Θαρρώ πως δεν είχαν εκ του σύνεγγυς επικοινωνία…
Ως συμβολικό συμπεριληπτικό “προσωπείο” πρέπει να του έκανε χρήση ο Διονύσης (ενδεχομένως σε συνδυασμό με τον “μπάτη” τον ελθόντα εκ Μικρασίας…)
Σύμφωνα με τον ίδιο, κάπου σαυτό τον κύκλο συνεντεύξεων λέει για τα πενηντάχρονα του 1922 και πως γράφτηκε το Ζειμπέκικο, δε βρίσκω ακριβώς το σημείο τώρα.
Έτσι νομίζω κι εγώ.
Γνώρισε άλλους, με τον Μπαγιαντέρα μάλιστα έπαιξαν και μαζί κι έχουν ηχογραφήσει. Ο Παπαϊωάννου, ως «παλιός» στην μπίζνα, είχε «υιοθετήσει» τον Σαββόπουλο που ήταν «νέος» και είχαμε τη γνωστή ιστορία που του συμπαραστάθηκε (ο Παπ. του ΔΣ) στην δίκη για το Ντιρλαντά. Για τον Μπάτη δεν έχω ακούσει.
Τι άσματα άσεμνα και κακοήθη σε τουρκικούς ήχους να τραγουδούσαν οι νέοι στους δρόμους το 1857 άραγε; (ΑΘΗΝΑ 13/2/1857)
Ενδιαφέρουσα πληροφορία για τον αριθμό των τεκέδων σε Αθήνα-Πειραιά το 1927 αλιεύουμε στο βιβλίο του Φ. Κοπανάρη Η διεθνής προσπάθεια διά την καταπολέμησιν των ναρκωτικών φαρμάκων ως ηδονιστικών μέσων και αι προς τούτο ενέργειαι της Ελλάδος (1937)
Εκεί διαβάζουμε ότι τον Οκτώβριο 1927 οι αστυνομικές διευθύνσεις Αθηνών-Πειραιώς απάντησαν επισήμως ότι λειτουργούσαν 35 τεκέδες στην Αθήνα και 22 στον Πειραιά, συνοδεύοντας την καταγραφή με πληροφορίες περί του είδους του κάθε τεκέ (αν ήταν δηλ. καφενείο, καφεζυθοπωλείο, οινομαγειρείο κλπ), τις επιγραφές όλων των κέντρων αυτών, τους δρόμους και τα ονοματεπώνυμα των “διευθυντών”
Ποιος να ξέρει τι απέγινε αυτή η επίσημη καταγραφή/χαρτογράφηση των “πέριξ”…
Ο Βαμβακάρης έπαιξε στο Κύτταρο στα τελευταία του
Όχι.
Στη Μαργώ (Νοέμβριος 1971)
Στα 1947 ο αντιστράτηγος ΕΑ Φ. Ζήρος εκδίδει τα μαθήματά του στη Σχολή Χωροφυλακής ( Αστυνομική –κατά τας εις την Σχολήν Χωροφυλακής παραδόσεις, τόμος 1, Τυπογραφείον Βασιλικής Χωροφυλακής), όπου, μεταξύ άλλων, αποδίδει και εύσημα στους χορευτές!
«Εν Ελλάδι, όλοι σχεδόν οι κατωτέρας τάξεως εξ επαγγέλματος εγκληματίαι κατέφευγον, μέχρις εσχάτων, διά να ζητήσωσι την λήθην των δεινών της αλητικής ζωής των εις συστηματικώς λειτουργούντα χασισοποτεία, τους καλουμένους υπ’ αυτών “τεκέδες”, και εκεί “εφούμερναν” χασίς, το οποίον εις την συνθηματικήν των γλώσσαν ονόμαζόν “νταμίρα”. Προς τούτο εχρησιμοποίουν συνήθως “ναργελέ”, εις τον οποίον έθετον μίαν ποσότητα χασίς μεταξύ δύο στρωμάτων τουμπεκιού και ολίγους ανημμένους άνθρακας, και από τον οποίον ερρόφων πολλοί κακοποιοί, περιφερομένου του “μαρκουτσιού” από στόματος εις στόμα.
