έχουμε ξαναδεί διαφήμιση του δίσκου του Μανέτα (ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ Αλεξανδρείας 23/12/1931)

Η Δανάη δεν έπαιζε κιθάρα;

Πράγματι, πολύ περίεργο μου φαίνεται να μην έχουν ακούσει, στα Χανιά, για την Δανάη με την κιθάρα της.

Ε…συγγνωστές υπερβολές του ρεκλαματζή :slightly_smiling_face:

Και τι κιθάρα, μάλιστα, η Δανάη (εγνωσμένη εχθρά του ρεμπέτικου, να τα λέμε κι αυτά)…διά χειρός Μούρτζινου:
https://mikrateratakia.forumotion.com/t323-topic

1 «Μου αρέσει»

Ο βουλευτής Ι.Ν. Σκανδαλάκης στο βιβλίο του Από φυλακή σε φυλακή (1935), γραμμένο μέσα στις φυλακές την περίοδο 1916-1920, αναφέρεται σε έναν συγκρατούμενο χασικλή:

"Όταν εσφαλούσαν τα δωμάτια, ο Παναγιώτης απεσύρετο εις μίαν γωνίαν μόνος, αμίλητος, σκεπτικός επί ώρας. Σπανίως ετραγουδούσε το τραγούδι του ναργιλέ, το περίφημο τραγούδι όλων των ελληνικών φυλακών!
Το ναργιλέ στα χέρια σας
τραβάτε τα μαχαίρια σας
το ναργιλέ δε δίνουμε
το αίμα μας το χύνουμε"

1 «Μου αρέσει»

Π. Χατζηδήμου, «Η μουσική και στιχουργική κρίσις –εξ αφορμής μιας συζητήσεως» (ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ 27/9/1936)

Αφορμή μου δίνει με το χρονογράφημά του ο Σίσυφος του «Ανεξαρτήτου» να ασχοληθώ λίγο με την μουσική και την ποίησι, γιατί σε μερικά σημεία διαφωνώ ριζικά μαζί του. Αρχίζει με λίγους στίχους της περίφημης «Βαρβάρας» και συνεχίζει: Φευ! αυτή δυστυχώς είναι η…ποίησις και η μουσική που πιάνει στο σωτήριο έτος 1936. Σκοτώνει τους μουσικοσυνθέτας, τσακίζει τους στιχουργούς, υποστηρίζει πως σήμερα, στη λαϊκή ψυχή, μονάχα το βάναυσο, το αγροίκο, το βάρβαρο, η χοντροκοπία αρέσει. Και καταλήγει με το αποκαρδιωτικό συμπέρασμα, πως το λαϊκό γούστο έχει πάθει μαζική και συλλογική κατάπτωσι, μουσικό εκφυλισμό και ομαδική διαστροφή της καλαισθησίας.

Όλα αυτά καλά και άγια. Είναι η πικρή αλήθεια, γυμνή, θεόγυμνη. Όμως, μήπως για την κατάπτωσι της λαϊκής μας μουσικής είναι υπεύθυνοι οι συνθέται, οι στιχουργοί και ο κόσμος που τραγουδά; Όχι. Χίλιες φορές όχι! Να, πού δεν συμφωμνώ με τον Σίσυφο. Ενώ εκείνος καταδικάζει αβασάνιστα τους συνθέτας και τους στιχουργούς για τα πράγματι μουσικά και στιχουργικά εξαμβλώματα που μας «φουρνίρουν» τελευταία, εγώ τους δίνω εν λευκώ αθωωτικό βούλευμα. Και ξέρετε γιατί; Διότι, οι άνθρωποι αυτοί, βιοπαλαισταί ως επί το πλείστον, αναγκάζονται, υποχρεώνονται, να συμμορφωθούν με την ζήτησι της «πιάτσας» αν δεν θέλουν να στερηθούν και το ψωμί ακόμα. Υπάρχουν συνθέται, άξιοι, ικανότατοι να δημιουργήσουν κάτι ανώτερο, κάτι τέλειο, κάτι αριστουργηματικό. Κι όμως η «περίστασις» τους υποχρεώνει να γράψουν μια «Βαρβάρα», ένα «Γελεκάκι», ή τον «Κουραμπιέ». Διότι, μόνον τότε υπάρχει ελπίδα 100% να καρποφορήση ο κόπος τους. Διότι μόνον τότε θα αξιψθούν να δουν το «δημιούργημά» τους να φιγουράρη στην βιτρίνα κάποιου μουσικού οίκου, και να διαφημίζεται από τα γραμμόφωνα κάποιας φωνοληπτικής εταιρίας.

