Αστικολαϊκά παραλειπόμενα

Μια πολύ πρώιμη δημοσιογραφική παραίνεση προς τον αστυνομικό διευθυντή να απαγορεύσει τους αμανέδες…

ΝΑ ΧΑΜΗΛΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΜΑΝΕ
Μαζί με τας τόσας αστυνομικάς διατάξεις που εκδίδει και ανακαλεί ο κ. Μερεντίτης δεν θα ήταν αναγκαία και η έκδοσις μίας τοιαύτης «περί απαγορεύσεως των τουρκικών ασμάτων»; Εις τας συνοικίας, και ιδία τας προσφυγικάς, δεν ακούει κανείς τίποτε άλλο από αμανέδες. Έτσι θα υποχρεωθούν να χαμηλώσουν λιγάκι τον «αμανέ»…
(ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 11/6/1926)

«Δεν απολογούμαι τίποτα κύριε ανακριτά, διότι δεν έχω την αντίληψιν ότι αυτό που έκαμα είναι αδίκημα και ούτε σας αναγνωρίζω»

«Ζωντανό δεν μπορέσατε να με εξευτελίσετε […] Νεκρόν κάμετέ με ό,τι θέλετε»

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΟΝΤΑΞΗΣ

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του sui generis Κολωνακιώτη διάσημου διαρρήκτη πριν αυτοκτονήσει το καλοκαίρι του 1918. Μορφωμένος, οιονεί «αναρχικός», κάτι σαν Ρομπέν των Δασών που έκλεβε και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη, ταλαιπώρησε και διέσυρε τα «λαγωνικά» του περιβόητου Γιάννη Μαρούδα. Μάλιστα, το ρεπορτάζ λέει ότι ήταν η μοναδική φορά που ο Μαρούδας έβγαλε το καπέλο του σε ένδειξη σεβασμού μπροστά στη σορό του Κονταξή. Μέσα στην πλούσια λοιπόν βιβλιοθήκη του αυτόχειρα βρέθηκε κι ένα μεγάλο τετράδιο όπου διεκτραγωδούσε τη ζωή του. Το ντοκουμέντο αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ το 1927.

Από όσο μπόρεσα να διασταυρώσω, τα πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια από τον εγκλεισμό του στην Παλιά Στρατώνα πρέπει να χρονολογούνται περί το 1915-1917. Από αυτά αποδελτίωσα τις αργκοτικές λέξεις που περιέχει (καθώς και κάποιους τεκέδες και άλλα στοιχεία), για να υπάρχουν εδώ μαζεμένες.

Αλεξάνδρα: Αλεξάνδρεια

άργωμα: ξυλοκόπημα από τους αστυνομικούς

βραχιόλια: χειροπέδες

Γαλιγάλης Γιάννης: ονομαστός αστυνομικός του Πειραιά

γεντέκι: δοχείο με ζεστό νερό προς παρασκευή καφέ από τους καφετζήδες

γιατάκι: κρεβάτι

γκιόν (γίνομαι -): μεθάω

δουλεύω στο 7: λωποδυτώ στο τραμ των Αμπελοκήπων

επιζωήτης: ισοβίτης

ζόρικος: ο μη ευεπίφορος σε κλοπή

καθαριστής: ο μικροποινίτης κρατούμενος που σκούπιζε τα διάφορα διαμερίσματα της φυλακής