Παρ’ ημίν, οι κατωτέρας τάξεως εγκληματίαι χορεύουσιν ιδία λαϊκούς ελληνικούς ή ανατολικούς χορούς, ως τον “ζεμπέκικον”, τον “χασάπικον” κλ, εις κατωτάτης τάξεως καφενεία και ποτοπωλεία ως και εις χασισοποτεία, άδοντες εις παθητικόν τόνον άσματα, οία τα εξής:
Βοήθα Χριστέ και Παναγιά
κι εσύ Αγιά Μαρίνη
όφις με δέκα κεφαλές
να γείρω δε μ’ αφήνει
Στ’ Ανάπλι, στο Γεντί Κουλέ
όλοι φουμέρνουν αργιλέ.
Τα άτομα αυτά, ως και μέγας αριθμός πορνών, είναι άριστοι πολλάκις χορευταί. Ο χορός των, ως ο περιλάλητος των απάχηδων των Παρισίων, είναι λίαν ηδυπαθής, συγχρόνως δε εξαιρετικής ευλυγισίας, ήτις ουδαμώς στερείται χάριτος.»
Βόηθα Χριστέ και Παναγιά κι εσύ αγιά Ειρήνη
για να σκοτώσω το θερό, να πάρω τη Σερήνη,
λέει ο Μεγαλέξαντρος καθώς πολεμάει με τον κατηραμένο όφι. Η Σερήνη είναι η βεζιροπούλα που το χέρι της έχει αθλοθετηθεί για όποιον σκοτώσει το φίδι.
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου το 1938, σε μεγάλα κέφια και αμίμητο ιοβόλο ύφος, αποδομεί (κατακρεουργεί, θα έλεγα) τη μάστιγα του μεσοπολεμικού νεοελληνικού ταγκό. Κείμενο ανθολογίας:
«Αν βάλωμε λίγο το αυτί μας στη σύγχρονη μουσική Ελλάδα –δεν εννοώ βέβαια τα κλασικά κονσέρτι- μα στο τραγούδι του ελληνικού λαού. […] θλιβερά πράγματα. Ταγκοποιήθηκε ο θόρυβος ή σωστότερα υποταγκώθηκεν ο ήχος. Η μηχανική εποχή μας στήνει σε αίθουσες, πλατείες και λόφους ολόκληρες κανονοστοιχίες ταγκοβόλων που ονομάζονται μεγάφωνα κι έχουν την ικανότητα να εξοντώνουν ολόκληρο συνοικισμό εχθρών –Ελλήνων μ’ άλλους λόγους- όχι απλώς ένα άτομο. […]
Ταγκοβόλα κατατροπώνουν την ελληνική καλαισθησία […] [το ταγκό] ως μονοπωλητής του τραγουδιού κατέληξε μια από τις νεοελληνικές συμφορές. Κατόρθωσε να καταργήση το τραγούδι […] Ταγκοποιήθηκε και ο στίχος όπως και ο ήχος, δηλαδή προσαρμόσθηκαν σε μια ειδική ανοησία που κατορθώσαμε εμείς οι Έλληνες να δώσωμε ως περιεχόμενο του ταγκό, την υψηλή ποίησι τού: μ’ έψησες, με σκότωσες, θα γυρίσης, θα ξανάρθης, θα σου δείξω.
Σας ρωτώ. Είναι Ρωμιός ο άνθρωπος που έχει στο στόμα του από το πρωί ως το βράδυ τέτοιους στίχους; Είναι αυτός που έκαμε τα δημοτικά τραγούδια;[…] Τι θέλετε να πούμε γι’ αυτόν όταν τον βλέπωμε γίδα να μασά με υπομονή το χόρτο του ήχου και του στίχου που του επέβαλε μια επιδημία; Κι όμως αυτή είναι η φιλολογία κι η μουσική του πανελληνίου. Αυτοί οι στίχοι, αυτοί οι ήχοι είναι στα χείλη όλων των κοριτσιών, όλων των νέων, όλων των τάξεων.