Δεν φταίει λοιπόν ούτε ο συνθέτης ούτε ο στιχουργός για το κατάντημα της λαϊκής μας μουσικοποίησης. Ούτε η λαϊκή ψυχή έχει πάθει διαστροφή και μουσικό εκφυλισμό. Την ευθύνη ακέραια την έχουν οι εκδοτικοί οίκοι και οι φωνοληπτικές εταιρίες , που ούτε να ακούσουν καν δέχονται κάτι με αίσθημα, με λυρισμό, με ποίησι, με κάποιο βαθύτερο μουσικό και στιχουργικό νόημα. Έχουν χαράξει ένα βάναυσο λαϊκό στυλ και πάνω σ’ αυτό υποχρεώνουν τον στιχουργό και τον συνθέτη να γράψη. Αν ξεφύγη λίγο, το «τραγούδι» θα μείνη στο χρονοντούλαπο κάποιου έπιπλου, χωρίς ελπίδα να δη ποτέ το φως της δημοσιότητος και να τραγουδηθή στις πλάκες του γραμμοφώνου. Τι να κάνουν λοιπόν οι φτωχοί αυτοί βιοπαλαισταί, που οι περισσότεροι ζουν από τα ποσοστά της καταναλώσεως; Και ο κόσμος τι να τραγουδήση; Μεταξύ δύο κακών, το μη χείρον βέλτιστον. Παρά να πνίξη την ψυχικήν του διάθεσι, παρά να καταντήση μελαγχολικός και κατσούφης, την λίγη ώρα που τον αφήνει ελεύθερο ο ζυγός της ζωής, αρπάζει σαν λουκούμι συριανό τους στίχους της «Βαρβάρας», τους πιπιλά ανάμεσα στα χείλια του, σαν σονάτα, και διασκεδάζει με το πρόστυχο, με το βάρβαρο, με την χοντροκοπιά που του λανσάρουν οι διάφορες εταιρίες για τελευταία σουξέ, την βαρεμένη του σκέψι…

Κάποτε, με χίλια βάσανα, κατώρθωσα να παρασύρω ως την «Αλάσκα» κάποιον διευθυντή φωνοληπτικής εταιρίας, όνομα και μη χωριό. Μαέστρος του κέντρου ήταν ο Α. Μισαηλίδης, συνθέτης ενός βαλς, που δυστυχώς ως σήμερα μονάχα η ορχήστρα που διευθύνει ο συνθέτης του το εκτελεί.

-Έλα βρε αδελφέ ν’ ακούσης την «Γιόλη», δεν χάνεις τίποτα..

Την άκουσε με προσοχή, με έκστασι.

-Πώς σου φαίνεται;

-Τέλειο, θαυμάσιο, κλασικό

-Τότε γιατί δεν το εκδίδεις;

Μου έριξε ένα βλέμμα, σα να με συλλυπείτο για την άτυχη πρότασί μου.

-Δεν είναι «εμπορεύσιμο» καημένε. Ο κόσμος σήμερα δεν αρέσει σ’ αυτά

-Γιατί τον συνηθίσατε στο πρόστυχο, στο άνοστο, στο ανούσιο

-Έστω…Πάντως αυτό έχει συνηθίσει

-Δοκιμάσατε μήπως να δώσετε κάτι καλύτερο στο λαό;

-Ωχ αδελφέ! Πειράματα στη ράχη της εταιρίας θα κάνωμε τώρα;

Και η «Γιόλη» έμεινε και μένει ακόμη ανέκδοτη.