καλαμπαλίκι: συνωστισμός

καλντιριμιτζής: η κατώτερη υποδιαίρεση των λωποδυτών

καρακούτσι: διαρρηκτικό εργαλείο εν είδει μοχλού

καρμανιόλα: το κολάρο

κασσαδώρος: διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων

κόβω: εξαπατώ στα χαρτιά

κοκκινομούρης: χωροφύλακας

κορόιδο: θύμα

λακεύω: το βάζω στα πόδια

λάχανο (πέφτω στο -): είμαι εύκολος να με κλέψουν

λιμά (κόβω με τα -): εξαπατώ

λούβα: καμίνι των βασάνων

μηχανή: σχέδιο

μολυτός: χωρίς χειροπέδες

μουσαφίρης: ο νεοφερμένος στη φυλακή

Μουχάουζα: αιγυπτιακό δεσμωτήριο

μπουλτόκ: μυστικός αστυνομικός

μπαλαμούτι: κατεργαριά

μπόμπα (σκάει η -): αποκαλύπτεται η κλοπή

μπουκαδώρος: υποδιαίρεση διαρρήκτη που δρά τα καλοκαιρινά μεσημέρια

νταραβέρι: το καφενεδάκι κάθε θαλάμου που διαχειρίζονταν οι νταήδες κρατούμενοι

ντεμπισίρι: πίστωση

ντουζένι: μόρτικος σκοπός, χαβάς («Αυτοί οι άνθρωποι που ποτέ δεν γνώρισαν τίποτε υψηλότερον, τίποτε ιδανικώτερον από την τέρψιν του χασισιού, από το γλέντι του μπαγλαμά, που το συνοδεύει απαραιτήτως το ντουζένι του Καημένου του Μποχώρη»)

παντόφλα: πορτοφόλι

πατάω: διαρρηγνύω

πετσί: πορτοφόλι

πουλόπουλος (βρίσκω τον -): δραπετεύω

σακουλεύομαι: καταλαβαίνω

σέα και μέα: τα κλαπέντα αντικείμενα

σπία: κακοποιός που επιδιώκει την εύνοια των αστυνομικών

σπιούνος: καταδότης

σταυρωτής: αστυνομικός

τεκές του Γιάννη Περδικάκη στο Ρουφ

τεκές του Νικόλα Γκιόκα, πιο κάτω από του Ρέντη, προς Πειραιά

τεκές του Σιρυνάκη στην Κρεμμυδαρού

τεκές του Καϊάφα στου ΦΙΞ

τέλι (βαράω -): προδίδω

τζίλιες: τσίλιες

τζιμάλι: άξιος συντεχνίτης

τουφαδώρος: διαρρήκτης

τρίκωζος: με τρία γαλόνια, ενωμοτάρχης

τσακωτός: ο επ’ αυτοφώρω συλλαμβανόμενος

τσαμπουκαλής: υπότροπος λωποδύτης

τσαμπουκαλίκι: οι προηγούμενες καταδικαστικές αποφάσεις

τσιγαρόχαρτο: το παραμικρό, το τίποτα

φούλια: όσπρια μικροσκοπικά σαν τα κουκιά

Φράγκοι: η Δικαιοσύνη

Χάντρα: φυλακή στην Αλεξάνδρεια

ψιλή: χρήματα

Τέλος να σημειώσουμε και την παραστατική εικόνα της «περιφοράς», που αναφέρει θαρρώ κι ο Μάρκος: «[…] του στοίχισε φόρτωμα του ναργιλέ στα χέρια, περιφορά κατ’ αυτόν τον τρόπον απ’ τους κεντρικώτερους δρόμους της Αθήνας, για να τον ρεζιλέψουν και γύρισμα από Τμήμα σε Τμήμα για να τον αναγνωρίσουν όσοι χωροφύλακες δεν είχαν την τιμήν […]»

2 «Μου αρέσει»

Εφ. ‘‘Τις Πταίει’’, 25.5.1875.

Σατυρικό το κείμενο. Τραμπούκοι υπό την συνοδεία μπουζουκιού του υπουργού Ράλλη.

2 «Μου αρέσει»

Βλέπε 1252 παραπάνω, ωρέ και τι άλλο να πω system Μου…

1 «Μου αρέσει»

Εφ. ‘‘ΠΟΣΕΙΔΩΝ’’ 3.9.1877.

1 «Μου αρέσει»

Βλέπε 939

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Όποιος θέλει να συμβάλει με ευρήματα στο νήμα αυτό, καλό είναι να κάνει μια απλή αναζήτηση πρώτα…

Όλοι μου οι τίτλοι (πλην πληκτρολισθήματος…) είναι με κεφαλαία (π.χ. ΠΟΣΕΙΔΩΝ) και όλες οι ημερομηνίες είναι του τύπου 3/9/1877

1 «Μου αρέσει»

Ερώτηση: η φράση που λέμε: “ πολύ ψηλά τον πήρες τον αμανέ!” πού στις μέρες μας χρησιμοποιούμε εννοώντας ότι κάποιος πήρε φόρα και περηφανεύεται υπερβολικά, έχει κάποια σχέση με τούτα εδώ;

Στον αμανέ, αφού ολοκληρώσεις τον πρώτο στίχο, έχει μια μελωδική ενότητα όπου επαναλαμβάνεις το δεύτερο μισό του στίχου πριν μπεις στον δεύτερο στίχο. Αυτή η επανάληψη γίνεται στα ψηλά του δρόμου.