Όλες οι άλλες εκφράσεις του λυρισμού έφυγαν πανικόβλητες. Όλες οι μελωδίες, όσες δεν είναι ταγκό, όλοι οι στίχοι, όσοι δεν είναι ανόητοι, όλοι οι λυρισμοί, όσοι δεν είναι φάρσα, δίσκος και πίστα, έπεσαν υπό τα βλήματα των ταγκοβόλων! Στη θέσι του τραγουδιού που εξοντώθηκε, ήρθε τώρα μια μακριά ιστορία που ξετυλίγεται με ακρίβεια και με έξαρσι αστυνομικής αναφοράς. Μια μέρα ήρθε, της είπε, του είπε, έφυγε, ξαναγύρισε, την εσκότωσε, τον εσκότωσε, θα ξανάρθη. Δόξα στον ελληνικό λυρισμό!
Ο Έλληνας του ταγκό χορεύει και κλαίει. Σοφή οικονομία. Κλαίει τις συμφορές του την ώρα που χορεύει. Όλα τα ταγκό είναι μουσκεμένα στο δάκρυ. Κανένας δεν ξέρει τι λόγο έχουν τόσες τρομερές προφητείες, απειλές, κλάψες και δάκρυα κορόμηλα την εποχή όπου έχουν καταργηθή μεταξύ αρρένων και θηλέων οι αποστάσεις, και το πρώτο τυχόν ζυθοπωλείο προσφέρει μια πίστα, ένα μεγάφωνο, ένα τραπέζι, για να κανονίσουν οι ερασταί τις διαφορές τους. Μόνο στο ελληνικό ταγκό δημιουργήθηκεν ο κλαψοχορευτής.
Γιατί κλαίει; Μήπως επειδή ο χορός είναι τόσο αργός, ώστε του δίνει την ευκαιρία να θυμηθή και να εξιστορήση τις συμφορές του; Ίσως. Μα κυρίως θρηνεί από ακαλαισθησία. Και πριν στεγνώσουν τα δάκρυά του, πριν προφθάσει να σφουγγιστή, νέα καλλιτεχνήματα, κατασκευασμένα από ακούραστες ταγκομηχανές που κόβουν ελληνικά ταγκό από το πρωί ως το βράδυ, φέρνουν νέο νερό στα μάτια των χορευτών […]»
Ο γνωστός αριστερός διανοούμενος, μουσικός και μουσικοκριτικός Βασίλης Παπαδημητρίου (Αρκαδινός) συμμετέχει στην καμπάνια της ΑΥΓΗΣ για το λαϊκό τραγούδι (22/3/1961) και καταθέτει τις απόψεις του για το ρεμπέτικο:
«Γνωρίζω το ρεμπέτικο περισσότερο από 30 χρόνια κι όταν ακόμα δεν είχε ξεμυτίσει από τα υπόγεια άντρα του. Το έζησα σε νεανική ηλικία σαν επαγγελματίας μουσικός υποκύπτοντας στη σκληρή βιοποριστική ανάγκη, και γνώρισα τη φθοροποιό του επίδραση στις λαϊκές τάξεις, που μ’ αυτές ζυμώθηκα χρόνια και χρόνια στις φτωχογειτονιές που ζω. Καθώς λοιπόν ρίχνω μια ματιά στο ρεμπέτικο ρεπερτόριο, παρακολουθώντας την “εξελικτική” του πορεία, αποσπώ μερικά εύοσμα άνθη του κήπου του.
