Σε κείμενο του 1952 σχετικά με τον υπόκοσμο παλαιότερης εποχής, συναντάμε δύο τραγούδια που έλεγαν οι ομοφυλόφιλοι στα καλιαρντά! Μάλιστα εδώ είναι η πρωιμότερη εντόπιση της λέξης «καλιαρντά».
Η αναφερόμενη εποχή πιθανότατα είναι γύρω στα 1940, αν κρίνουμε ότι το κύριο στιχούργημα είναι τονισμένο στον σκοπό, λέει, του «Γυρίζω τα βράδια». Τραγούδι με αυτό τον τίτλο την εποχή εκείνη εντόπισα ένα με τη Ρένα Βλαχοπούλου (των E. Scloll, Α. Γιαλαμά, Γ. Θίσβιου, 1943), το οποίο δυστυχώς δεν βλέπω να υπάρχει κάπου να ακούσουμε το μοτίβο με το οποίο έντυναν τους παρακάτω στίχους:
Δικέλω τα βράδια
λατσά στα τζουρά
και τζας στα σκοτάδια
μπενάβω καλιαρντά
Δικέλει το τεκνό μου
και μου αβέλει ντουπ
μπενάβω στη ρούνα
και τον αβέλει χουμς
Και στη συνέχεια ακολουθεί άλλο άσμα:
Νάκα χαλ
νάκα μολ
νάκα και μπιζέρτα
νάκα και λατσό τεκνό
νάκα κουραβέλτα
Σε επόμενη συνέχεια του κειμένου παρατίθεται σχετικό λεξιλόγιο, που συνέταξε ο γνωστός μας αστυνομικός Κ. Παναγιωτάκος, που είχε εκπονήσει το 1936 το «Λεξικόν των κακοποιών», ένα αργκοτικό γλωσσάρι. Να λοιπόν που 20 χρόνια πριν τον Πετρόπουλο («Καλιαρντά», 1971) ο Παναγιωτάκος είχε φτιάξει ένα πρόχειρο σχετικό γλωσσάρι, επόμενος βέβαια κατά πολύ του Μαγγανάρα που έχει την πρωτιά από το 1904.
Αυτά τα δύο τώρα είναι γραμμένα στα ίδια καλιαρντά;
Το πρώτο, «Δικέλλω τα βράδια», μπορεί να είναι γεμάτο άγνωστες λέξεις αλλά είναι ολοφάνερα ελληνικά, αναγνωρίζει κανείς όλες τις καταλήξεις, τα άρθρα κλπ. Το δεύτερο δε μοιάζει να είναι ελληνικά, κάτι άλλο είναι, ρομανί μήπως; Μόνο το «και» αναγνωρίζεται.
ZARAZ
(Κουνάβης Ευώδιος, ποιητής (εκ του προχείρου και εν πλήρει φορμαλισμώ))
1449
Nα θυμίσω το πασίγνωστο του Μητσάκη “Μού ΄φαγες όλα τα δαχτυλίδια”, αλλά και το μικρασιάτικο γύρισμα “Τζιβαέρι μου”, με την Μικρασιάτισσα πεθερά μου να μιλάει για τα “τζιβαερικά της”, κοσμήματα στα ελλαδίτικα.
Και ένα Μωραΐτικο, που μας είχε μάθει η αείμνηστη Δόμνα Σαμίου:
Προφανώς μόνον αυτό. Τα υπόλοιπα απλώς περιλαμβάνουν τη λέξη τζοβαΐρι/τζιβαέρι, που δεν είναι σπάνια, και μάλιστα εκτός στίχου, στα τσακίσματα. Ενώ με του Μητσάκη προφανώς μιλάμε για μετάφραση/παράφραση/μίμηση του ίδιου τραγουδιού, αφού οι λέξεις ταιριάζουν συλλαβή προς συλλαβή.
Πολύ με συγκινείτε κύριε Σπύρο, μερσί!
Τον γούσταρα πολύ τον μπάρμπα Νίκο με τις παλιές πενιές που έριχνε και την ωραία παρέα που κάναμε
.
Άσε που έχω “ξεσηκώσει” στο μπουζούκι ένα δικό του οργανικό, πολύ ωραία μελωδία
Στο πολύ ενδιαφέρον σατιρικό «τραγικόν έπος» ΕΞΟΔΟΣ του Μανόλη Αναγνωστάκη (αρχές του 1950) συναντάμε κι ένα ρεμπετοειδές τετράστιχο που υποτίθεται άδει ο Μανόλης Χιώτης (καθώς εισέρχεται στη σκηνή με το μπουζούκι του):
Που βέβαια σιγά μην το έλεγε στ’ αλήθεια. Τέτοια εμπνευσμένη ομοιοκαταληξία, απόψε - απόψε, κοτζάμ Χιώτης, δεν το νομίζω. Χώρια τα υπόλοιπα, «κι αν το χέρι μου βαρύ» χωρίς ρήμα, λες και είναι μοντέρνα ποίηση, τελείως εκτός λαϊκού ύφους.
Εκ προοιμίου γνωρίζουμε ότι διαβάζουμε έναν ποιητή σε ένα σατιρικό του γύμνασμα (το οποίο μάλιστα δεν προόριζε για δημοσίευση). Έχοντας κατά νου αυτό, εγώ το βρίσκω πετυχημένο –όχι βέβαια σαν προσπάθεια «φωτοτύπησης» λαϊκού ύφους αλλά σαν αστικολαϊκή στιχουργική προσομοίωση με ενσωματωμένα τα ποιητικά «μαλάματα».