Αν λοιπόν από την αρχή τον έχεις πάρει ψηλά, σ’ αυτό το σημείο δε θα βγει καλά ή δε θα βγει καθόλου.

Επομένως, προσέχουμε να μην παρουμε ψηλά τον αμανέ γιατί θα την πατήσουμε!

2 «Μου αρέσει»

Θαρρώ πως είναι φανερό ότι το εν λόγω παράθεμα δεν σχετίζεται ούτε με τη σημερινή μεταφορική έννοια ούτε με αυτό που γράφει ο Pepe…
Διαμαρτύρεται ο συντάκτης ότι όπου σταθείς κι όπου βρεθείς κατακλύζεσαι από τον αμανέ, οπότε το προτεινόμενο “χαμήλωμα” αναφέρεται σε “σίγαση”/ απαγόρευση

1 «Μου αρέσει»

Από ενδιαφέρον ρεπορτάζ για το Εγκληματολογικό Μουσείο περιγράφονται δύο ιδιάζουσες προθήκες (ΕΛΛΗΝΙΚΗ, 26/1/1932)

Κι εδώ φωτό από το Μουσείο σε ρεπορτάζ του 1939

2 «Μου αρέσει»

Με την αφορμή έκδοσης του ν. 5539/1932 «Περί μονοπωλίου ναρκωτικών φαρμάκων και του ελέγχου αυτών», ο “Κόκορας” (μάλλον ο Νίκος Ρούτσος, δηλαδή) σατιρίζει εμμέτρως: (ΒΡΑΔΥΝΗ, 16/2/1932)

Το τραγούδι «Γίνομαι άνδρας» του Τούντα (1933) εμπνέεται από πραγματικό περιστατικό, με το οποίο ασχολήθηκε εν εκτάσει και ο Τύπος της εποχής. Ένα πλουσιοκόριτσο, η Μαρία Γουλανδρή, ντυμένη με αντρικά ρούχα, έκανε την τσάρκα της σε τεκέδες του Κουτσουκαρίου και άλλα ύποπτα στέκια, κάπνισε χασίς, ήπιε κρασί, αλλά και κινδύνευσε από κάποιους θαμώνες. Τότε, έβγαλε μια κάμα και συνεπλάκη μαζί τους, τρέποντάς τους σε φυγή, και ακολούθως τράπηκε και η ίδια σε φυγή.

Το αμέσως επόμενο διάστημα ο Πωλ Νορ σκαρώνει το εξής σατιρικό τραγουδάκι (ΒΡΑΔΥΝΗ, 18/3/1933)

Λίγες μέρες μετά θα ακολουθήσει κι άλλο σατιρικό στιχούργημα (ΠΑΠΑΡΟΥΝΑ, 23/3/1933)


Τρίτος, καθώς φαίνεται, έρχεται και ο Τούντας, ο οποίος με αφορμή το εν λόγω περιστατικό γράφει το «Γίνομαι άνδρας».

Σαν εμένανε, τσαχπίνα, δεν είχ’ άλλη στην Αθήνα,

γίνουμ’ άντρας πρώτο πράμα με πιστόλι και με κάμα

κι έχω γκόμενα μια δούλα και της τα 'χω πάρει ούλα.

Στον τεκέ όταν θα πάω, όλους τους στραβοκοιτάω

και μου λέν’, καλώς τ’ αδέρφι, τράβα μια να κάνεις κέφι

κι αρχινώ με τα μαγκάκια γλέντι με μπαγλαμαδάκια.

Μα ένα βράδυ μ’ ανθιστήκαν κι όλοι απάνω μου ριχτήκαν

και μ’ αρχίσαν στα σορόπια με τη γλώσσα τους τη ντόπια.

και φωνάζαν με λαχτάρα, αχ, αγοροκοριτσάρα.

Με την ευκαιρία της παράθεσης όλων των στίχων, διαπιστώνουμε ότι ο Τούντας δανείστηκε κάποιες διατυπώσεις του Πωλ Νορ και τις ενσωμάτωσε στο δικό του τραγούδι.