Ακούω στα μεσοπολεμικά χρόνια το “Έμαθα πως είσαι μάγκας είσαι και χασικλής” και τη “Βαρβάρα που ξενυχτάει στη Γλυφάδα”, περνάω στην περίοδο της Κατοχής και αισθάνομαι ρίγη…πατριωτικής συγκίνησης με τα τραγούδια του μαυραγορίτη και του σαλταδόρου και σταματώ για να πάρω αναπνοή στο καλοκαίρι του 1945. Τότε οι ευγενικοί μας σύμμαχοι είχαν κομίσει μαζί με τα άλλα είδη της “Ούνρρα” και αρκετές ποσότητες με το προϊόν της “ινδικής καννάβεως” για χρήση της νεολαίας μας. Συγκινημένο το ρεμπέτικο αναμέλπει την ωδή “Όταν καπνίζει ο λουλάς” και το “Ανοίχτε τα παράθυρα να φύγουν τα ντουμάνια”, όπως και αργότερα μέσα στη φωτιά του εμφύλιου πολέμουενθουσιάζει την εθνικοφροσύνη με το ρεμπέτικο –μαρς “Φεύγω Μαριώ, στον πόλεμο θα πάω”.
Και στην περίοδο που οι Μακρονησιώτικοι “Παρθενώνες” βρίσκονταν στην ακμή του…”πολιτισμού” τους, το ρεμπετοτράγουδο έπαιζε κι αυτό ρόλο…αναμορφωτή! Και είναι λυπηρό, πολύ λυπηρό μάλιστα, για μας να ξεχνάμε αυτές τις αθλιότητες, καθώς μας θέλγουν κάποτε “μακρόσυρτοι” σκοποί –μιλώντας ίσως σε κάποια εσώτερη πεσσιμιστική μας διάθεση- όπως το “Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου” και άλλα παρόμοια. Και αγνοούμε ακόμη ότι η “Κολωνακιώτικη” αριστοκρατία πρώτη το αγκάλιασε και το πρόβαλε στους ξένους σαν δείγμα της “λαϊκής μας τέχνης”, ενώ είναι γνωστό ότι διαπνέεται από φαρμακερό αντιλαϊκό μίσος. (…)
Οι εταιρίες γραμμοφώνου και οι άλλοι παράγοντες του ρεμπέτικου τραγουδιού πραγματοποιούν τεράστια κέρδη. Ουδείς φθόνος! Αλλά να μας επιβάλουν το ρεμπέτικο για λαϊκό τραγούδι, δεν το θέλει ούτε ο Θεός ούτε ο διάβολος!.»]
Φοβερό όμως, έτσι; Αν παραβλέψουμε τις κορώνες συγκινησιακής φόρτισης και μείνουμε στα γεγονότα που αναφέρει, είναι -νομίζω- λίγο πολύ ακριβή: ναι, τότε βγήκε το κάθε τραγούδι (κι αν υπάρχει και κανένα λάθος, που δεν το τσέκαρα αν υπάρχει, συνολικά αρκετά σωστά τα λέει).
Μπορεί κκανείς με άλλη οπτική να βγάλει, από τα ίδια δεδομένα, εντελώς αντίθετα συμπεράσματα. Και καλά «αν εσύ το βλέπεις έτσι, εγώ το βλέπω αλλιώς». Είναι εύκολο να αφήνεις όλα τα λουλούδια να ανθίζουν με το σκεπτικό «υπάρχουν απόψεις». Για κάποιον όμως που αναζητεί μια αλήθεια πέρα από τις διάφορες απόψεις, το να τον αντικρούσει έτσι όπως ορίζει ο ίδιος τη συζήτηση δεν είναι εύκολο - ότι λ.χ. ο Σαλταδόρος ή το Όταν καπνίζει ο λουλάς δεν είναι αυτό που νομίζει.
Στους προπολεμικούς πολέμιους του ρεμπέτιου, του αμανέ κλπ., συνήθως βλέπουμε απλώς φανατικές κραυγές. Καταγράφουμε μεν με ενδιαφέρον τη μαρτυρία ότι υπήρχαν αυτές οι αντιδράσεις, αλλά δεν αξίζει τον κόπο να κάτσεις να ανασκευάσεις ή έστω να προσέξεις τέτοιες αιτιάσεις, όταν βλέπεις ότι ο άλλος απλά δεν ξέρει. Εδώ δεν είναι ίδια περίπτωση, έχουμε έναν πολύ πιο συγκροτημένο αντίλογο που αξίζει να προσεχτεί και να δώσει αφορμές για γόνιμη σκέψη.