Όμως, παρά τον αποκλεισμό που υφίσταται το τραγούδι που κλείνει κάποιο λυρισμό, κάποια ποίησι στην εκτέλεσί του, δεν λείπουν ευτυχώς οι πιστοί της τέχνης. Όλως συμπτωματικά πέρασα να πάρω την μπύρα μου από το μπαρ «Σέσιλ» που βρίσκεται στην οδό Γλάδστωνος. Δυο βήματα από την Ομόνοια. Μέσα στο εύθυμο αυτό κέντρο ήταν τυχερό να κάνω μια μουσική αποκάλυψι. Ένα τραγούδι, το «Κλάψε καμπάνα» με στίχους του κ. Μ. Παπαπέτρου και μουσική της κ. Μ. Αβαταγγέλου, τέλειο από όλες τις πλευρές. Άφταστο σε ποίησι, και σε μουσικό λυρναζό. Ποια θάναι η τύχη αυτού του άξιου ιδιαιτέρας όλης προσοχής αυτού τραγουδιού; Φοβούμαι πως δεν θα ξεφύγη την τύχη της «Γιόλης». Και ξέρετε γιατί; Διότι δεν είναι πρόστυχο, δεν είναι βάρβαρο, δεν είναι άτεχνο, δεν είναι ανισόρροπο και ξεχαρβαλωμένο. Γι’ αυτό οι φωνοληπτικές εταιρίες θα το βρουν μη «εμπορεύσιμο». Όχι γιατί δεν αρέσει στον κόσμο.Όχι, αντίθετα ο κόσμος διψά για κάτι καλό. Αλλά διότι δεν θα αποφέρη τόσα κέρδη στην εταιρία όσα μια «Βαρβάρα» ή ένα «Σού δόθηκα», έτσι πιστεύουν οι εκδότες και οι φωνολήπτες. Γι’ αυτό αποκλείουν οτιδήποτε τους παρουσιαστεί τέλειο, και μουσικώς και στιχουργικώς. Γι’ αυτό ο κόσμος καταδικάστηκε να τραγουδά την «Βαρβάρα», που «άνοιξε τα δυο της σκέλια και λιγώθηκε στα γέλια». Και οι συνθέτες και οι μουσικοί υποχρεώθηκαν να συμμορφωθούν, όχι με το γούστο του λαού, διότι ο λαός μας, λαός με παράδοσι λαϊκής ποίησης, δεν είναι δυνατόν να εκφυλίστηκε από τον ένα χρόνο ως τον άλλον πάνω στο κεφάλαιο αυτό, αλλά με τα γούστα των εκδοτών και των φωνοληπτικών εταιριών.

Να γιατί διαφωνώ ριζικά με τον Σίσυφο, που αντί να ξετινάξη τους πραγματικούς αίτιους της σημερινής κατάντιας του λαϊκού μας τραγουδιού, άφησε την χολή του να ξεχυθή ενάντια στους φτωχούς συνθέτας και στιχουργούς, που παρά την θέλησί τους αναγκάζονται να γράψουν ρυπαροτράγουδα, για να μην πεθάνουν της πείνας

1 «Μου αρέσει»

Ρυπαροτράγουδα! Τι λέξη κι αυτή!

Απήχηση τραγουδοποιίας Δελιά σε συζυγικό ταβερνιακό καβγαδάκι (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 21/1/1943)

3 «Μου αρέσει»

Εδώ οι καλεσμένοι στο γάμο έρχονται με τα συμπαρομαρτούντα τους (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 5/5/1942)

Και μπουζούκια και “ήθελα να σ’ αντάμωνα” στο έθιμο της τράτας στα Μέγαρα (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 8/4/1887)

3 «Μου αρέσει»

Σε ρεπορτάζ για τους Έλληνες μετανάστες στην Αμερική μνημονεύεται και ο γνωστός μας οργανοποιός Καράμπας (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 18/4/1902)

2 «Μου αρέσει»

Πώς καλοπερνάνε κάποιοι εγκάθειρκτοι στα 1903 (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 2/4/1903)

2 «Μου αρέσει»