4 «Μου αρέσει»

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα συγκρότημα πολυκατοικιών στην Ηπείρου 17. Το συγκρότημα ήταν γνωστό ως “οι πολυκατοικίες του Γουλανδρή”, πατέρα της Μαρίας, βεβαίως.

1 «Μου αρέσει»

«Αχ, Μαιράκι μου,
Συ ‘σαι το μεράκι μου,
Από την ημέρα που σε πρωτογνώρισα,
Αχ αντράκι μου,
Μαίρη Γουλαντράκι μου
Στους ντεκέδες είσαι διχτατόρισσα»

Αυτό το απόσπασμα είναι διασκευή από το επιθεωρησιακό τραγούδι «Το Κατινάκι» που είχε κυκλοφορήσει το 1932.

1 «Μου αρέσει»

Ο Στριγγάρης, στο γνωστό βιβλίο του για το χασίς, διασώζει αποσπάσματα από μεγάλο αυτοβιογραφικό χειρόγραφο της Μαρίας, καπνίστριας χασίς, νοσηλευομένης στο Δρομοκαΐτειο. Μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του Κ. Γκοτσίνα, Επί της ουσίας. Ιστορία των ναρκωτικών στην Ελλάδα (1875-1950), διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για τη Μαίρη Γουλανδρή…

Εδώ ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το χειρόγραφό της:

“Μια μέρα θυμάμαι πήρα μόνη το αυτοκίνητο και τράβηξα για τον ντεκέ του Ανδρέα… Κατέβηκα στη στάση…και τράβηξα για τον τεκέ… Περπατούσα δίπλα από τον Ιλισσό ποταμό έβλεπα τα χελιδονόπουλα, που πετούσαν μέσα στο θολό νερό του ποταμού, περπατούσα σφυρίζοντας ένα μάγκικο αμανέ, ήμουν πλέρια ευτυχισμένη, βουτηγμένη στην ηδονή γιατί πήγαινα για το θείο μεθύσι μου. Στο στρίψιμο του δρόμου φάνηκαν δύο άσπρες παραγκούλες καμωμένες από φτηνές άσπρες σανίδες και ντενεκέδες σκουριασμένους της βενζίνης. Εκεί μέσα φώληαζε η λησμονιά και η λήθη. Αυτά τα σπιτάκια πειά δεν υπάρχουν, γιατί η αστυνομία τα έκαψε μαζύ με το περιεχόμενό τους. Η γυναίκα του λαθρέμπορα με δέχτηκε όπως πάντα με το γέλοιο στο στόμα. Μαριώ τη λένε, ως σαράντα ετών, καθαρή και περιποιημένη, πρώην πεταλούδα των πεζοδρομίων και τώρα πιστή μετανοούσα Μαγδαληνή, αγαπούσε τον αρχηγό της χασικλή (τον άντρα της). Αγαπά πολύ… τη γ άτα της αραπίτσα που μαστουρώνει η καημένη από το ντουμάνι του καπνού κι όλο κοιμάται δίπλα στο μαγκάλι. Γύρω γύρω από το δωμάτιο είναι κρεμασμένα καμμιά δεκαριά κλουβάκια, γεμάτα κοτσύφια, κορυδαλλούς και μια πέρδικα. Τραγουδούν εύθυμες τρίλλιες και μου ανοίγουν την καρδιά μου. Οι μάγκες χασικλήδες έχουν έμφυτη την αγάπη για τα πουλιά και εν γένει τα ζώα. Αγοράζουν άπληστα σ’ αυτό το είδος απ’ όλα, ένας ώμορφος παρδαλός κόκκορας καμαρώνει χτυπώντας τα πόδια του υπερήφανα στο χώμα και ακούγοντας τους χασικλίδικους αμανέδες, που έπαιζε ο φωνογράφος με το μεγάλο πράσινο χουνί… Η Μαριώ με ρωτά εν προτιμώ να κάτσω έξω στα τραπεζάκια που είναι γύρω γύρω γεμάτα από καλαμιές και ήλιους. Όχι της απαντώ, επειδή φοβάμαι τις τσίλιες (κοινώς χωροφύλακες). Βέβαια, πετάγεται ένας χασικλής και λέει, καλά λέει το κορίτσι (σακούλα τη μπουρού και τη μπουρού σακούλα) σακουλεύεσαι αδερφάκι τη μηχανή που στήνουν οι άτιμες οι τσίλιες δλ. καταλαβαίνεις, κοινώς μπαίνεις στο νόημα για τους πόλισμαν. Κάθομαι σε μια καρέκλα αναπαυτικά, ακουμπώντας σε μια δεύτερη καρέκλα τα πόδια μου και τα δυο μου χέρια σε άλλες δύο….Και πίνω ώμορφο καφέ τούρκικο συνοδευόμενο με ένα φίνο τσιγαρλίκι. Αρχίζω και μαστουρώνω, ανεβαίνω στους ουρανούς, πέφτω σε χαλί από πέταλα, ενώ άγγελοι τραγουδούν ωραία τραγούδια και λένε τα τραγούδια τους για τον έρωτα, τα λάγνα χάδια, αγκαλιάσματα…”