(Καταλαβαίνετε τι εννοώ, έτσι; Όχι ότι συμφωνώ, αλλά ότι θέλει οπλισμό για να διαφωνήσεις ουσιαστικά.)
Προσωπικά, δεν διακρίνω κανένα «συγκροτημένο αντίλογο» (και θυμίζω ότι έχει κυλήσει ήδη πολλή ρεμπέτικη ιστορία, μια και βρισκόμαστε στα 1961) και άρα κανείς «οπλισμός» δεν μου χρειάζεται, προσωπικά, για να «διαφωνήσω κατ’ ουσίαν». Το ίδιο το κείμενο βάζει το ένα αυτογκόλ μετά το άλλο…
Αυτό, λοιπόν, που διακρίνω, και επιβεβαιώνεται διαχρονικά από όλη την αρθρογραφία, τόσο του Αρκαδινού όσο και του alter ego του (του Αλέκου Ξένου), είναι η χρόνια στιγματιστική πρακτική και ο ηθικός πανικός. Και να σκεφτεί κανείς ότι τα δύο αυτά πρόσωπα κατείχαν διαχρονικά πολύ υψηλές συνδικαλιστικές θέσεις, και μάλιστα διετέλεσαν και στο διοικητικό συμβούλιο του Πανελλήνιου Μουσικού Συλλόγου. Ο λόγος τους δηλαδή βάραινε πολύ εκεί που έπρεπε να βαραίνει…
Αυτές λοιπόν τις κατά Pepe «κορόνες συγκινησιακής φόρτισης» («τη φθοροποιό του επίδραση στις λαϊκές τάξεις»/ «εύοσμα άνθη του κήπου του»/ «τα τραγούδια του μαυραγορίτη και του σαλταδόρου»/ «το ρεμπετοτράγουδο έπαιζε κι αυτό ρόλο…αναμορφωτή»/ «αυτές τις αθλιότητες»/ «να μας επιβάλουν το ρεμπέτικο για λαϊκό τραγούδι, δεν το θέλει ούτε ο Θεός ούτε ο διάβολος!.») κάθε άλλο παρά συναισθηματικά ξεσπάσματα τα βρίσκω, εφόσον τα συναντάμε διαχρονικά στις τοποθετήσεις του.
Ας δούμε εγγύτερα και τα…γεγονότα που αναφέρονται στο κείμενο ενόσω ο Αρκαδινός «παρακολουθεί» την εξελικτική πορεία του ρεμπέτικου. Όλο τον μεσοπόλεμο, την κλασική δηλαδή περίοδο του ρεμπέτικου, ο Α. τον συνοψίζει σε δύο «ορόσημα»: τους «Χασικλήδες» και τη «Βαρβάρα». Αυτό συγκράτησε από την κλασική περίοδο και αυτό δίνει στους αναγνώστες του ως το ρεμπέτικο άπαντο… Και να αναλογίζεται κανείς ότι οπωσδήποτε γνωρίζει πολύ ρεμπέτικο ρεπερτόριο εφόσον κατά δήλωσή του έπαιζε λόγω οικονομικής ανάγκης σε ρεμπέτικα στέκια ακόμα και στην κλασική περίοδο μια που ήταν ομήλικος του Μάρκου…
Καθαρίζοντας, συνοπτικά και στιγματιστικά, με τον μεσοπόλεμο, περνάει στα σβέλτα στην Κατοχή και ακούει μαυραγορίτικα και σαλταδόρικα τραγούδια. Ποια τραγούδια να εννοεί εδώ πέραν του «Σαλταδόρου»; Άδηλον.
