«Δεν απολογούμαι τίποτα κύριε ανακριτά, διότι δεν έχω την αντίληψιν ότι αυτό που έκαμα είναι αδίκημα και ούτε σας αναγνωρίζω»
«Ζωντανό δεν μπορέσατε να με εξευτελίσετε […] Νεκρόν κάμετέ με ό,τι θέλετε»
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΟΝΤΑΞΗΣ
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του sui generis Κολωνακιώτη διάσημου διαρρήκτη πριν αυτοκτονήσει το καλοκαίρι του 1918. Μορφωμένος, οιονεί «αναρχικός», κάτι σαν Ρομπέν των Δασών που έκλεβε και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη, ταλαιπώρησε και διέσυρε τα «λαγωνικά» του περιβόητου Γιάννη Μαρούδα. Μάλιστα, το ρεπορτάζ λέει ότι ήταν η μοναδική φορά που ο Μαρούδας έβγαλε το καπέλο του σε ένδειξη σεβασμού μπροστά στη σορό του Κονταξή. Μέσα στην πλούσια λοιπόν βιβλιοθήκη του αυτόχειρα βρέθηκε κι ένα μεγάλο τετράδιο όπου διεκτραγωδούσε τη ζωή του. Το ντοκουμέντο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ το 1927.
Από όσο μπόρεσα να διασταυρώσω, τα πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια από τον εγκλεισμό του στην Παλιά Στρατώνα πρέπει να χρονολογούνται περί το 1915-1917. Από αυτά αποδελτίωσα τις αργκοτικές λέξεις που περιέχει (καθώς και κάποιους τεκέδες και άλλα στοιχεία), για να υπάρχουν εδώ μαζεμένες.
Αλεξάνδρα: Αλεξάνδρεια
άργωμα: ξυλοκόπημα από τους αστυνομικούς
βραχιόλια: χειροπέδες
Γαλιγάλης Γιάννης: ονομαστός αστυνομικός του Πειραιά
γεντέκι: δοχείο με ζεστό νερό προς παρασκευή καφέ από τους καφετζήδες
γιατάκι: κρεβάτι
γκιόν (γίνομαι -): μεθάω
δουλεύω στο 7: λωποδυτώ στο τραμ των Αμπελοκήπων
επιζωήτης: ισοβίτης
ζόρικος: ο μη ευεπίφορος σε κλοπή
καθαριστής: ο μικροποινίτης κρατούμενος που σκούπιζε τα διάφορα διαμερίσματα της φυλακής
καλαμπαλίκι: συνωστισμός
καλντιριμιτζής: η κατώτερη υποδιαίρεση των λωποδυτών
καρακούτσι: διαρρηκτικό εργαλείο εν είδει μοχλού
καρμανιόλα: το κολάρο
κασσαδώρος: διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων
κόβω: εξαπατώ στα χαρτιά
κοκκινομούρης: χωροφύλακας
κορόιδο: θύμα
λακεύω: το βάζω στα πόδια
λάχανο (πέφτω στο -): είμαι εύκολος να με κλέψουν
λιμά (κόβω με τα -): εξαπατώ
λούβα: καμίνι των βασάνων
μηχανή: σχέδιο
μολυτός: χωρίς χειροπέδες
μουσαφίρης: ο νεοφερμένος στη φυλακή
Μουχάουζα: αιγυπτιακό δεσμωτήριο
μπουλτόκ: μυστικός αστυνομικός
μπαλαμούτι: κατεργαριά
μπόμπα (σκάει η -): αποκαλύπτεται η κλοπή
μπουκαδώρος: υποδιαίρεση διαρρήκτη που δρά τα καλοκαιρινά μεσημέρια
νταραβέρι: το καφενεδάκι κάθε θαλάμου που διαχειρίζονταν οι νταήδες κρατούμενοι
ντεμπισίρι: πίστωση
ντουζένι: μόρτικος σκοπός, χαβάς («Αυτοί οι άνθρωποι που ποτέ δεν γνώρισαν τίποτε υψηλότερον, τίποτε ιδανικώτερον από την τέρψιν του χασισιού, από το γλέντι του μπαγλαμά, που το συνοδεύει απαραιτήτως το ντουζένι του Καημένου του Μποχώρη»)
παντόφλα: πορτοφόλι
πατάω: διαρρηγνύω
πετσί: πορτοφόλι
πουλόπουλος (βρίσκω τον -): δραπετεύω
σακουλεύομαι: καταλαβαίνω
σέα και μέα: τα κλαπέντα αντικείμενα
σπία: κακοποιός που επιδιώκει την εύνοια των αστυνομικών
σπιούνος: καταδότης
σταυρωτής: αστυνομικός
τεκές του Γιάννη Περδικάκη στο Ρουφ
τεκές του Νικόλα Γκιόκα, πιο κάτω από του Ρέντη, προς Πειραιά
τεκές του Σιρυνάκη στην Κρεμμυδαρού
τεκές του Καϊάφα στου ΦΙΞ
τέλι (βαράω -): προδίδω
τζίλιες: τσίλιες
τζιμάλι: άξιος συντεχνίτης
τουφαδώρος: διαρρήκτης
τρίκωζος: με τρία γαλόνια, ενωμοτάρχης
τσακωτός: ο επ’ αυτοφώρω συλλαμβανόμενος
τσαμπουκαλής: υπότροπος λωποδύτης
τσαμπουκαλίκι: οι προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις
τσιγαρόχαρτο: το παραμικρό, το τίποτα
φούλια: όσπρια μικροσκοπικά σαν τα κουκιά
Φράγκοι: η Δικαιοσύνη
Χάντρα: φυλακή στην Αλεξάνδρεια
ψιλή: χρήματα
Τέλος να σημειώσουμε και την παραστατική εικόνα της «περιφοράς», που αναφέρει θαρρώ κι ο Μάρκος: «[…] του στοίχισε φόρτωμα του ναργιλέ στα χέρια, περιφορά κατ’ αυτόν τον τρόπον απ’ τους κεντρικώτερους δρόμους της Αθήνας, για να τον ρεζιλέψουν και γύρισμα από Τμήμα σε Τμήμα για να τον αναγνωρίσουν όσοι χωροφύλακες δεν είχαν την τιμήν […]»