3 «Μου αρέσει»

«Κάθε δράμι και… παππού»:

Παππούς, αν θυμάμαι σωστά από τον Τσιφόρο, είναι το κατοστάρικο. Βέβαια δεν ξέρω την κλίμακα των χρημάτων εκείνης της εποχής (σε τραγούδι ακούμε «που ‘χει τέσσερα το δράμι» - τι τέσσερα όμως;).

“πήρα μόνη το αυτοκίνητο και τράβηξα για τον ντεκέ του Ανδρέα… Κατέβηκα στη στάση…”

Με τι πήγε τελικά; Η στάση σημαίνει λεωφορείο.

Η αφορμή για το σχόλιό μου (στη συζήτηση που, για να μη χάνεται η συνέχεια, σημειώνω πως η αφετηρία της βρίσκεται στο #1264) δίνεται από την παραπάνω τελευταία πρόταση και ιδιαίτερα την εντός παρενθέσεως φράση: «εθνικιστικός για να είμαστε ακριβείς».

Το θέμα εδώ είναι, ότι η οποιαδήποτε γενικώς αναφορά μιας αντίληψης στο έθνος, στο εθνικό κ.ο.κ. δεν αρκεί για να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της «εθνικιστικής».

Ελπίζοντας ότι δεν θα πλατειάσω, λοιπόν, σε αντίθεση με την νομίζω κυρίαρχη σήμερα άποψη που αναπτύσσεται σε πανεπιστημιακές εργασίες κλπ, ακόμα και η ιδεολογία της συγκρότησης και επικράτησης των (αστικών) εθνών στη νεώτερη ιστορία δεν ήταν στον πυρήνα του περιεχομένου της ιδεολογία «εθνικιστική». Με πρώτο παράδειγμα αυτό της γαλλικής επανάστασης, όπου η βούληση του «έθνους» αντιπαρατέθηκε στη βούληση του μονάρχη και η εθνική κοινωνική συγκρότηση στον φεουδαρχικό κατατεμαχισμό, στο ιδεολογικό επίκεντρο δεν βρίσκεται ο «εθνικισμός» αλλά η «ισότητα - αδελφοσύνη - ελευθερία» σαν το αστικοδημοκρατικό σύνθημα που έστω ουτοπικά επιδίωκε να αποτελέσει την ιδεολογική έκφραση όλων των τάξεων του πληθυσμού στο πλαίσιο της εθνικής κοινωνικής συγκρότησης…

Ακόμα και στην ελληνική επανάσταση του 21, όταν στις αναμνήσεις αγωνιστών όπως ο Κασομούλης κι ο Φωτάκος συναντά κανείς τον όρο -όχι «εθνικισμός», αλλά «εθνισμός», αυτός έχει τη σημασία του ξεπεράσματος των στενών τοπικιστικών συμφερόντων και του αντίστοιχου τρόπου σκέψης υπέρ των γενικών δηλ. «εθνικών» συμφερόντων και αναγκών…

Ενώ -ολοκληρώνοντας αυτή τη «θεωρητική» εισαγωγή- η εμφάνιση του «εθνικισμού» σημαδεύεται από την εγκαθίδρυση πλέον της αστικής τάξης ως πολιτικά κυρίαρχης, σαν ιδεολογία που χρησιμεύει στους ανταγωνισμούς της με αστικές τάξεις άλλων κρατών προς το εξωτερικό, και με την αναγόρευση των ιδιαίτερων συμφερόντων της ως συμφερόντων γενικών, υπερταξικών, «εθνικών» προς το εσωτερικό…

Συνοψίζοντας, κατά την άποψή μου αυτή, η κάθε «εθνική» αναφορά δεν είναι εξ ορισμού και «εθνικιστική».