Ο επόμενος «γεγονοτολογικός» σταθμός του Α. είναι στα 1945-46 με καθοριστική «ωδή» το «Λουλά», ενώ η εμφυλιακή περίοδος χαρακτηρίζεται από 2 συγκεκριμένα άσματα (τα «ντουμάνια» και τη «μαριώ»), τα οποία προσωπικά αγνοώ και θα ήθελα τη βοήθεια των συμφορουμιτών για να ανεύρουμε τα δισκογραφήματα αυτά.
Επόμενος σταθμός οι τόποι εξορίας, και ιδίως η Μακρόνησος, όπου το «ρεμπετοτράγουδο» φέρεται να διεδραμάτιζε ρόλο «αναμορφωτή». Υποθέτω πως εξυπονεί ότι από τα μεγάφωνα ακούγονταν ρεμπέτικα, ωστόσο ακούγονταν και ποικίλα άλλα άσματα, όσο γνωρίζω.
Τέλος, στο εδάφιο περί “κολωνακιώτικης” αριστοκρατίας, αξίζει να προσεχτεί η ιδιάζουσα χρήση της Λογικής που υφέρπει:
η αριστοκρατία αγκάλιασε πρώτη το ρεμπέτικο
η αριστοκρατία χαρακτηρίζεται γενικότερα από αντιλαϊκό μένος
άρα: το ρεμπέτικο είναι αντιλαϊκό πολιτισμικό μόρφωμα
(ο.ε.δ.)
Αυτά ως πρώτες σκέψεις
Και, ναι, θα μπορούσαν εδώ να παρουσιαστούν και δεύτερες, και περισσότερες σκέψεις και άλλων φίλων της σελίδας μας. Όμως υπάρχει και διαφορετική προσέγγιση, που προσωπικά τουλάχιστο θα την προτιμήσω: πλήρης αγνόηση της προσέγγισης του Αρκαδινού (ή πώς αλλιώς λέγεται…).
“Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται.”
Όχι, εγώ δε θα την προτιμήσω αυτή τη στάση. Δε σηκώθηε σήμερα ο άνθρωπος να καταφερθεί ενάντια σε κάτι που εγώ εκτιμώ και αναγνωρίζω την αξία του. Είναι καταγραπτέα η πληροφορία ότι το 1961 ο συγκεριμένος άνθρωπος, αριστερός διανοούμενος / μουσικός / μουσικοκριτικός, είχε αυτές τις απόψεις και τις στήριζε έτσι και έτσι, γνωρίζοντας και προβάλλοντας αυτό αλλά παρασιωπώντας εκείνο κλπ.
Είπαμε: υπάρχει και η ιστορία της πρόσληψης του ρεμπέτικου. Αυτό το κειμενάκι είναι μια ψηφίδα αυτής της ιστορίας. Δεν ειναι υποχρεωτικό να ενδιαφέρει τους πάντες, αλλά ούτως ή άλλως ο καθένας πάντα είναι ελεύθερος να μη δώσει καμία σημασία σε ό,τι δεν τον ενδοαφέρει, χωρίς να χρειαστεί να το ανακοινώσει. (Αλλιώς κάθε μέρα θα είχαμε σε κάθε νήμα του φόρουμ εκατοντάδες μηνύματα «δεν το διάβασα γιατί δε μ’ ενδιαφέρει» - π.χ. ο άλλος ψάχνει ν’ αγοράσει τρίχορδο στην Πτολεμαΐδα: ειλικρινά, τι με νοιάζει;). Άλλο όμως αυτό κι άλλο «ας τον αγνοήσουμε».
Για Αρκαδινούς να μιλούμε τώρα!
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις
Τι πάθατε εσείς οι δύο και στέκεστε στην αγορά συναθροισμένοι;
Τις μέρες τούτες άκουγα ρεμπέτικα τραγούδια, για τ` άθλα των μαγκών και τα χασίσια. Πράγματα συμπαθητικά, δικά μας, λαϊκά..