Αν τώρα το δούμε από την άποψη του «σοσιαλιστικού φολκόρ», και αναφερθούμε εν προκειμένω όχι στη Βουλγαρία (για την οποία έγινε ιδιαίτερα λόγος), αλλά στην ΕΣΣΔ, σε αυτού του είδους την ανάδειξη των εθνικών πολιτισμών θα μπορούσε να αναγνωριστεί όχι εθνικιστικός αλλά διεθνιστικός ιδεολογικός άξονας, στον βαθμό που στο πλαίσιο της σοβιετικής Ένωσης πρόκειται για την αναγνώριση της εθνικής υπόστασης λαών που έως πριν αποτελούσαν επικράτεια «πασών των ρωσιών».

Και βέβαια τα παραπάνω περιορίζονται στο ζήτημα που θίγουν και δεν αποτελούν «απάντηση» στο θέμα της «κανονικοποίησης» (βλ. παραβίασης των κανόνων) της λαϊκής μουσικής παράδοσης - με την επιβολή των κανόνων της λόγιας δυτικής μουσικής. Για τα οποίο θέμα δεν επαρκούν οι γνώσεις μου και, πάντως, πιστεύω θα απαιτούσε βαθύτερη έρευνα ιδίως ως προς την καθολικότητα και την «οριστικότητα» αυτής της «κανονικοποίησης» για την οποία γίνεται λόγος.

Παραπέρα, ως προς αυτό το σημείο, έχω τη γνώμη ότι ίσα-ίσα ο λεγόμενος «σοσιαλιστικός άξονας» απέβλεπε πρώτιστα ή εξ ίσου στο να γίνει κτήμα του λαού το έργο των «μουσικά εγγράμματων συνθετών».

Και μετά από τις παραπάνω «θεωρητικές» (κι ελπίζω όχι κουραστικές) απόψεις, επιστρέφουμε στην αφετηρία του θέματος.

Εδώ λοιπόν, ως προς το ερώτημα «Τι να απέγινε άραγε αυτή η βλέψη», αντίθετα με τις απαντήσεις που δόθηκαν, έχω τη γνώμη ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο της «βλέψης» κάπου μισό αιώνα αργότερα έγινε πράξη μέσα από το έργο του Θεοδωράκη πρώτα, και άλλων συνθετών στη συνέχεια (π.χ. Μαρκόπουλος, Λεοντής και πολλοί άλλοι), και μάλιστα όχι με την -ενδεχομένως- μηχανιστική μορφή που θα είχε η τυπική «ίδρυση μιας ορχήστρας» (κάτι που ίσως προκαλούσε και στον Καλομοίρη έναν σκεπτικισμό: «χρειάζεται μεγάλη μελέτη»), αλλά μέσα από την, ας πω, ζωντανή κοινωνική ώσμωση του μουσικού (και στιχουργικού - ποιητικού) έργου με τις κοινωνικές ανάγκες, προσδοκίες, πάθη κλπ του λαού…

Να πει κανείς εδώ ότι δεν βλέπει κάτι το «εθνικό», δύσκολο… Εθνικιστικό όμως; Δε νομίζω.

Σίγουρα.

Αλλά στο σοσιαλιστικό φολκλόρ υπόκειται η ιδέα ότι πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε παντού λόγους να είμαστε περήφανοι που είμαστε Ρώσοι / Βούλγαροι κοκ. Αν η παραδοσιακή μας μουσική δεν επαρκεί για να μας κάνει περήφανους, να την αναβαθμίσουμε.

Πράγματι. Και απ’ όσο ξέρω, δούλεψε.

Δε νομίζω ότι αυτή η “αναβάθμιση” ήταν ζήτημα εθνικής “υπερηφάνειας”. Αν με την “αναβάθμιση” εννοούμε την προσαρμογή στους “λόγιους” δυτικούς μουσικούς κανόνες, κατά τη γνώμη μου οφείλεται σε αντιλήψεις “ανωτερότητας” της αστικής παιδείας (της) εκ μέρους της διανόησης, που ανέλαβε το εγχείρημα, έναντι της ανώνυμης, “αυθόρμητης” λαϊκής δημιουργίας.

(Αν και δεν είναι σωστός ο όρος “αυθόρμητη”, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).